«Δεν μπορούμε να ζητούμε από τους ανθρώπους να «προχωρήσουν», όσο εκείνοι εξακολουθούν να αγωνίζονται για να μάθουν πώς και γιατί χάθηκαν οι δικοί τους άνθρωποι»
Η Ελισάβετ Μπαρμπαλιού, Ψυχολόγος MSc – Ψυχοθεραπεύτρια, Οικογενειακή Θεραπεύτρια (ECP), Θεραπεύτρια Guided Imagery and Music (GIM), Συγγραφέας, Πρόεδρος και Επιστημονική Υπεύθυνη του Κέντρου Συστημικής Ψυχοθεραπείας και Έρευνας (ΚΕ.ΣΥ.Ψ.Ε.) μιλά στην «Πολιτεία Θεσσαλών» για τη συγγραφή του βιβλίου «Τέμπη: Κατηγορώ – Από την τραγωδία στη λύτρωση» μαζί με τον σύζυγό της, νομικό και δικηγόρο οικογενειών θυμάτων των Τεμπών, Λουκά Αποστολίδη. Το βιβλίο προσφέρει μια διεπιστημονικά τεκμηριωμένη προσέγγιση γύρω από το σιδηροδρομικό δυστύχημα, συνδυάοντας νομικά κείμενα και ψυχοκοινωνική ανάλυση για να αναδείξει τις θεσμικές ευθύνες και το συλλογικό τραύμα.
Συνέντευξη στη Λόλα Γάτσιου από την «Πολιτεία Θεσσαλών» Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2026
Η κ. Μπαρμπαλιού επισημαίνει την ανάγκη να αναδειχθεί η ανθρώπινη διάσταση της τραγωδίας και να συνδεθεί η νομική διερεύνηση με την ψυχοκοινωνική κατανόηση της απώλειας. Βασικό μήνυμα του βιβλίου είναι ότι η αποκατάσταση της αλήθειας και η απόδοση δικαιοσύνης πρέπει να συνοδεύονται από ουσιαστικές κοινωνικές και θεσμικές αλλαγές, ώστε να διασφαλιστεί το «Ποτέ Ξανά».
Το πένθος των οικογενειών επιβαρύνεται από τον αιφνίδιο και βίαιο θάνατο, την απουσία αποχαιρετισμού, την απώλεια νέων ανθρώπων και την παρατεταμένη αβεβαιότητα. Η εκκρεμότητα της δικαστικής διερεύνησης δημιουργεί ένα «πένθος εν αναμονή», καθώς η αναζήτηση της αλήθειας περιορίζει συχνά τη δυνατότητα προσωπικής επεξεργασίας της απώλειας.
Η μετατροπή του πόνου σε δημόσιο αγώνα μπορεί να προσφέρει σκοπό, να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη των θυμάτων και να ενισχύσει την αίσθηση αλληλεγγύης. Ωστόσο, η ενεργός διεκδίκηση δεν σημαίνει ότι το τραύμα έχει ξεπεραστεί, ενώ κάθε άνθρωπος δικαιούται να βιώνει το πένθος με τον δικό του τρόπο.
«Η βαθύτερη πρόκληση των Τεμπών είναι να μην περιοριστούμε σε έναν ακόμη Εθνικό Τύμβο θρήνου, αλλά να κατορθώσουμε, με Μνήμη, Αλήθεια, Δικαιοσύνη και συλλογική Ευθύνη, να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις για μια κοινωνική και πολιτειακή Λύτρωση, όπου το «Ποτέ Ξανά» δεν θα είναι υπόσχεση, αλλά μια νέα πραγματικότητα για τον τόπο μας»
Παράλληλα, η τραγωδία αποτελεί συλλογικό τραύμα, καθώς κλόνισε την εμπιστοσύνη των πολιτών προς το κράτος και τους θεσμούς. Η οργή και η θλίψη παραμένουν έντονες λόγω των αναπάντητων ερωτημάτων, της αίσθησης αδικίας και των διαχρονικών θεσμικών αστοχιών.
Τέλος, η λύτρωση έχει ατομική και συλλογική διάσταση. Προϋποθέτει την αναζήτηση ενός νέου νοήματος ζωής για τους πληγέντες, αλλά και πλήρη διερεύνηση, λογοδοσία, θεσμικές μεταρρυθμίσεις και έμπρακτη προστασία της ανθρώπινης ζωής. Στόχος είναι η τραγωδία να αποτελέσει αφετηρία για μια δικαιότερη, ασφαλέστερη και ανθρωπινότερη κοινωνία.
«Τα Τέμπη δεν άνοιξαν μόνο μία νέα πληγή. Συνήχησαν με διαχρονικά και διαγενεακά ελλείμματα και τραύματα του τόπου μας. Με εμπειρίες πόνου και ανασφάλειας, με επαναλαμβανόμενες θεσμικές αστοχίες, με συλλογικές ματαιώσεις και με την αίσθηση ότι οι κοινωνικές τραγωδίες διαδέχονται η μία την άλλη χωρίς να αξιοποιούνται ουσιαστικά τα διδάγματά τους»

Κυρία Μπαρμπαλιού, πώς γεννήθηκε η ανάγκη να ασχοληθείτε με τη συγγραφή του βιβλίου «Τέμπη: Κατηγορώ – Από την τραγωδία στη λύτρωση» ; Ποιο ήταν το βασικό μήνυμα που θέλατε να μεταφέρετε μέσα από αυτή την προσέγγιση;
Η συμμετοχή μου στη συγγραφή του βιβλίου γεννήθηκε μέσα από μια βαθιά ανθρώπινη και υπαρξιακή ανάγκη, που συνάντησε την επιστημονική μου ιδιότητα. Η Τραγωδία των Τεμπών άγγιξε τόσο προσωπικές, για εμένα, όσο και διαγενεακές μνήμες απώλειας, ενώ η επαφή με τις αφηγήσεις των οικογενειών ανέδειξε την ανάγκη να ακουστεί και να αναγνωριστεί το ανθρώπινο αποτύπωμα αυτής της Τραγωδίας.
Μέσα από τη συνθετική-συστημική προσέγγιση, επιχείρησα, συνεπώς, να φωτίσω τις αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στο ατομικό πένθος, στο οικογενειακό και διαγενεακό τραύμα και στη συλλογική μας πραγματικότητα. Η συνεργασία μου με τον σύζυγό μου και συνήγορο πληγέντων της Τραγωδίας, Λουκά Αποστολίδη, έφερε σε διάλογο δύο διαφορετικές αλλά συμπληρωματικές οπτικές: τη νομική και θεσμική διερεύνηση με την ψυχοκοινωνική κατανόηση της απώλειας.
Το βασικό μας μήνυμα είναι πως, για να γίνει πράξη το «Ποτέ Ξανά», δεν αρκεί μονάχα η αποκατάσταση της αλήθειας και η απόδοση δικαιοσύνης, όσο θεμελιώδεις και αν είναι. Χρειάζεται παράλληλα ένας βαθύτερος ατομικός, κοινωνικός και θεσμικός επαναπροσδιορισμός. Να τολμήσουμε, δηλαδή, να αντικρίσουμε τα διαχρονικά και διαγενεακά μας ελλείμματα, να κατανοήσουμε πώς αναπαράγονται συμπεριφορές, αντιλήψεις και δυσλειτουργίες που υπονομεύουν την ασφάλεια, την εμπιστοσύνη και την κοινωνική συνοχή· κυρίως, όμως, να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις για τη σύνθεση των διαφορετικών οπτικών, όπως επιχειρείται συμβολικά και ουσιαστικά μέσα στο ίδιο το βιβλίο, οικοδομώντας, κατ’ επέκταση, κοινωνικά περιβάλλοντα που δεν θα διχάζουν, αλλά θα συνθέτουν· που θα ενώνουν τη λογική με το συναίσθημα, το δίκαιο με την ανθρωπιά, την ευθύνη με τη φροντίδα, με επίκεντρο τον άνθρωπο στην ολότητά του και με προοπτική μια δικαιότερη, ασφαλέστερη και ανθρωπινότερη Πολιτεία.
Για τις οικογένειες που έχασαν τους ανθρώπους τους στα Τέμπη, η απώλεια συνοδεύεται από την αναζήτηση της αλήθειας και της δικαιοσύνης. Πώς επηρεάζει το πένθος όταν τα ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα και η δικαστική διαδικασία βρίσκεται σε εξέλιξη;
Στο βιβλίο αναλύουμε διεξοδικά τις ιδιοτυπίες, τις ιδιαίτερες δηλαδή συνθήκες που διαφοροποιούν το πένθος των Τεμπών από άλλες εμπειρίες απώλειας και το δυναμοποιούν.
Πρόκειται για έναν βίαιο θάνατο, μια τραυματική συνθήκη στην οποία όμως συνυπάρχουν πολλαπλοί άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες, μεταξύ άλλων: το αιφνίδιο χωρίς δυνατότητα αποχαιρετισμού, η απώλεια παιδιών και νέων ανθρώπων, οι πολλαπλές απώλειες σε οικογένειες και στον κοινωνικό ιστό, η δημόσια έκθεση της οδύνης, η παρατεταμένη αβεβαιότητα και η εμπλοκή των συγγενών σε μακρόχρονες δικαστικές διαδικασίες.
Ιδιαίτερα οδυνηρή είναι και η αίσθηση ότι η συμφορά θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί. Ο αιφνίδιος θάνατος υπήρξε, παρά τις προειδοποιήσεις για την επικινδυνότητα του σιδηροδρομικού δικτύου. Η αντίφαση αυτή προσθέτει στο πένθος το βάρος της αδικίας και της προδομένης εμπιστοσύνης.
Με τα ερωτήματα, επομένως, να παραμένουν αναπάντητα, ο πενθών έχει να αναμετρηθεί, εκτός από την οριστικότητα της απουσίας, και με μια πραγματικότητα σε εκκρεμότητα.
Σχηματοποιείται έτσι αυτό που στο βιβλίο περιγράφουμε ως «πένθος εν αναμονή». Η ανάγκη αναζήτησης της αλήθειας μπορεί να καταλαμβάνει τόσο μεγάλο μέρος της ψυχικής και καθημερινής ζωής, ώστε να περιορίζεται ο διαθέσιμος χώρος για την προσωπική επεξεργασία της απώλειας.
Η δικαστική διερεύνηση, επομένως, δεν αποτελεί μόνο μια θεσμική διαδικασία. Συνδέεται και με τη βαθύτερη ανθρώπινη ανάγκη κατανόησης του γεγονότος, αναγνώρισης της οδύνης και αποκατάστασης του αισθήματος δικαίου και ασφάλειας.
Δεν μπορούμε να ζητούμε από τους ανθρώπους να «προχωρήσουν», όσο εκείνοι εξακολουθούν να αγωνίζονται για να μάθουν πώς και γιατί χάθηκαν οι δικοί τους άνθρωποι.
Πολλοί συγγενείς θυμάτων έχουν μετατρέψει τον προσωπικό τους πόνο σε δημόσιο αγώνα. Από ψυχολογική σκοπιά, πώς μπορεί ένας άνθρωπος να αντλήσει δύναμη μέσα από μια τόσο βαθιά απώλεια χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχει ξεπεράσει το τραύμα του;
Κατ’ αρχάς, θα ήθελα να επισημάνω πως η δημόσια δράση και η ψυχική οδύνη δεν αποτελούν αντίθετες καταστάσεις. Ένας άνθρωπος μπορεί να αγωνίζεται με αξιοθαύμαστο σθένος και την ίδια στιγμή να βιώνει βαθιά θλίψη, θυμό, αίσθημα ματαιότητας ή απόγνωση. Τα στάδια του πένθους, προείπαμε άλλωστε, πως δεν είναι τοποθετημένα σε μια ευθεία γραμμή.
Μπροστά σε μια συντριπτική απώλεια, ο πενθών σιγά – σιγά προσπαθεί να ανασυστήσει, αν όχι τον προτραυματικό, τουλάχιστον έναν λειτουργικό εαυτό και ένα νόημα. Προσπαθεί να επιστρέψει στις σχέσεις και στις υποχρεώσεις του, ενώ αναζητεί έναν τρόπο να επανακτήσει μέρος της αίσθησης ελέγχου και της δυνατότητάς του να επηρεάζει την πραγματικότητά του.
Η μετατροπή του πόνου σε δράση μπορεί να λειτουργήσει ως μια τέτοια διέξοδος. Προσφέρει προσανατολισμό, αίσθηση σκοπού και συνέχεια στον δεσμό με τον άνθρωπο που χάθηκε. Ο δημόσιος αγώνας γίνεται, ενίοτε, ένας τρόπος για να διατηρηθεί ζωντανή η μνήμη του αγαπημένου προσώπου και, την ίδια στιγμή, για να αποκτήσει η προσωπική οδύνη μια ευρύτερη κοινωνική έκφραση και προοπτική.
Παράλληλα, η κοινωνική ανταπόκριση, η αλληλεγγύη και η αναγνώριση μπορούν να ενισχύσουν το αίσθημα ότι ο πενθών δεν βρίσκεται μόνος απέναντι στην απώλεια.
Ωστόσο δεν πρέπει η ψυχική ανθεκτικότητα να ταυτίζεται με την απουσία πόνου, αλλά ούτε και η ενεργός διεκδίκηση με την υπέρβαση του τραύματος.
Οφείλουμε, συνεπώς, να αναγνωρίσουμε και να σεβαστούμε τις διαφορετικές εκφράσεις του πένθους. Εκείνον που αγωνίζεται δημόσια αλλά και εκείνον που επιλέγει να θρηνήσει σιωπηλά. Και κυρίως, να μη θεωρήσουμε πως οι συγγενείς οφείλουν κατά τη διεργασία αυτή να παραμένουν διαρκώς δυνατοί. Έχουν δικαίωμα στην εξάντληση, στη φροντίδα, στην απόσυρση και στην προσωπική τους ζωή, χωρίς αυτό να μειώνει στο ελάχιστο την αγάπη τους ή το αίτημα της δικαίωσης. Μια δικαίωση που θα δώσει ακόμη μεγαλύτερη προοπτική επανανοηματοδότησης όταν δημιουργηθούν οι κοινωνικές και πολιτειακές προϋποθέσεις για το «Ποτέ ξανά».
Η τραγωδία των Τεμπών συγκλόνισε όχι μόνο τις οικογένειες των θυμάτων, αλλά και ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας. Μπορούμε να μιλήσουμε για ένα συλλογικό τραύμα; Και ποιες είναι οι συνέπειές του στην εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους θεσμούς;
Ασφαλώς μπορούμε. Η Τραγωδία των Τεμπών δεν περιορίζεται στο άθροισμα των ατομικών απωλειών. Αποτελεί ένα βαθύ ψυχοκοινωνικό γεγονός που κλόνισε θεμελιώδεις παραδοχές της συλλογικής μας ζωής.
Όταν ένας άνθρωπος επιβιβάζεται σε ένα τρένο, θεωρεί αυτονόητο ότι υπάρχουν οι αναγκαίοι μηχανισμοί προστασίας. Πρόκειται για μια άρρητη, εσωτερικευμένη συμφωνία εμπιστοσύνης ανάμεσα στον πολίτη και την Πολιτεία, η οποία συνδέεται με την πρωταρχική ανθρώπινη ανάγκη για ασφάλεια. Στα Τέμπη, αυτή η συμφωνία διαρρήχθηκε βίαια. Το πλήγμα, επομένως, δεν αφορά μόνο την εμπιστοσύνη στην ασφάλεια των μεταφορών, αλλά επεκτείνεται στη σχέση του ανθρώπου με το κράτος, τη διακυβέρνηση, τη δικαιοσύνη και τους θεσμούς.
Μέσα από την ψυχοκοινωνική οπτική, θα λέγαμε πως το γεγονός αυτό ενεργοποίησε και βαθύτερες εγγραφές ανασφάλειας, εγκατάλειψης και απουσίας προστασίας, οι οποίες διατρέχουν τη συλλογική μας ιστορία διαγενεακά.
Ο κίνδυνος που παρουσιάζεται είναι να εσωτερικευτεί μια γενικευμένη πεποίθηση ματαιότητας: ότι κανείς δεν μας προστατεύει, κανείς δεν αναλαμβάνει την ευθύνη και τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει.
Αυτό το ρήγμα εμπιστοσύνης απειλεί την κοινωνική συνοχή, ενισχύει την αποξένωση και μπορεί να οδηγήσει είτε σε έντονη κοινωνική πόλωση είτε, αντίθετα, σε παραίτηση από τη συλλογική δράση. Η αποκατάστασή του απαιτεί περισσότερα από διακηρύξεις. Χρειάζεται έμπρακτη αναγνώριση, λογοδοσία, διαφάνεια και θεσμικές αλλαγές που θα επαναφέρουν την εμπιστοσύνη του πολίτη πως η Πολιτεία υπάρχει πρωτίστως για να προστατεύει τη ζωή και την αξιοπρέπειά του.
Έχουν περάσει χρόνια από το δυστύχημα, ωστόσο η οργή, η θλίψη και η ανάγκη για απαντήσεις παραμένουν έντονες. Πώς εξηγείται ψυχολογικά η διάρκεια αυτών των συναισθημάτων;
Το πένθος δεν ακολουθεί ένα ενιαίο χρονοδιάγραμμα, ούτε εξελίσσεται πάντοτε γραμμικά. Πολύ περισσότερο όταν συνδέεται με έναν αιφνίδιο, βίαιο, αποτρεπτό και αποτρεπτέο θάνατο.
Όπως αναλύουμε στο βιβλίο, οι ιδιοτυπίες της Τραγωδίας των Τεμπών δημιουργούν μια ιδιαίτερα σύνθετη τραυματική συνθήκη, στην οποία το αρχικό πλήγμα συνεχίζει να τροφοδοτείται από τις εκκρεμότητες, τις αντιφάσεις, τη δημόσια επανάληψη γεγονότων και την αίσθηση ότι δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί η διαδικασία αναγνώρισης και δικαίωσης. Κάθε νέα πληροφορία, κάθε δικαστική εξέλιξη ή επέτειος μπορεί να επανενεργοποιεί την οδύνη, φέρνοντας το τραυματικό γεγονός ξανά στο παρόν.
Υπάρχει, όμως, και μια βαθύτερη διάσταση. Τα Τέμπη δεν άνοιξαν μόνο μία νέα πληγή. Συνήχησαν με διαχρονικά και διαγενεακά ελλείμματα και τραύματα του τόπου μας. Με εμπειρίες πόνου και ανασφάλειας, με επαναλαμβανόμενες θεσμικές αστοχίες, με συλλογικές ματαιώσεις και με την αίσθηση ότι οι κοινωνικές τραγωδίες διαδέχονται η μία την άλλη χωρίς να αξιοποιούνται ουσιαστικά τα διδάγματά τους.
Ο θυμός, συνεπώς, δεν αφορά αποκλειστικά την απώλεια των 57 συνανθρώπων μας αλλά και τη συνειδητοποίηση ενός ευρύτερου, επαναλαμβανόμενου κοινωνικού μοτίβου. Από ψυχολογική σκοπιά, ο θυμός μπορεί να αποτελέσει έκφραση του πόνου αλλά και αντίδραση στην αδικία και στην απειλή της συλλογικής ασφάλειας.
Το ζητούμενο δεν είναι να σιγήσουν αυτά τα συναισθήματα επειδή πέρασε ο χρόνος, αλλά να βρουν χώρο αναγνώρισης και ουσιαστικής επεξεργασίας.
Να μπορέσουν, μέσα από την αλήθεια, τη δικαιοσύνη και την κοινωνική αυτοκριτική, να μετασχηματιστούν από μια επαναλαμβανόμενη εμπειρία ματαίωσης σε δύναμη συνειδητοποίησης και μετασχηματισμού.
Στον τίτλο του βιβλίου σας υπάρχει η λέξη «λύτρωση». Τι σημαίνει λύτρωση στην περίπτωση των Τεμπών; Μπορεί να υπάρξει πραγματική ανακούφιση για τις οικογένειες και την κοινωνία χωρίς την πλήρη διερεύνηση της υπόθεσης, την απόδοση ευθυνών και τη διασφάλιση ότι μια τέτοια τραγωδία δεν θα επαναληφθεί;
Η λύτρωση, όπως την προσεγγίζουμε στο βιβλίο, έχει δύο αλληλένδετες διαστάσεις: την ατομική και τη συλλογική.
Σε ατομικό επίπεδο, συνδέεται με τη σταδιακή επανάκτηση ενός λειτουργικού νοήματος ζωής. Με τη δυνατότητα του ανθρώπου να επανασυνδεθεί με την καθημερινότητά του, τις σχέσεις του, τις ανάγκες και τις επιθυμίες του, χωρίς η απώλεια να καταλαμβάνει ολόκληρο τον ψυχικό του κόσμο.
Αυτή η μετατόπιση δεν συνεπάγεται λήθη, ούτε απόλυτη επιστροφή στον προτραυματικό εαυτό. Μια τόσο βαθιά απώλεια μπορεί να μεταβάλει οριστικά την προσωπική ταυτότητα και την αντίληψη του ανθρώπου για τον κόσμο και τη ζωή. Η λύτρωση εντοπίζεται, ενδεχομένως, στη δυνατότητα να ενσωματωθούν η τραυματική του εμπειρία και η νέα θέασή του στην προσωπική του ιστορία λειτουργικά, χωρίς να τον καθηλώνουν ολοκληρωτικά στο πέλαγος της οδύνης.
Η δικαστική δικαίωση αποτελεί ένα καίριο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση. Η πλήρης διερεύνηση, η απόδοση ευθυνών και η ουσιαστική λογοδοσία μπορούν να συμβάλουν στην αποκατάσταση του πληγωμένου αισθήματος δικαίου, ασφάλειας και εμπιστοσύνης στους θεσμούς. Πρόκειται για θεμελιώδεις προϋποθέσεις τόσο της ατομικής όσο και της κοινωνικής συνοχής, που μπορούν να λειτουργήσουν ως αντίβαρο στην αβοηθησία και στο αίσθημα ματαιότητας.
Ωστόσο, η δικαστική δικαίωση, όσο αναγκαία και αν είναι, δεν αποτελεί από μόνη της το σύνολο της Λύτρωσης. Υπάρχει και μια ευρύτερη κοινωνική διάσταση. Η ανταπόκριση της κοινωνίας και η ανάληψη της ευθύνης από την Πολιτεία, με νομοθετικές πρόνοιες και πράξεις που θα προστατεύουν τη ζωή, μπορούν να δημιουργήσουν τις συνθήκες ενός βαθύτερου συλλογικού μετασχηματισμού. Μια δικαιότερη, ασφαλέστερη και ανθρωπινότερη Πολιτεία μπορεί να αποτελέσει τον ωριμότερο και γλυκύτερο καρπό της κοινωνικής μας αυτογνωσίας μέσα από την Τραγωδία.
Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η επίγνωση ότι ο αγώνας τους συνέβαλε ώστε να προστατευθούν άλλες ανθρώπινες ζωές μπορεί να προσφέρει στους συγγενείς και στους επιζώντες μια νέα, αναπλαισιωτική προοπτική νοήματος, συμβάλλοντας ενδεχομένως και στον ενδοψυχικό μετασχηματισμό του τραύματός τους. Ο άνθρωπος μπορεί, ακόμη και μέσα από το ανεπανόρθωτο, να αναζητήσει μια νέα ουσιαστική σχέση με τη ζωή.
Αυτή, θεωρώ, είναι και η βαθύτερη πρόκληση των Τεμπών: να μην περιοριστούμε σε έναν ακόμη Εθνικό Τύμβο θρήνου, αλλά να κατορθώσουμε, με Μνήμη, Αλήθεια, Δικαιοσύνη και συλλογική Ευθύνη, να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις για μια κοινωνική και πολιτειακή Λύτρωση, όπου το «Ποτέ Ξανά» δεν θα είναι υπόσχεση, αλλά μια νέα πραγματικότητα για τον τόπο μας.
Βιογραφικό
Η Ελισάβετ Μπαρμπαλιού είναι Ψυχολόγος MSc, Ψυχοθεραπεύτρια, Οικογενειακή Θεραπεύτρια (ECP) με πολυετή κλινική εμπειρία.
Είναι Πρόεδρος και Επιστημονική Υπεύθυνη του Κέντρου Συστημικής Ψυχοθεραπείας και Έρευνας (ΚΕ.ΣΥ.Ψ.Ε.), το οποίο παρέχει ψυχοθεραπευτικές υπηρεσίες σε άτομα, ζευγάρια, οικογένειες και ομάδες, ενώ παράλληλα δραστηριοποιείται ενεργά στη διερεύνηση των πολυεπίπεδων ψυχοκοινωνικών φαινομένων της σύγχρονης πραγματικότητας.
Σπούδασε Κλινική και Εργασιακή Ψυχολογία στο Université Nanterre Paris X, στο Παρίσι, ενώ ειδικεύτηκε, διαδοχικά, σε ζητήματα έρευνας στο INRP του Παρισιού, στη Συστημική Ψυχοθεραπεία Ατόμων, Ομάδων και Οικογένειας καθώς και στη θεραπευτική μέθοδο Guided Imagery and Music (GIM).
Αρθρογραφεί σε επιστημονικά περιοδικά και στον ημερήσιο τύπο. Είναι συγγραφέας των βιβλίων: «Η επιστροφή του άνδρα» (Πεδίο: 2017) και «Γεννήθηκα στον Βορρά, μεγάλωσες στον Νότο» (Πεδίο: 2022), ενώ συμμετείχε και στο συλλογικό σύγγραμμα: «Το Σώμα: Αναπαραστάσεις, σεξουαλικότητα, ασθένειες, πάθη, πολιτισμικές και ανθρωπολογικές εκφάνσεις» (Αρμός, 2024). Έργα, μέσα από τα οποία αναδεικνύεται το διαρκές ενδιαφέρον της για την ταυτότητα, τις σχέσεις και τις βαθύτερες υπαρξιακές αγωνίες του ανθρώπου. Ιστοσελίδα: psychotherapycenter.gr.








