Μια κρίση κρατικού χρέους εμφανίζεται απειλητικά στον ορίζοντα

Μια κρίση κρατικού χρέους εμφανίζεται απειλητικά στον ορίζοντα

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης

Πρόσθεσε το formedia.gr στη Google

Ο κίνδυνος μιας νέας κρίσης κρατικού χρέους στις ανεπτυγμένες οικονομίες επανέρχεται στο προσκήνιο, καθώς η άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων αυξάνει το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους και περιορίζει τα δημοσιονομικά περιθώρια των κυβερνήσεων. Σε ανάλυσή του, ο Economist προειδοποιεί ότι η εποχή του φθηνού δανεισμού έχει παρέλθει και ότι οι πλούσιες χώρες δεν μπορούν πλέον να θεωρούν δεδομένη την εμπιστοσύνη των αγορών.

Σύμφωνα με το έγκυρο βρετανικό οικονομικό περιοδικό, το δημόσιο χρέος των μεγάλων ανεπτυγμένων οικονομιών είναι σήμερα περίπου διπλάσιο, ως ποσοστό του ΑΕΠ, σε σχέση με τις αρχές του αιώνα, ενώ το κόστος δανεισμού έχει επιστρέψει σε επίπεδα που είχαν να καταγραφούν από τη δεκαετία του 1990 ή του 2000. Ακόμη και πριν από την πρόσφατη αναταραχή στις αγορές ομολόγων, οι κυβερνήσεις αναμενόταν να διαθέσουν φέτος το 8% των φορολογικών εσόδων τους για την καθαρή πληρωμή τόκων. Η γήρανση του πληθυσμού, οι αυξημένες αμυντικές ανάγκες και η επιμονή των δημοσιονομικών ελλειμμάτων εντείνουν τις πιέσεις, την ώρα που η αναχρηματοδότηση του παλαιού χρέους γίνεται ακριβότερη.

Οι ΗΠΑ και η Ιαπωνία

Η άνοδος των επιτοκίων δεν συνδέεται αποκλειστικά με τις δημοσιονομικές ανησυχίες. Η ισχυρή ανάπτυξη της αμερικανικής οικονομίας και η έκρηξη των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη αυξάνουν τη ζήτηση για κεφάλαια, καθώς οι τεχνολογικοί όμιλοι ανταγωνίζονται τις κυβερνήσεις στις διεθνείς αγορές. Παράλληλα, το ενεργειακό σοκ από τον πόλεμο στο Ιράν ενισχύει τον πληθωρισμό, ενώ οι πολιτικές πιέσεις προς τις κεντρικές τράπεζες τροφοδοτούν αμφιβολίες για τη διατήρηση της νομισματικής σταθερότητας.

Σύμφωνα με τον Economist, οι ΗΠΑ δεν μπορούν να βασίζονται επ’ αόριστον στην ανάπτυξη που τροφοδοτείται από την τεχνητή νοημοσύνη για να αντιμετωπίσουν το χρέος τους. Το δημοσιονομικό έλλειμμα της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, που διαμορφώνεται περίπου στο 6% του ΑΕΠ, χαρακτηρίζεται μη βιώσιμο. Ωστόσο, η θέση του δολαρίου ως παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος εξακολουθεί να προσφέρει στην Ουάσιγκτον ένα σημαντικό πλεονέκτημα, καθυστερώντας την εκδήλωση των πιέσεων.

Η Ιαπωνία εμφανίζει προς το παρόν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα. Παρά την άνοδο της απόδοσης του δεκαετούς ομολόγου πάνω από το 3%, για πρώτη φορά από το 1996, τα χαμηλά πραγματικά επιτόκια και το περιορισμένο δημοσιονομικό έλλειμμα συμβάλλουν στη μείωση του χρέους ως ποσοστού της οικονομίας. Ωστόσο, μια ενδεχόμενη πώληση των μεγάλων αποθεμάτων ξένων περιουσιακών στοιχείων που διαθέτουν οι Ιάπωνες επενδυτές θα μπορούσε να προκαλέσει ευρύτερες αναταράξεις στις διεθνείς αγορές.

Η Ευρώπη στο επίκεντρο των κινδύνων

Η Ευρώπη συγκεντρώνει, κατά την ανάλυση, τις μεγαλύτερες ανησυχίες για μια νέα κρίση χρέους. Σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, δεν απολαμβάνει αντίστοιχη αναπτυξιακή ώθηση από την τεχνητή νοημοσύνη, ενώ η εξάρτησή της από τις εισαγωγές ενέργειας την καθιστά ευάλωτη στις υψηλές τιμές των καυσίμων. Η Βρετανία, η Γαλλία και η Ιταλία εμφανίζουν ιδιαίτερες αδυναμίες, σε αντίθεση με χώρες όπως η Γερμανία, η Ελβετία και τα κράτη της Σκανδιναβίας, που διατηρούν πιο ισορροπημένα δημόσια οικονομικά.

Η Ιταλία εξακολουθεί να έχει υψηλό καθαρό χρέος, το οποίο αντιστοιχεί στο 129% του ΑΕΠ, γεγονός που την καθιστά ευάλωτη σε μια απότομη μεταστροφή του επενδυτικού κλίματος. Η Βρετανία, από την πλευρά της, έχει ήδη βιώσει το 2022 μια σοβαρή αναταραχή στην αγορά ομολόγων, χωρίς να έχει ανακόψει πλήρως την ανοδική πορεία του λόγου χρέους προς ΑΕΠ.

Η πιο δύσκολη περίπτωση είναι η Γαλλία. Το δημοσιονομικό της έλλειμμα προβλέπεται να φθάσει το 5,4% του ΑΕΠ φέτος, ενώ οι αποδόσεις των δεκαετών ομολόγων της έχουν διαμορφωθεί 1,5 ποσοστιαία μονάδα υψηλότερα από τις αντίστοιχες γερμανικές, στη μεγαλύτερη διαφορά από την κρίση χρέους της ευρωζώνης.

Όπως σημειώνεται στην ανάλυση, εάν η Γαλλία αναχρηματοδοτούσε το σύνολο του δανεισμού της με τις σημερινές αποδόσεις των πενταετών ομολόγων, θα χρειαζόταν δημοσιονομική προσαρμογή άνω του 4% του ΑΕΠ για να σταθεροποιήσει το χρέος της. Ωστόσο, η πολιτική αντιπαράθεση, οι κοινωνικές αντιδράσεις και η δυσκολία εξεύρεσης κοινοβουλευτικών συναινέσεων περιορίζουν τα περιθώρια ουσιαστικών παρεμβάσεων. Η προοπτική των προεδρικών εκλογών του 2027 προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα αβεβαιότητας, καθώς οι προεκλογικές δεσμεύσεις για τις δημόσιες δαπάνες και το συνταξιοδοτικό ενδέχεται να δυσχεράνουν την αναγκαία δημοσιονομική προσαρμογή.

Ο ρόλος της ΕΚΤ και τα όρια της παρέμβασης

Το ενδεχόμενο μιας μαζικής φυγής επενδυτών από τα γαλλικά ομόλογα αποτελεί έναν από τους βασικούς κινδύνους για την ευρωζώνη. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Παρίσι θα μπορούσε να ζητήσει στήριξη από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, αντί να προχωρήσει σε βαθιές περικοπές δαπανών. Μια τέτοια εξέλιξη θα δοκίμαζε τα όρια της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής, καθώς η πολιτική και οικονομική βαρύτητα της Γαλλίας καθιστά εξαιρετικά δύσκολη την αντιμετώπιση μιας κρίσης της χωρίς ευρύτερες συνέπειες για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Το βασικό δίδαγμα, σύμφωνα με την ανάλυση, είναι ότι οι κεντρικές τράπεζες δεν μπορούν να υποκαθιστούν επ’ αόριστον τη δημοσιονομική πειθαρχία των κυβερνήσεων. Η αποστολή τους είναι να διασφαλίζουν τη σταθερότητα των τιμών και την ομαλή λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος, όχι να χρηματοδοτούν ανεξέλεγκτο δανεισμό. Εάν οι αγορές πειστούν ότι οι κυβερνήσεις θα επιχειρήσουν να αντιμετωπίσουν τα χρέη τους μέσω του πληθωρισμού ή ότι οι κεντρικές τράπεζες θα καλύπτουν διαρκώς τις ανάγκες τους, οι πιέσεις στα μακροπρόθεσμα ομόλογα ενδέχεται να ενταθούν.

Η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης προϋποθέτει, επομένως, αξιόπιστα δημοσιονομικά σχέδια, περιορισμό των ελλειμμάτων και πολιτική βούληση για δύσκολες αποφάσεις. Το ερώτημα δεν είναι πλέον εάν οι πλούσιες χώρες μπορούν να δανείζονται, αλλά με ποιους όρους και για πόσο ακόμη οι αγορές θα είναι διατεθειμένες να χρηματοδοτούν το αυξανόμενο χρέος τους.

Καταλήγει χαρακτηριστικά ο Economist: “Θα ήταν λάθος οι κεντρικές τράπεζες να διασώζουν κυβερνήσεις που αρνούνται κατηγορηματικά να εξισορροπήσουν τα δημόσια οικονομικά τους. Ο ρόλος τους είναι να διασφαλίζουν την ομαλή λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος, όχι να εγγυώνται δεκαετίες απερίσκεπτου δανεισμού. Εάν οι κεντρικές τράπεζες μετατραπούν σε μηχανές παροχής ρευστότητας για τα υπουργεία Οικονομικών, αντί να εγγυώνται τη σταθερότητα των τιμών, οι μακροπρόθεσμοι τίτλοι θα δεχθούν ακόμη μεγαλύτερες πιέσεις πωλήσεων. Οι ψηφοφόροι θα τιμωρήσουν τους πολιτικούς.

Η καλύτερη πορεία για τη Γαλλία και τις υπόλοιπες χώρες είναι οι πολιτικοί να εξηγήσουν στους πολίτες τους ότι το δημόσιο χρέος πρέπει να τεθεί υπό έλεγχο και ότι όλοι μαζί οφείλουν να κάνουν ό,τι χρειάζεται για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος”.

Πηγή: capital.gr

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ