Πόσα χρόνια είστε στη Γαλλία και σε τι διδάσκετε;
Συστήνομαι πάντα, όπως νιώθω, πολίτης του κόσμου. Γεννημένη στην Ελλάδα, η Γαλλία έγινε το σπίτι μου τα τελευταία τριάντα ένα χρόνια – δύο πατρίδες, πλέον και στα χαρτιά. Διδάσκω Διεθνές Δίκαιο και Ανθρώπινα Δικαιώματα στο Πανεπιστήμιο Sorbonne Paris Nord, ένα από τα πανεπιστήμια που προέκυψαν από την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση που ακολούθησε τον Μάη του ’68, με έδρα στα υποβαθμισμένα βόρεια προάστια του Παρισιού.
Η παιδαγωγική εμπειρία σε ένα τέτοιο πλαίσιο σε φέρνει καθημερινά στον πυρήνα του λειτουργήματος του πανεπιστημιακού δασκάλου – την ελεύθερη διάδοση της επιστημονικής γνώσης, ως εφόδιο και διέξοδο για μια νέα γενιά μεταναστευτικής και αποικιακής κυρίως καταγωγής που βιώνει τον κοινωνικό ντετερμινισμό των σύγχρονων περιαστικών γκέτο.
Να δούμε το σήμερα. Σε τι συνθήκη είναι τα κινήματα στη Γαλλία;
Η γαλλική κοινωνία εκφράζεται παραδοσιακά στον δρόμο και η διαμαρτυρία της παίρνει συλλογική και συχνά συγκρουσιακή μορφή.
Αρα;
Με την έννοια αυτή, η τωρινή συνθήκη δεν είναι ασυνήθιστη. Αποτυπώνει την κορύφωση πολλών παράλληλων ή επάλληλων κινημάτων που αναπτύχθηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετούς θητείας του Μακρόν, από το κίνημα των «κίτρινων γιλέκων» και των προαστίων μέχρι τις πολύμηνες διαδηλώσεις ενάντια στη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση και το τωρινό μαθητικό – φοιτητικό κίνημα.
Η περιστολή του δικαιώματος συνάθροισης που επιβλήθηκε το τελευταίο διάστημα, με την εφαρμογή δυσανάλογων περιοριστικών μέτρων, πρωτοφανών σε περίοδο ειρήνης, όπως η απαγόρευση κυκλοφορίας και διαδηλώσεων, σε συνδυασμό με την ακραία καταστολή από τις δυνάμεις ασφαλείας, δεν φάνηκαν να πτοούν τους πολίτες που συμμετέχουν όλο και πιο μαζικά στις κινητοποιήσεις. Κομβική στιγμή για τη συνέχεια του κινήματος θα είναι η γενική απεργία της 5ης Νοεμβρίου, που υποστηρίζεται από το συντονιστικό των συνδικάτων, με σοβαρή την πιθανότητα να εξελιχθεί σε απεργία διαρκείας.
Εχετε κάνει λόγο στις δημόσιες παρεμβάσεις σας για το υπέδαφος, το κοινωνικό, που επωάζει μια τέτοια μαζική διαμαρτυρία. Είναι κοινωνικά, θεωρείτε, αίτια που συσσωρεύονται για χρόνια και βρίσκουν μια αφορμή – σπινθήρα, για να εκφραστούν;
Η Γαλλία βιώνει μια κοινωνική εξέγερση που ζυμώθηκε σε βάθος εικοσαετίας και συμπυκνώνει πάγια κοινωνικά αιτήματα που συγκλίνουν σε ένα μέγιστο: την αλλαγή πολιτικής. Η εφαρμογή του νεοφιλελεύθερου σχεδίου ξεκίνησε από τον δεξιό Σαρκοζί και ολοκληρώνεται από τον «εκσυγχρονιστή» Μακρόν, που εκτοξεύτηκε στην εξουσία, ως «Μότσαρτ της οικονομίας», για να φτάσει σήμερα τη χώρα στο μεγαλύτερο ποσοστό χρέους της νεότερης Ιστορίας της, με πρωτοφανή όξυνση των ανισοτήτων, αποψίλωση του κοινωνικού κράτους, ιδιωτικοποίηση των δημόσιων αγαθών κι ένα βαθύ κοινωνικό ρήγμα μεταξύ προνομιούχων κι ευάλωτων, μητρόπολης και περιφέρειας, γηγενών και πολιτών με μεταναστευτική ή πρώην αποικιακή καταγωγή. Το σημερινό κίνημα είναι η απάντηση στην περιφρόνηση με την οποία αντιμετώπισε το καθεστώς τους ασθενέστερους.
Πολύς λόγος γίνεται για την ανθρωπογεωγραφία των διαδηλωτών. Στην Ελλάδα – για παράδειγμα – σημειώνεται μια άποψη πως είναι απλώς μετανάστες που επιλέγουν μηδενιστικές μορφές βίας. Ποιοι μετέχουν στο όλο ρεύμα;
Η εικόνα που παρουσιάστηκε αποτελεί την πεμπτουσία της προπαγάνδας και της παραπληροφόρησης, δηλωτική της άγνοιας της γαλλικής κοινωνικής πραγματικότητας και ανθρωπογεωγραφίας. Εγινε επίκληση ενός ανύπαρκτου ισλαμιστικού κινδύνου και δόθηκε σκόπιμα έμφαση σε περιστατικά βανδαλισμών και λεηλασίας που ήταν περιθωριακά σε σχέση με το ειρηνικό πυκνό πλήθος των διαδηλωτών – στη συντριπτική τους πλειονότητα γάλλων πολιτών, που κατέκλυσαν τους δρόμους των μεγάλων πόλεων για πολλές συνεχείς εβδομάδες, παρά την κινδυνολογία και το κλίμα φόβου που καλλιεργήθηκε τεχνηέντως από την κυβέρνηση. Αντίθετα, σχεδόν αποσιωπήθηκε η ακραία αστυνομική βία και αυθαιρεσία με τους δύο νεκρούς διαδηλωτές, τους εκατοντάδες ακρωτηριασμούς μαθητών διαδηλωτών και τις προβοκάτσιες των μυστικών υπηρεσιών.
Με την ευθεία στοχοποίηση της Ανυπότακτης Γαλλίας και των ακροαριστερών σχημάτων, ως υποκινητών της βίας, από τα πλέον επίσημα προεδρικά και πρωθυπουργικά χείλη, η «Μακρονία» κανονικοποιεί την ακροδεξιά επιχειρηματολογία και δαιμονοποιεί το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα στη διαμαρτυρία, επιχειρώντας να αποκλείσει τους μετανάστες και τους πλέον ευάλωτους από την άσκησή του, ενώ είναι κοινωνικό κεκτημένο για όλους χωρίς διάκριση.
Η σύνθεση του δρόμου, όμως, διαψεύδει τις ιδεοληψίες· συγκεντρώνει συγκοινωνούντα δοχεία – πολίτες διαφορετικών γενεών και κοινωνικών ομάδων που αντιλαμβάνονται ότι δεν έχουν μέλλον, τους πολίτες που δεν έχουν φωνή, όλους αυτούς που το πολιτικό σύστημα δεν άκουσε τα τελευταία χρόνια.
Αρχικά είδαμε να αναπτύσσεται ως κίνημα Παιδείας, και κυρίως από νέους. Είναι έτσι ή μετασχηματίστηκε στην πορεία και σε ευρύτερο κοινωνικό ρεύμα;
Το κίνημα ξεκίνησε αυθόρμητα, με αυτοοργάνωση, με τον σύγχρονο τρόπο επικοινωνίας της νέας γενιάς, κυρίως μέσω των κοινωνικών δικτύων – μιας γενιάς που είχε λοιδορηθεί ως αδιάφορη, αδαής και απολίτικη. Κι όμως, οι νέες κι οι νέοι που διαδηλώνουν τραγουδώντας Αζναβούρ ή τη Διεθνή απέδειξαν ότι δεν τους αρέσει καθόλου το κουστούμι που έραψε στα μέτρα τους ο καπιταλισμός.
Οι μαθητές, οι φοιτητές αρνούνται να είναι μόνο καταναλωτές, με προδιαγεγραμμένο πλάνο εθελοδουλείας, ως μέλλον, αλλά θέλουν να είναι πολίτες με δικαιώματα και υποχρεώσεις. Χαρακτηριστικά παραδείγματα της έκτασης που έχουν λάβει οι αντιδράσεις είναι οι καταλήψεις για πρώτη φορά σε σχολεία και πανεπιστήμια προνομιούχων περιοχών, ακόμα και σε ιδιωτικά ιδρύματα – όπως τα καθολικά ινστιτούτα – , καθώς και το αίτημα για κατάργηση του νέου νόμου που εισάγει δίδακτρα για τους φοιτητές εκτός ΕΕ, καταργώντας την ίση πρόσβαση στη δημόσια δωρεάν παιδεία για όλους, που αποτελεί κοινωνικό κεκτημένο ήδη από τη Γαλλική Επανάσταση.
Αξίζει να σημειωθεί ότι τα πανεπιστήμια αποφάσισαν να μην εφαρμόσουν τον νόμο, με συνέπεια υψηλά πρόστιμα (αντίθετα με την Ελλάδα, όπου τα δίδακτρα στα μεταπτυχιακά, όπως και ο νόμος για τα ιδιωτικά ΑΕΙ, πέρασαν σχεδόν αμαχητί). Φτάσαμε έτσι σ’ ένα κίνημα που εκφεύγει των αιτημάτων της εκπαιδευτικής κοινότητας, για να ενσαρκώσει ένα ευρύτερο όραμα για την κοινωνία, βασισμένο στη διαγενεακή και διαταξική αλληλεγγύη.
Ποια η στάση των Λε Πεν – Μπαρντελά στο όλο φαινόμενο και ασπάζεστε μια γνώμη πως το κίνημα απλώς ευνοεί μια οριστική είσοδο της Λε Πεν στην εξουσία;
Η ηγεσία της Ακροδεξιάς, αφού επιχείρησε να εργαλειοποιήσει την κοινωνική διαμαρτυρία, επαναφέρει το αφήγημα της ανασφάλειας, ενεργοποιώντας τα φοβικά αντανακλαστικά μιας συντηρητικής μερίδας της κοινωνίας, με όχημα τη ρατσιστική και μισαλλόδοξη ρητορική και την επίκληση του δόγματος «νόμος και τάξη».
Η αναρρίχηση της Λε Πεν στην εξουσία δεν ευνοείται από την κινηματική δράση αμφισβήτησης των νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Αντίθετα, η σταδιακή ιδιοποίηση πρακτικών και αξιωμάτων της Ακροδεξιάς από το ακραίο κέντρο, μαζί με την εύνοια και τη χρηματοδότηση που της παρείχε το μεγάλο κεφάλαιο, κανονικοποίησε και ανέβασε στη θέση αξιόπιστου πολιτικού παράγοντα τον φασισμό.
Ποιος είναι ο ρόλος της Αριστεράς στις κινητοποιήσεις;
Το τωρινό κίνημα φαίνεται ότι ξεκίνησε αυθόρμητα από τα κάτω και δεν υποκινήθηκε από τα κόμματα ή τις οργανώσεις της Αριστεράς. Παρ’ όλα αυτά, η οργανωμένη Αριστερά το αγκάλιασε από την πρώτη στιγμή και συμπορεύθηκε μαζί του, όπως και τα αριστερά συνδικάτα που στη Γαλλία είναι – ακόμα – επιδραστικά και δεσπόζουν στην πολιτική δράση.
Ο Μακρόν;
Θεωρώ ότι ο μακρονισμός πνέει τα λοίσθια και μαζί μ’ αυτόν και η Πέμπτη Γαλλική Δημοκρατία – αυτό το ιδιότυπο ημιπροεδρικό καθεστώς που είχε δημιουργηθεί στα μέτρα του Ντε Γκωλ το 1958 και που οδήγησε – ιδίως κατά τη δεύτερη θητεία του Μακρόν – σε μια πρωτοφανή πολιτική και πολιτειακή κρίση, με έντονα στοιχεία αυταρχικής εκτροπής. Το μεγάλο στοίχημα για τη γαλλική κοινωνία, με διεθνή αντίκτυπο, είναι αν στο τέλος αυτού του κύκλου θα υποκύψει στον φασισμό ή θα υποδεχτεί μια θεμελιακή κοινωνική και πολιτική αλλαγή με όρους αλληλεγγύης και κοινωνικής δικαιοσύνης.
Πηγή: tanea.gr





