Το φως του απογεύματος γλιστρά στις προσόψεις των κτιρίων, ενώ τα καφέ γεμίζουν με φωνές, έντονες συζητήσεις μεταξύ των φοιτητών και τον διακριτικό ήχο των φλιτζανιών Diemme που ακουμπούν στα τραπέζια. Στην Πάντοβα, η ομορφιά δεν επιδιώκει να εντυπωσιάσει, απλά υπάρχει –όπως σε όλη την Ιταλία.
Ένας ιδιαίτερος ρυθμός χτυπάει στην καρδιά του ιταλικού Βορρά, που συνδυάζει τη ζωντάνια μιας πανεπιστημιούπολης (εδώ βρίσκεται ένα από τα παλαιότερα πανεπιστήμια του κόσμου, το οποίο ιδρύθηκε το 1222) με τη γαλήνη μιας πόλης που δεν έχει χάσει την επαφή της με τις παραδόσεις της.
Οι μικρές απολαύσεις αποκτούν έξτρα αξία στην Πάντοβα: ένας περίπατος χωρίς προορισμό, ένα Spritz με φίλους, μια συζήτηση που παρατείνεται περισσότερο απ’ όσο είχε αρχικά υπολογιστεί, ένας εσπρέσο στα πεταχτά.
Είναι περίεργο, αλλά εδώ δε μοιάζει κανείς να βιάζεται. Αφορμή για να γνωρίσουμε την όμορφη αυτή πόλη στάθηκε ένα δημοσιογραφικό ταξίδι στο Roastery του Caffè Diemme, μιας οικογενειακής παράδοσης που ωριμάζει στον χρόνο.
Η άφιξη στο Hotel Europa και το δείπνο στο εστιατόριο Memmo έκλεισαν ιδανικά την πρώτη ημέρα της αποστολής –στα προτεινόμενα η καρμπονάρα και το τιραμισού. Η Beatrice στον ρόλο της έμπειρης ομαδάρχισσας οδήγησε τις διαδρομές μας στην πόλη, ενώ η κουβέντα πήγαινε από τα αξιοθέατα στους κόκκους του καφέ και πάλι πίσω.
Απογευματινή ώρα στην Πάντοβα. Ώρα για έναν ακόμη εσπρέσο ή ένα Spritz.
Ο Romeo Dubbini στον κόσμο του καφέ
Η κληρονομιά της οικογένειας Dubbini γεννήθηκε στην καρδιά της Ιταλίας, στην ήρεμη καθημερινότητα της Πάντοβας, εκεί όπου η ιστορία παραμένει ζωντανή στα παλιά δρομάκια και το άρωμα του εσπρέσο πλανιέται στον πρωινό αέρα, μια ξεχωριστή ιστορία ξεκίνησε το 1927.
Ήταν ο Romeo Dubbini, ένας άνθρωπος που, με το επιχειρηματικό του πνεύμα, μετέτρεψε την έλξη του για τον καφέ σε μια απαράμιλλη γεύση που συνεχίζεται από γενιά σε γενιά.
Η πορεία του Romeo στον κόσμο του καφέ ξεκίνησε σχεδόν τυχαία. Αφού πρώτα ασχολήθηκε με το εμπόριο υφασμάτων, ανακάλυψε τις δυνατότητες της επεξεργασίας και του καβουρδίσματος του καφέ κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψής του στη Βενετία, μια πόλη όπου ο καφές αποτελούσε ήδη αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινής ζωής.
Εμπνευσμένος από όσα αντίκρισε, επέστρεψε στην Πάντοβα με το όραμα να δημιουργήσει κάτι διαχρονικό, κάτι που θα έφερνε τους ανθρώπους πιο κοντά μέσα από την απλή, αλλά ξεχωριστή, ιεροτελεστία του καφέ.
Η πορεία του Romeo στον κόσμο του καφέ ξεκίνησε σχεδόν τυχαία. Αφού πρώτα ασχολήθηκε με το εμπόριο υφασμάτων, ανακάλυψε τις δυνατότητες της επεξεργασίας και του καβουρδίσματος του καφέ κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψής του στη Βενετία

Το Roastery του Diemme.
Το όραμα του πατέρα
Μαζί με τον επιχειρηματικό του συνεργάτη, Malagoli, ίδρυσε μια επιχείρηση καβουρδίσματος, η οποία αρχικά έφερε την ονομασία D.M. Σύντομα, η συνεργασία εξελίχθηκε και το όνομα Diemme συνδέθηκε άρρηκτα με την επιχειρηματική πορεία της οικογένειας Dubbini.
Οι πρώτες εγκαταστάσεις άνοιξαν τον Σεπτέμβριο του 1927 και η παραγωγή ξεκίνησε τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς. Αυτό που άρχισε ως μια επιχειρηματική πρωτοβουλία εξελίχθηκε σταδιακά σε μια οργανωμένη επιχείρηση καφέ, θεμελιωμένη στην τεχνογνωσία, την αποφασιστικότητα και το ένστικτο της δημιουργίας.
Ωστόσο, η ιστορία της Diemme δεν αφορούσε ποτέ αποκλειστικά τους κόκκους, τις μηχανές ή το εμπόριο. Αφορούσε τη συνέχεια.
Το 1958, ο γιος του Romeo, Giulio, ανέλαβε τα ηνία της επιχείρησης, κληρονομώντας όχι μόνο μια εταιρεία, αλλά και την ευθύνη να διαφυλάξει το όραμα του πατέρα του. Υπό την καθοδήγησή του, η εταιρεία πέρασε σε μια νέα εποχή.
Το 1964 ακολούθησε η δημιουργία νέων κεντρικών εγκαταστάσεων, σηματοδοτώντας τις φιλοδοξίες μιας επιχείρησης που ήταν πλέον έτοιμη να ξεπεράσει τα αρχικά της όρια. Η ουσία, ωστόσο, παρέμεινε αναλλοίωτη: η αφοσίωση στον καφέ, με την υπομονή και την ακρίβεια που χαρακτηρίζουν την ιταλική τέχνη.

Giannandrea και ο Federico Dubbini

Το νέο, μίνιμαλ λογότυπο του καφέ Diemme.
Η συνέχεια και το νέο, μίνιμαλ λογότυπο
Και τότε ήρθε η τρίτη γενιά. Το 1997, τα εγγόνια του Romeo, ο Giannandrea και ο Federico Dubbini, ανέλαβαν τη διοίκηση, οδηγώντας το οικογενειακό όνομα σε έναν κόσμο που άλλαζε. Η πρόκλησή τους ήταν να τιμήσουν την παράδοση χωρίς να εγκλωβιστούν σε αυτήν.
Καθώς η κουλτούρα του καφέ εξαπλωνόταν διεθνώς, η Diemme εξελίχθηκε πέρα από το καβούρδισμα, επεκτεινόμενη σε νέες αγορές, καφέδες ειδικής επιλογής, επαγγελματική εκπαίδευση και σύγχρονες εμπειρίες καφεστίασης.
Κάθε γενιά πρόσθεσε το δικό της κεφάλαιο, όμως η βαθύτερη ιστορία παραμένει εκπληκτικά απλή. Ένας άνθρωπος ανακάλυψε ένα πάθος, μια οικογένεια το καλλιέργησε και ο χρόνος το μετέτρεψε σε κληρονομιά

Κι όμως, μέσα σε αυτή τη μετάβαση, η οικογενειακή ιστορία παρέμεινε στην καρδιά του brand. Ίσως πουθενά αλλού αυτό δεν αποτυπώνεται τόσο όμορφα όσο στα χαρμάνια Romeo και Emma, που πήραν το όνομά τους από τον Romeo και τη σύζυγό του, Emma.
Μέσα από αυτούς τους καφέδες, το παρελθόν αποκτά υλική υπόσταση, γίνεται ένας φόρος τιμής στους ανθρώπους που διαμόρφωσαν την εταιρεία και των οποίων η κληρονομιά εξακολουθεί να εμπνέει το παρόν της.
Σήμερα, η Caffè Diemme με νέο, πιο μίνιμαλ λογότυπο, αντιπροσωπεύει κάτι περισσότερο από μια ιταλική παράδοση καφέ που διαμορφώνεται εδώ και σχεδόν έναν αιώνα. Εκφράζει τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην κληρονομιά και την ανανέωση, ανάμεσα στην οικειότητα μιας οικογενειακής επιχείρησης και στους ευρύτερους ορίζοντες μιας διεθνούς παρουσίας.

O Paulo μας εξηγεί τα πάντα για την αναζήτηση της γεύσης του Diemme.

Ώρα για cupping.
Η ώρα του μαθήματος – Κατάδυση στην premium γεύση
Κάθε γενιά πρόσθεσε το δικό της κεφάλαιο, όμως η βαθύτερη ιστορία παραμένει εκπληκτικά απλή. Ένας άνθρωπος ανακάλυψε ένα πάθος, μια οικογένεια το καλλιέργησε και ο χρόνος το μετέτρεψε σε κληρονομιά.
Και ίσως αυτή να είναι η πραγματική μαγεία της Caffè Diemme: όχι απλώς η τέχνη του καβουρδίσματος του καφέ, αλλά η τέχνη του να κρατάς μια ιστορία ζωντανή, με κάθε φλιτζάνι, κάθε γενιά και κάθε καινούργιο πρωινό ανατολής του ηλίου.

Η ομάδα κρούσης των δημοσιογράφων στη Diemme: Κατερίνα Παπαγεωργιάδη a.k.a Dudette, Βασίλης Δημαράς, Ντενίσα Μπαϊρακτάρη, Γιώτα Παναγιώτου κι εγώ.
Όλα αυτά και άλλα τόσα μάθαμε κατά την επίσκεψή μας στο Diemme Roastery. Tο highlight όμως ήταν η εμπειρία του cupping, υπό την λεπτομερή καθοδήγηση του Paulo. Πέρα από τον βασικό διαχωρισμό μεταξύ των δύο ποικιλιών καφέ, Arabica και Robusta, μάθαμε (όσοι δε γνώριζαν ήδη) να ξεχωρίζουμε τη σύσταση, το σώμα, το άρωμα και την επίγευση κάθε χαρμανιού.
Για παράδειγμα, ο Arabica έχει γλυκό, απαλό και αρωματικό χαρακτήρα με νότες από φρούτα, λουλούδια, εσπεριδοειδή ή καραμέλα, και πιο ευχάριστη οξύτητα, ενώ ο Robusta έχει πιο έντονη, πικρή, βαριά και γήινη γεύση, συχνά με νότες σοκολάτας.
Το γεύμα στο Diemme’s restaurant σφράγισε μια γαστριμαργική περιπλάνηση –στα προτεινόμενα το steak μοσχαριού και η αφράτη φοκάτσια.

Οι τοιχογραφίες καλύπτουν σχεδόν ολόκληρο το εσωτερικό του ναού και αφηγούνται σκηνές από τη ζωή της Παναγίας και του Ιησού Χριστού, από τη Γέννηση έως τη Σταύρωση και την Ανάσταση.
Η μεγάλη καινοτομία του Τζιότο – Ώρα περισυλλογής
Το Παρεκκλήσι των Σκροβένι (Cappella degli Scrovegni) βρίσκεται στην Πάντοβα της Ιταλίας και αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της παγκόσμιας τέχνης.
Χτίστηκε στις αρχές του 14ου αιώνα, με πρωτοβουλία του Ενρίκο Σκροβένι, και είναι παγκοσμίως γνωστό για τις μοναδικές τοιχογραφίες του μεγάλου ζωγράφου Τζιότο (Giotto), που ολοκληρώθηκαν περίπου το 1305.
Οι τοιχογραφίες καλύπτουν σχεδόν ολόκληρο το εσωτερικό του ναού και αφηγούνται σκηνές από τη ζωή της Παναγίας και του Ιησού Χριστού, από τη Γέννηση έως τη Σταύρωση και την Ανάσταση. Ξεχωρίζει η εντυπωσιακή παράσταση της Τελικής Κρίσης στον δυτικό τοίχο.
Η μεγάλη καινοτομία του Τζιότο ήταν ότι έδωσε στις μορφές ανθρώπινη έκφραση, συναίσθημα, κίνηση και βάθος, ξεφεύγοντας από την πιο αυστηρή βυζαντινή τεχνοτροπία.
Η επίσκεψή μας εκεί, μας άφησε άφωνους κι ανατριχιασμένους όχι μόνο για την ομορφιά του μνημείου, αλλά και γιατί μας έφερε σε άμεση επαφή με τη στιγμή που η ευρωπαϊκή ζωγραφική άρχισε να αλλάζει ριζικά

Το πρώτο φιλί στην ιστορία της Τέχνης.
Γιατί είναι τόσο σημαντικό;
Θεωρείται ένα από τα πρώτα αριστουργήματα της δυτικής ζωγραφικής και ένας από τους σημαντικότερους προδρόμους της Αναγέννησης. Το 2021 εντάχθηκε στον κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO, στο πλαίσιο της σειράς των τοιχογραφιών του 14ου αιώνα στην Πάντοβα.
Μια μικρή λεπτομέρεια: Το γαλάζιο χρώμα που κυριαρχεί στην οροφή του παρεκκλησίου δημιουργεί την αίσθηση ενός έναστρου ουρανού και κάνει τον επισκέπτη να αισθάνεται σαν να βρίσκεται μέσα σε έναν ουράνιο χώρο.
Η επίσκεψή μας εκεί, μας άφησε άφωνους κι ανατριχιασμένους όχι μόνο για την ομορφιά του μνημείου, αλλά και γιατί μας έφερε σε άμεση επαφή με τη στιγμή που η ευρωπαϊκή ζωγραφική άρχισε να αλλάζει ριζικά.

Η πόλη δεν ακολουθεί τον συνηθισμένο ρυθμό των μητροπόλεων, μοιάζει να κινείται με τον δικό της χρόνο, ανάμεσα στον ήχο των καμπανών, το απαλό πλατάγισμα του νερού και το αργό γλίστρημα των γονδολών.
Επόμενη μέρα: Βενετία
Ίσως να μην υπάρχει άνθρωπος που έχει αντικρίσει για πρώτη φορά τη Βενετία και δεν έχει δακρύσει -μοιάζει με ένα όνειρο που επέλεξε να κατοικήσει πάνω στο νερό. Κάθε γωνιά της κρύβει μια ιστορία, κάθε πλατεία ψιθυρίζει μυστικά περασμένων αιώνων και κάθε πέρασμα οδηγεί σε έναν μικρό, απρόσμενο κόσμο.
Η πόλη δεν ακολουθεί τον συνηθισμένο ρυθμό των μητροπόλεων, μοιάζει να κινείται με τον δικό της χρόνο, ανάμεσα στον ήχο των καμπανών, το απαλό πλατάγισμα του νερού και το αργό γλίστρημα των γονδολών.
Η καθημερινή ζωή στη Βενετία έχει μια ιδιαίτερη γοητεία, καθώς η ομορφιά συνυπάρχει με τις απλές συνήθειες των ανθρώπων της. Τα πρωινά ξεκινούν με τον αρωματικό καφέ σε μικρά συνοικιακά καφέ, ενώ οι κάτοικοι διασχίζουν τις γέφυρες, κάνουν τα ψώνια τους στις τοπικές αγορές και ανταλλάσσουν κουβέντες στις μικρές πλατείες.
Οι μετακινήσεις γίνονται με τα πόδια ή με τα χαρακτηριστικά βαπορέτι, τα πλωτά μέσα μεταφοράς που διασχίζουν το Μεγάλο Κανάλι. Η παρουσία των ορδών των επισκεπτών ωστόσο έχει αλλάξει τη ζωή της, πολλοί μόνιμοι κάτοικοι εγκατέλειψαν την υγρή πόλη τους αφήνοντάς την στους επισκέπτες ως μουσείο.
Μεγάλες στοές, οξυκόρυφα τόξα, περίτεχνα κιονόκρανα και εντυπωσιακή πρόσοψη από λευκό και ροζ μάρμαρο. Στο εσωτερικό του βρίσκονται πολυτελείς αίθουσες, διακοσμημένες με τοιχογραφίες, γλυπτά και έργα σπουδαίων καλλιτεχνών, όπως ο Τιντορέτο και ο Βερονέζε

Η ιστορία του παλατιού ξεκινά περίπου τον 9ο αιώνα, όταν κατασκευάστηκε ένα πρώτο κτίριο που λειτουργούσε ως κατοικία του Δόγη, δηλαδή του ανώτατου άρχοντα της Βενετίας.
Το Παλάτι των Δόγηδων είναι βουτηγμένο στο χρυσό
Το Παλάτι των Δόγηδων (Palazzo Ducale) αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα και εντυπωσιακότερα ιστορικά μνημεία της Βενετίας. Βρίσκεται στην πλατεία του Αγίου Μάρκου, δίπλα στη διάσημη βασιλική του Αγίου Μάρκου, και αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της βενετσιάνικης γοτθικής αρχιτεκτονικής. Για πολλούς αιώνες υπήρξε το κέντρο της πολιτικής, διοικητικής και δικαστικής εξουσίας της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας.
Η ιστορία του παλατιού ξεκινά περίπου τον 9ο αιώνα, όταν κατασκευάστηκε ένα πρώτο κτίριο που λειτουργούσε ως κατοικία του Δόγη, δηλαδή του ανώτατου άρχοντα της Βενετίας. Με την πάροδο των αιώνων, το κτίριο υπέστη πολλές καταστροφές, πυρκαγιές και ανακατασκευές. Η σημερινή του μορφή διαμορφώθηκε κυρίως κατά τον 14ο και τον 15ο αιώνα, όταν η Βενετία βρισκόταν στο απόγειο της οικονομικής και πολιτικής της δύναμης.
Μεγάλες στοές, οξυκόρυφα τόξα, περίτεχνα κιονόκρανα και εντυπωσιακή πρόσοψη από λευκό και ροζ μάρμαρο. Στο εσωτερικό του βρίσκονται πολυτελείς αίθουσες, διακοσμημένες με τοιχογραφίες, γλυπτά και έργα σπουδαίων καλλιτεχνών, όπως ο Τιντορέτο και ο Βερονέζε.

Η ξεναγός μας φρόντισε να μας διευκρινίσει ότι ο Τζιάκομο Καζανόβα φυλακίστηκε, επίσης, διαβόητες μολυβδοσκέπαστες φυλακές που βρίσκονται κάτω από την οροφή του Παλατιού των Δόγηδων, γεγονός που έκανε τα κελιά ασφυκτικά καυτά το καλοκαίρι και παγερά το χειμώνα.
Ο εντυπωσιακός πίνακας του Τιντορέτο «Ο Παράδεισος» και ο Καζανόβα
Μία από τις σημαντικότερες αίθουσες είναι η Αίθουσα του Μεγάλου Συμβουλίου (Sala del Maggior Consiglio), όπου συνεδρίαζαν οι εκπρόσωποι της βενετσιάνικης αριστοκρατίας. Εκεί βρίσκεται και ο εντυπωσιακός πίνακας του Τιντορέτο «Ο Παράδεισος», ένας από τους μεγαλύτερους ελαιογραφικούς πίνακες στον κόσμο.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν επίσης οι φυλακές του παλατιού και η περίφημη Γέφυρα των Στεναγμών. Η γέφυρα συνδέει το Παλάτι των Δόγηδων με τις Νέες Φυλακές και πήρε το όνομά της από την παράδοση σύμφωνα με την οποία οι κρατούμενοι αναστέναζαν καθώς περνούσαν από εκεί, βλέποντας για τελευταία φορά τη Βενετία πριν φυλακιστούν.
Η ξεναγός μας φρόντισε να μας διευκρινίσει ότι ο Τζιάκομο Καζανόβα φυλακίστηκε, επίσης, διαβόητες μολυβδοσκέπαστες φυλακές που βρίσκονται κάτω από την οροφή του Παλατιού των Δόγηδων, γεγονός που έκανε τα κελιά ασφυκτικά καυτά το καλοκαίρι και παγερά το χειμώνα.
Για την ιστορία να πούμε ότι στις 31 Οκτωβρίου 1756, μετά από περίπου 15 μήνες κράτησης, ο Καζανόβα πραγματοποίησε μια θεαματική απόδραση μαζί με έναν άλλο κρατούμενο, τον ιερέα Μπάλντι -ανοίξανε τρύπα στην οροφή και διέφυγαν από τα κεραμίδια.
Πριν τα φιλιά και τα arrivederci καθίσαμε για ένα ελαφρύ γεύμα δια χειρός του σεφ Alberto Fol στο ανυπέρβλητο ξενοδοχείο Gritti Palace

Η Beatrice, ο φύλακας-άγγελός μας.
Φιλιά από το Hotel Gritti Palace –Φτάνοντας με βαπορέτο στο αεροδρόμιο
Πριν τα φιλιά και τα arrivederci καθίσαμε για ένα ελαφρύ γεύμα δια χειρός του σεφ Alberto Fol στο ανυπέρβλητο ξενοδοχείο Gritti Palace.
Το αρχικό παλάτι χτίστηκε τον 14ο αιώνα. Αναδιαμορφώθηκε σε βενετσιάνικο γοτθικό ύφος για λογαριασμό της οικογένειας Πισάνι το 1475. Το 1525, έγινε η ιδιωτική κατοικία του δόγη Αντρέα Γκρίτι.
Η δεύτερη πρόσοψη που βλέπει προς το Κάμπο σχεδιάστηκε τον 16ο αιώνα. Η πρόσοψη που βλέπει προς το κανάλι είχε κάποτε τοιχογραφίες του Τζορτζόνε, οι οποίες έχουν πλέον χαθεί. Στα τέλη του 19ου αιώνα προστέθηκε ένας επιπλέον όροφος.
Το παλάτι παρέμεινε ιδιωτική κατοικία κατά τον 19ο αιώνα, αλλά φιλοξενούσε και επισκέπτες έναντι αμοιβής. Ο Τζον Ράσκιν και η σύζυγός του Έφι έζησαν στο Παλάτσο Γκρίτι ενώ ο ίδιος έγραφε το έργο «Οι πέτρες της Βενετίας».
Το 1895 μετατράπηκε σε ξενοδοχείο, συνδεδεμένο με ένα γειτονικό ξενοδοχείο. Το 1947 αγοράστηκε από την Compagnia Italiana Grandi Alberghi και μετονομάστηκε σε Gritti Palace Hotel. Το 1994 εντάχθηκε στον όμιλο Starwood. Υπέστη σημαντική ανακαίνιση κατά την περίοδο 2011–2013. Η Starwood εξαγοράστηκε από τη Marriott International το 2016. Το ξενοδοχείο αποτελεί πλέον μέρος της σειράς «The Luxury Collection» της Marriott.
Το πολυτελές ξενοδοχείο διαθέτει 82 δωμάτια, συμπεριλαμβανομένων 10 σουιτών. Διαθέτει δύο εστιατόρια, το «Club del Doge» και το «Gritti Terrace» ακριβώς πάνω στο Μεγάλο Κανάλι, τα οποία προσφέρουν φαγητό, καθώς και το «Bar Longhi» και το «Riva Lounge».
Αρκετές εξωτερικές και εσωτερικές σκηνές της ταινίας «Identification of a Woman» (Η Ταυτότητα μιας Γυναίκας, 1982) του Άντονιονι γυρίστηκαν στο Gritti, όπως και αρκετές σκηνές της ταινίας «Everyone Says I Love You» (Όλοι Λένε σε Αγαπώ, 1996) του Γούντι Άλεν.
Η δε ταράτσα χρησιμοποιήθηκε ως εξωτερικός χώρος της μυστικής κρυψώνας του «Mission Impossible» στην ταινία «Dead Reckoning».
Φτάνοντας με βαπορέτο στο αεροδρόμιο μένουμε με μια αλμυρή γεύση από τη βόλτα στο Μεγάλο Κανάλι και στα γύρω καναλάκια συνδυασμένη με τη γλύκα του λιμοντσέλο και τη φίνα σπιρτάδα του εσπρέσο Diemme.
Πηγή: in.gr





