Η ιστορία του δικομματισμού στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι άμεσα συνδεδεμένη με την ίδια την πορεία της αμερικανικής δημοκρατίας. Παρότι σήμερα οι Δημοκρατικοί και οι Ρεπουμπλικανοί κυριαρχούν στην πολιτική ζωή της χώρας, τα δύο κόμματα δεν υπήρχαν από την ίδρυση τoυ έθνους. Αντίθετα, προέκυψαν μέσα από διαδοχικές πολιτικές συγκρούσεις, αλλαγές στις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες και διαφορετικές αντιλήψεις για τον ρόλο της ομοσπονδιακής κυβέρνησης.
Οι πρώτες πολιτικές παρατάξεις μετά την Αμερικανική Επανάσταση
Το Σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών, που τέθηκε σε ισχύ το 1789, δεν προέβλεπε τη δημιουργία πολιτικών κομμάτων. Οι ιδρυτές της χώρας αντιμετώπιζαν με επιφυλακτικότητα την ιδέα των οργανωμένων πολιτικών παρατάξεων, καθώς φοβούνταν ότι θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε διχόνοια και να υπονομεύσουν το κοινό συμφέρον.
Ωστόσο, οι διαφωνίες για τον τρόπο λειτουργίας του νέου κράτους δεν άργησαν να δημιουργήσουν τις πρώτες πολιτικές ομάδες. Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης βρέθηκαν δύο από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της εποχής: ο υπουργός Οικονομικών Αλεξάντερ Χάμιλτον και ο Τόμας Τζέφερσον, ο οποίος διετέλεσε υπουργός Εξωτερικών.
Ο Χάμιλτον υποστήριζε την ανάγκη για μια ισχυρή ομοσπονδιακή κυβέρνηση, τη δημιουργία εθνικής τράπεζας και την ανάπτυξη της βιομηχανίας και του εμπορίου. Αντίθετα, ο Τζέφερσον και ο Τζέιμς Μάντισον υποστήριζαν τον περιορισμό των εξουσιών της κεντρικής κυβέρνησης, την ενίσχυση των πολιτειών και ένα οικονομικό μοντέλο που θα έδινε μεγαλύτερη έμφαση στη γεωργία.
Από αυτή τη σύγκρουση προέκυψαν δύο πολιτικές παρατάξεις: οι Φεντεραλιστές (Federalists), που συσπειρώθηκαν γύρω από τον Χάμιλτον, και οι Δημοκρατικοί-Ρεπουμπλικανοί (Democratic-Republicans), που συνδέθηκαν με τον Τζέφερσον και τον Μάντισον. Πρόκειται για το πρώτο κομματικό σύστημα στην ιστορία των ΗΠΑ.
Η εκλογή του Τζέφερσον και η ανάδειξη των Δημοκρατικών
Οι εκλογές του 1800 αποτέλεσαν σημαντικό σταθμό στην εξέλιξη του αμερικανικού πολιτικού συστήματος. Ο Τόμας Τζέφερσον επικράτησε του απερχόμενου προέδρου Τζον Άνταμς, σηματοδοτώντας την πρώτη ειρηνική μεταβίβαση της εξουσίας από μία πολιτική παράταξη σε μια αντίπαλή της στην ιστορία της χώρας.
Οι Φεντεραλιστές σταδιακά έχασαν την πολιτική τους επιρροή, ενώ οι Δημοκρατικοί-Ρεπουμπλικανοί κυριάρχησαν στην πολιτική σκηνή για αρκετά χρόνια. Ωστόσο, οι εσωτερικές διαφωνίες στο εσωτερικό της παράταξης οδήγησαν τελικά στη διάσπασή της.
Κατά τη δεκαετία του 1820, η πολιτική επιρροή του Άντριου Τζάκσον ενισχύθηκε, οδηγώντας στη δημιουργία του Δημοκρατικού Κόμματος (Democratic Party), το οποίο διατηρεί μέχρι σήμερα την ονομασία του. Οι αντίπαλοί του συγκρότησαν το Κόμμα των Ουίγων (Whig Party), το οποίο αποτέλεσε τον βασικό πολιτικό αντίπαλο των Δημοκρατικών για ένα διάστημα.
Η ίδρυση του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος
Το σημερινό Ρεπουμπλικανικό Κόμμα (Republican Party) ιδρύθηκε το 1854, σε μια περίοδο έντονων πολιτικών και κοινωνικών συγκρούσεων γύρω από το ζήτημα της δουλείας. Βασική αιτία της δημιουργίας του ήταν η αντίθεση στην επέκταση της δουλείας στις νέες αμερικανικές επικράτειες.
Το νέο κόμμα συγκέντρωσε πρώην μέλη των Ουίγων, Δημοκρατικούς που διαφωνούσαν με την επέκταση της δουλείας και άλλους πολιτικούς που αντιτάσσονταν στην πολιτική αυτή. Το 1860, ο Αβραάμ Λίνκολν έγινε ο πρώτος Ρεπουμπλικανός πρόεδρος των ΗΠΑ.
Η εκλογή του συνέβαλε στην όξυνση της κρίσης μεταξύ Βορρά και Νότου, η οποία οδήγησε στον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο (1861-1865). Οι Ρεπουμπλικανοί συνδέθηκαν τότε με την κατάργηση της δουλείας και τη διατήρηση της Ένωσης, ενώ οι Δημοκρατικοί είχαν ισχυρή παρουσία, μεταξύ άλλων, στις νότιες πολιτείες.
Η διαμόρφωση του σύγχρονου δικομματισμού
Κατά τις επόμενες δεκαετίες, οι Δημοκρατικοί και οι Ρεπουμπλικανοί εδραιώθηκαν ως οι δύο βασικοί πολιτικοί σχηματισμοί των ΗΠΑ. Οι πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές, ωστόσο, επηρέασαν σημαντικά την ιδεολογική φυσιογνωμία και την εκλογική τους βάση.
Στις αρχές του 20ού αιώνα, οι Δημοκρατικοί συνδέθηκαν με μεταρρυθμιστικές πολιτικές και την ενίσχυση του ρόλου του κράτους στην οικονομία, ιδιαίτερα κατά την προεδρία του Φραγκλίνου Ρούζβελτ και την εφαρμογή του προγράμματος New Deal τη δεκαετία του 1930. Το πρόγραμμα περιλάμβανε μέτρα για την αντιμετώπιση της Μεγάλης Ύφεσης, την ενίσχυση της απασχόλησης και τη δημιουργία ενός ευρύτερου πλαισίου κοινωνικής προστασίας.
Σημαντικές αλλαγές σημειώθηκαν και μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ιδιαίτερα κατά τη δεκαετία του 1960, με το κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα και τη νομοθεσία κατά των φυλετικών διακρίσεων. Οι εξελίξεις αυτές συνέβαλαν στη σταδιακή αναδιάταξη των εκλογικών συμμαχιών των δύο κομμάτων, με σημαντικό μέρος των Αφροαμερικανών ψηφοφόρων να στηρίζει πλέον τους Δημοκρατικούς και τους Ρεπουμπλικανούς να ενισχύουν την παρουσία τους στον Νότο.
Στη σύγχρονη εποχή, οι Δημοκρατικοί συνδέονται γενικά με την υποστήριξη ενός πιο ενεργού ρόλου της ομοσπονδιακής κυβέρνησης σε ζητήματα κοινωνικής πολιτικής, υγείας και περιβάλλοντος, ενώ οι Ρεπουμπλικανοί δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στη μείωση της φορολογίας, στον περιορισμό της κρατικής παρέμβασης στην οικονομία και σε πιο συντηρητικές κοινωνικές θέσεις. Οι θέσεις των δύο κομμάτων, ωστόσο, δεν είναι ενιαίες και στο εσωτερικό τους υπάρχουν διαφορετικές ιδεολογικές τάσεις.
Γιατί επικράτησαν δύο κόμματα και όχι περισσότερα
Παρά τις μεγάλες αλλαγές που γνώρισε η αμερικανική πολιτική ζωή, οι Δημοκρατικοί και οι Ρεπουμπλικανοί διατήρησαν την κυριαρχία τους. Ένας από τους βασικούς λόγους είναι ο τρόπος με τον οποίο διεξάγονται οι εκλογές στις ΗΠΑ.
Στις περισσότερες εκλογικές αναμετρήσεις για το Κογκρέσο, οι ψηφοφόροι κάθε περιφέρειας εκλέγουν έναν μόνο εκπρόσωπο. Τη θέση κερδίζει ο υποψήφιος που συγκεντρώνει τις περισσότερες ψήφους, ακόμη και αν δεν έχει λάβει την απόλυτη πλειοψηφία. Το συγκεκριμένο εκλογικό σύστημα ευνοεί τα μεγάλα κόμματα, καθώς οι μικρότεροι πολιτικοί σχηματισμοί δυσκολεύονται να εξασφαλίσουν έδρες και εκπροσώπηση.
Παράλληλα, οι Δημοκρατικοί και οι Ρεπουμπλικανοί διαθέτουν ένα εκτεταμένο δίκτυο οργανώσεων σε ολόκληρη τη χώρα, σημαντικούς οικονομικούς πόρους και ισχυρή παρουσία σε όλα τα επίπεδα της πολιτικής ζωής. Έτσι, οι ανεξάρτητοι υποψήφιοι και τα μικρότερα κόμματα αντιμετωπίζουν μεγάλες δυσκολίες στην προσπάθειά τους να αποκτήσουν ουσιαστική πολιτική επιρροή.
Αυτό δεν σημαίνει ότι στις ΗΠΑ δεν υπάρχουν άλλα κόμματα. Το Πράσινο Κόμμα (Green Party) και το Ελευθεριακό Κόμμα (Libertarian Party), μεταξύ άλλων, συμμετέχουν στις εκλογές και προβάλλουν τις δικές τους πολιτικές προτάσεις. Ωστόσο, δεν έχουν καταφέρει να αποκτήσουν την εκλογική δύναμη που θα τους επέτρεπε να αμφισβητήσουν την κυριαρχία των δύο μεγάλων κομμάτων.
Πηγή: tanea.gr





