Ελληνικές εξαγωγές: Τι ζητά η Ευρώπη και τι πουλάμε εμείς – Το παράδοξο που αποκαλύπτει το ΙΟΒΕ –

Ελληνικές εξαγωγές: Τι ζητά η Ευρώπη και τι πουλάμε εμείς – Το παράδοξο που αποκαλύπτει το ΙΟΒΕ - Οικονομικός Ταχυδρόμος

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης

Πρόσθεσε το formedia.gr στη Google

Η Ελλάδα ενισχύει τις εμπορικές σχέσεις της με την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά η σύνθεση των εξαγωγών της εξακολουθεί να ανταποκρίνεται λιγότερο στην ευρωπαϊκή ζήτηση σε σχέση με τις περισσότερες χώρες-μέλη. Μάλιστα, σε σύγκριση με πριν από είκοσι χρόνια, η αντιστοίχιση αυτή έχει επιδεινωθεί, αναδεικνύοντας την ανάγκη αλλαγών στο παραγωγικό και εξαγωγικό μείγμα της οικονομίας.

Το εύρημα προκύπτει από ειδική ανάλυση του ΙΟΒΕ για την ένταση και τη συμπληρωματικότητα του εμπορίου αγαθών Ελλάδας–ΕΕ. Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η περαιτέρω αξιοποίηση της ενιαίας αγοράς απαιτεί διαφοροποίηση προς προϊόντα που οι ευρωπαϊκές οικονομίες εισάγουν περισσότερο.

Χαμηλή αντιστοίχιση με την ευρωπαϊκή ζήτηση

Ο δείκτης εμπορικής συμπληρωματικότητας εξετάζει πόσο ταιριάζει η σύνθεση των εξαγωγών μιας χώρας με τη σύνθεση των εισαγωγών της αγοράς στην οποία απευθύνεται.

Για την Ελλάδα διαμορφώνεται στις 59 μονάδες, με χαμηλότερες επιδόσεις μεταξύ των κρατών-μελών να καταγράφουν μόνο η Κύπρος, η Ιρλανδία, η Μάλτα και η Σλοβενία.

Η θέση αυτή δείχνει ότι το ελληνικό εξαγωγικό καλάθι ανταποκρίνεται λιγότερο στην ενδοκοινοτική ζήτηση από ό,τι εκείνο των περισσότερων ευρωπαϊκών οικονομιών.

Το σημαντικότερο είναι η διαχρονική εξέλιξη: ενώ στον μέσο όρο των χωρών ο δείκτης συμπληρωματικότητας δεν εμφανίζει μεταβολή σε σχέση με είκοσι χρόνια πριν, στην Ελλάδα υποχωρεί.

Επομένως, η διεύρυνση των εμπορικών σχέσεων δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχη βελτίωση της προσαρμογής των εξαγωγών στις ανάγκες της ευρωπαϊκής αγοράς.

Ισχυροί δεσμοί, αλλά περιθώρια εμβάθυνσης

Η εικόνα είναι διαφορετική στον δείκτη έντασης εμπορίου. Εκεί η Ελλάδα καταγράφει 204 μονάδες, κάτι που σημαίνει ότι το μερίδιο των εξαγωγών της προς την ΕΕ είναι περίπου διπλάσιο από εκείνο που θα προέκυπτε με βάση το βάρος της ευρωπαϊκής αγοράς στο παγκόσμιο εμπόριο.

Αυτό συνδέεται με τη γεωγραφική εγγύτητα, την απουσία δασμών και τη συμμετοχή στην ενιαία αγορά. Ωστόσο, ο ελληνικός δείκτης παραμένει χαμηλότερος από τον μέσο όρο των κρατών-μελών, υποδηλώνοντας περιθώρια περαιτέρω αξιοποίησης των ευρωπαϊκών εμπορικών δεσμών.

Οι δύο δείκτες μετρούν διαφορετικά χαρακτηριστικά: μια χώρα μπορεί να έχει έντονο εμπόριο με την ΕΕ χάρη στη γεωγραφία και στις εφοδιαστικές αλυσίδες, χωρίς η συνολική παραγωγική της διάρθρωση να αντιστοιχεί εξίσου καλά στην ευρωπαϊκή ζήτηση.

Μικρότερο το ευρωπαϊκό μερίδιο στις ελληνικές συναλλαγές

Σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, το ενδοκοινοτικό εμπόριο παραμένει περίπου στο 60% του συνολικού εμπορίου των κρατών-μελών τα τελευταία τριάντα χρόνια. Παράλληλα, ως ποσοστό του συνολικού ΑΕΠ της ΕΕ αυξήθηκε από 32% το 1995 σε 44% το 2025.

Για την Ελλάδα, το μερίδιο των συναλλαγών με τους υπόλοιπους ευρωπαϊκούς εταίρους μειώθηκε από 63% το 1999 σε 56% το 2025.

Η πορεία παρουσίασε σημαντικές διακυμάνσεις λόγω της κρίσης χρέους και της ενεργειακής κρίσης. Η τελευταία επηρεάζει ιδιαίτερα την εικόνα, καθώς μεγάλο μέρος των καυσίμων εισάγεται από χώρες εκτός ΕΕ.

Οι κλάδοι με ισχυρό ευρωπαϊκό προσανατολισμό

Η ανάλυση ανά προϊόν αναδεικνύει σημαντικές διαφοροποιήσεις.

Στην αγροδιατροφή, ισχυρή ένταση εμπορίου με την ΕΕ εμφανίζουν τα δημητριακά, τα λίπη και έλαια, το κρέας, οι ελαιούχοι σπόροι και τα ψάρια. Χαμηλότερα από τον συνολικό ελληνικό δείκτη βρίσκονται, μεταξύ άλλων, τα γαλακτοκομικά και οι παρασκευές λαχανικών και φρούτων.

Ισχυρός ευρωπαϊκός προσανατολισμός καταγράφεται επίσης στα λιπάσματα, στις ανόργανες χημικές ουσίες, στα μεταλλεύματα και στον ηλεκτρολογικό εξοπλισμό.

Τα ορυκτά καύσιμα, παρότι αντιπροσωπεύουν περίπου 27% των συνολικών εξαγωγών, εμφανίζουν χαμηλό δείκτη, καθώς σημαντικό μέρος τους κατευθύνεται σε τρίτες χώρες. Αντίστοιχα, ο χαμηλότερος δείκτης των φαρμακευτικών συνδέεται και με εξαγωγές εκτός Ευρώπης.

Η πρόκληση είναι η σύνθεση της παραγωγής

Το ΙΟΒΕ εντοπίζει δυνατότητες ενίσχυσης του εμπορίου μέσα από τη στροφή προς προϊόντα με υψηλότερη ζήτηση στην ΕΕ: μηχανήματα, χημικά, φάρμακα, καθώς και επιμέρους κατηγορίες αγροδιατροφής και βασικών μετάλλων.

Η ανάλυση αναδεικνύει έτσι ένα βαθύτερο ζήτημα ανταγωνιστικότητας. Η συμμετοχή στην κοινή αγορά διευκολύνει τις συναλλαγές, αλλά η έκταση των ωφελειών εξαρτάται και από το τι παράγει και εξάγει κάθε οικονομία. Για την Ελλάδα, η βελτίωση της σύνθεσης των εξαγωγών παραμένει κρίσιμη προϋπόθεση για μεγαλύτερη διείσδυση στην ευρωπαϊκή αγορά.

Πηγή: ot.gr

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ