Μπορεί σήμερα ένας ακροδεξιός «λύκος με προβιά» να εξαπατήσει μαζικά τους Ευρωπαίους και να τους κάνει να πιστέψουν ότι αξίζει να πάρουν το ρίσκο και να τον εμπιστευθούν; Είναι δυνατό οι πολιτικοί απόγονοι των πιο μαύρων σελίδων της σύγχρονης ευρωπαϊκής ιστορίας, που έχουν συνδεθεί ακόμη και με φρικιαστικά εγκλήματα εις βάρος της ίδιας της ανθρωπότητας, να φορέσουν το καλό τους κοστούμι και να γίνουν δεκτοί στα σαλόνια της εξουσίας των Βρυξελλών και άλλων πρωτευουσών;
Πριν από οποιαδήποτε άλλη απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα, ας επισημάνουμε πως δεν αποτελεί μυστικό ότι κόμματα ακροδεξιάς προέλευσης ήδη ασκούν, συμμετέχουν ή επηρεάζουν τη διακυβέρνηση αρκετών κρατών – μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης, όπως είναι η Ιταλία, η Φινλανδία, η Τσεχία, αλλά και η Κροατία με τη Σλοβακία. Προκειμένου δε η εικόνα να είναι πιο πλήρης, στις παραπάνω χώρες πρέπει να προστεθούν και ορισμένες τοπικές κυβερνήσεις, περιφερειών ή κρατιδίων, όπου όμορα κόμματα βρίσκονται επίσης στην εξουσία.
Όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, στην Ισπανία με το Vox και, πιο πρόσφατα, στη Σαξονία – Ανχαλτ της Γερμανίας, με το AfD να αποκτά την πρώτη προεδρία κοινοβουλίου και να διεκδικεί ακόμη την ηγεσία της κυβέρνησης.
Το παζλ ολοκληρώνεται με δύο ακόμη κομμάτια. Αφενός, την ενισχυμένη παρουσία της Ακροδεξιάς στην Ευρωβουλή μετά τις εκλογές του 2024 – οι υπολογισμοί δείχνουν ότι τα στελέχη της αντιπροσωπεύουν πάνω από το 20% των 720 εκλεγμένων μελών του Σώματος –, αφετέρου, τη διαρκή και αδιαμφισβήτητη ενίσχυση της επιρροής της, όπως αυτή αποτυπώνεται τόσο στα (περισσότερα) εκλογικά αποτελέσματα όσο και στις δημοσκοπήσεις.
Το μεγάλο κόλπο
Η αλήθεια, παρ’ όλα αυτά, είναι ότι στη «μεγάλη εικόνα» η ευρωπαϊκή Ακροδεξιά δεν έχει ακόμη καταφέρει να κάνει το «άλμα» που θα τη φέρει στη θέση του οδηγού των πολιτικών εξελίξεων στη Γηραιά Ηπειρο. Με απλά λόγια, μοιάζει ακόμη να της λείπει «κάτι», που θα της επιτρέψει να βρεθεί στην κορυφή. Κι αυτό δεν είναι άλλο από την εξάλειψη ή, έστω, την άμβλυνση των δημοκρατικών αντανακλαστικών που – εξαιτίας του ένοχου παρελθόντος της – εξακολουθεί να διεγείρει στις κοινωνίες και, δευτερευόντως, στις τάξεις του πολιτικού προσωπικού.
Προκειμένου να αντιμετωπιστεί αυτό το πρόβλημα, πολλοί εκπρόσωποί της επιχειρούν να επιδοθούν σε ένα επικοινωνιακό λίφτινγκ που, όπως ελπίζουν, θα τους ανοίξει την πόρτα του μέσου Ευρωπαίου. Αυτού, δηλαδή, που ενώ διαπιστώνει στην πράξη ότι οι ακροδεξιές ιδέες τους έχουν σε μεγάλο βαθμό «εμβολίσει» τα προγράμματα των παραδοσιακών πολιτικών δυνάμεων, εξακολουθεί να έχει επιφυλάξεις και αναστολές όταν έρχεται η ώρα να ρίξει την ψήφο του στους γνήσιους εκφραστές τους.
Το έκανε πρώτη με επιτυχία η Τζόρτζια Μελόνι στην Ιταλία, το επιχειρούν και η Μαρίν Λε Πεν στη Γαλλία, η Εναλλακτική για τη Γερμανία, το ισπανικό Vox και το πορτογαλικό Chega. Και μάλιστα, όχι γενικά και θεωρητικά, αλλά με πολύ συγκεκριμένες και στοχευμένες ενέργειες.
Τέτοιες, που θα κάνουν τους «κάτω» να πιστέψουν ότι θα δώσουν λύσεις εκεί όπου το σύστημα απέτυχε και τους απογοήτευσε. Και άλλες, που θα πείσουν τους εκπροσώπους του συστήματος, δηλαδή τους «πάνω», ότι δεν έχουν τίποτα να φοβηθούν εάν τους εμπιστευθούν τα κλειδιά του – υπενθυμίζοντάς τους πόσο χρήσιμη έχει αποδειχθεί στο παρελθόν η Ακροδεξιά, ειδικά σε περιόδους κρίσης, είτε κρατώντας «μαχαίρι» είτε φορώντας «γραβάτα».
Οσοι και όσες πιστεύουν πως δεν πρόκειται να τα καταφέρουν, όπως και ότι δεν υπάρχει χώρος στην Ευρώπη για «σοβαρή Ακροδεξιά» (όρος που είχε εισαχθεί στη δημόσια συζήτηση της Ελλάδας την περίοδο της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα από τη Χρυσή Αυγή…), ας το ξανασκεφτούν. Ειδικά καθώς πολλοί υποστηρίζουν (αφελώς) πως ο μοναδικός τρόπος για να «ξεγυμνωθεί» η Ακροδεξιά είναι να της επιτραπεί να ασκήσει κυβερνητική εξουσία.
Γαλλία: Στον αστερισμό της Λε Πεν
Θα ήταν ατόπημα να θεωρήσει κανείς τυχαίο το γεγονός ότι η Μαρίν Λε Πεν επέλεξε να δώσει στη δημοσιότητα το οικονομικό της πρόγραμμα την περασμένη Τρίτη, την ίδια ημέρα που οι δρόμοι της Γαλλίας σείονταν από εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτές οι οποίοι όχι απλώς απαιτούσαν καλύτερες συνθήκες και υψηλότερες δαπάνες για την εκπαίδευση, αλλά εκδήλωναν και την αντίθεσή τους στις περικοπές που προβλέπει το σχέδιο προϋπολογισμού της κυβέρνησης για το 2027. Σε αυτό το πρόγραμμα δε, η επικεφαλής της Εθνικής Συσπείρωσης και μεγάλο φαβορί για τις προεδρικές εκλογές της επόμενης άνοιξης, έδωσε ένα στίγμα αρκετά διαφορετικό με εκείνο που είχε συνηθίσει τους συμπατριώτες της στο παρελθόν, όταν αρνούνταν εμφατικά να στηρίξει τη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού και τη μείωση των κοινωνικών δαπανών.
Η Λε Πεν αποφάσισε, συγκεκριμένα, να στείλει το πιο ξεκάθαρο μήνυμα «υπευθυνότητας» προς την οικονομική ελίτ της χώρας της – με την οποία, τόσο η ίδια όσο και ο Μπαρντελά είχαν αλλεπάλληλες συναντήσεις τους προηγούμενους μήνες. Ετσι, παρουσίασε ένα πλαίσιο αυστηρής δημοσιονομικής πειθαρχίας που, ανάμεσα στα άλλα, προβλέπει περικοπή των δαπανών του προϋπολογισμού κατά 140 δισ. ευρώ μέσα στην επόμενη πενταετία, μείωση του ελλείμματος κάτω από το όριο του 3% του ΑΕΠ στο ίδιο διάστημα και βήματα για τη σταδιακή μείωση του δημόσιου χρέους κάτω από το 60%. Δεν δίστασε, μάλιστα, να ταχθεί υπέρ της παρέμβασης της ΕΚΤ στη δημοσιονομική διαχείριση της χώρας – κάτι που δύσκολα μπορεί κανείς να φανταστεί πως μπορεί να συμβεί χωρίς μνημονιακού τύπου δεσμεύσεις.
Αξίζει να σημειωθεί, επίσης, ότι η στροφή αυτή ήρθε στο φόντο της διαπίστωσης ότι ο πιθανότερος αντίπαλός της στον δεύτερο γύρο, ο επικεφαλής της Ανυπότακτης Γαλλίας, Ζαν-Λικ Μελανσόν, την κερδίζει καθαρά στις τάξεις των πιο φτωχών τμημάτων της κοινωνίας και των νέων. Κάτι που σημαίνει πως ο δικός της μονόδρομος προς το Μέγαρο των Ηλυσίων περνά μέσα από τα μεσαία και ανώτερα στρώματα.
Ισπανία: Το Vox σε ρόλο εταίρου
Το Vox ιδρύθηκε το 2013, ύστερα από διάσπαση του Λαϊκού Κόμματος, προσφέροντας μια γνήσια πολιτική έκφραση στο ακροδεξιό τμήμα του και τους νοσταλγούς του Φράνκο που επί χρόνια έβρισκαν στέγη και καταφύγιο σε αυτό. Η πρώτη αντίδραση πολλών ήταν ότι στην Ισπανία, που είχε υποφέρει επί τόσες δεκαετίες κάτω από την μπότα της δικτατορίας, ένα τέτοιο κόμμα δεν θα έβρισκε εύκολα έδαφος να ανθίσει και, πολύ περισσότερο, να φτάσει σε κυβερνητικές θέσεις. Τα επόμενα χρόνια, όμως, τους διέψευσαν.
Σήμερα, για του λόγου το αληθές, το κόμμα του Σαντιάγο Αμπασκάλ συγκυβερνά με την παραδοσιακή Δεξιά σε μια σειρά περιφέρειες, όπως είναι η Ανδαλουσία, η Καστίλη και Λεόν, η Εξτρεμαδούρα, η Αραγονία, αλλά και η Βαλένθια, ενώ Vox και Λαϊκό Κόμμα συνεργάζονται αρμονικά και σε πολλούς δήμους. Κάπως έτσι, οι πάντες θεωρούν σχεδόν δεδομένο ότι εάν ο πρωθυπουργός Σάντσεθ δεν κάνει τη μεγάλη έκπληξη και ανατροπή στις πρόωρες εκλογές της 29ης Νοεμβρίου, Δεξιά και Ακροδεξιά θα συγκροτήσουν την επόμενη κυβέρνηση. Εχοντας ήδη κλείσει το μάτι στην αγορά, με την πρόσφατη καταψήφιση του νόμου για το στεγαστικό στη Βουλή.
Γερμανία: Στη σκιά του AfD
Επισήμως, όλα τα κοινοβουλευτικά κόμματα έχουν ξεκαθαρίσει πως δεν προτίθεται να συνεργαστούν με την Εναλλακτική για τη Γερμανία, έστω κι αν οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι θα νικήσει καθαρά στις επόμενες εκλογές. Βασικό τους επιχείρημα είναι ότι θεωρούν το κόμμα της Αλις Βάιντελ και του Τίνο Χρουπάλα φυσικό συνεχιστή του ναζιστικού παρελθόντος και των δεινών που έχουν συνδεθεί μαζί του. Είναι κάτι, άλλωστε, που επικαλούνται και αρκετοί Ευρωπαίοι, αρνούμενοι ακόμη και τώρα να δεχθούν το AfD ως συνομιλητή ή εταίρο – αυτός είναι και ο βασικός λόγος που δεν ανήκει στην ίδια πολιτική ομάδα με τα κόμματα των Λε Πεν και Μελόνι.
Ακόμη και σε αυτό το σκηνικό, όμως, κάτι έχει αρχίσει να αλλάζει. Απόδειξη ο εμφύλιος που έχει ξεσπάσει στους κόλπους των Χριστιανοδημοκρατών της Σαξονίας-Ανχαλτ εξαιτίας της επιλογής τεσσάρων βουλευτών τους στο κρατίδιο να ψηφίσουν για πρόεδρο του κοινοβουλίου τον εκλεκτό το AfD – κάτι που συμβαίνει για πρώτη φορά σε κάποιο από τα 16 κρατίδια της χώρας. Η εξέλιξη αυτή έρχεται, μάλιστα, σε μια στιγμή που πληθαίνουν οι πληροφορίες περί πιέσεων που ασκούνται στον καγκελάριο Μερτς να αναθεωρήσει τη στάση της μη συνεργασίας της CDU με το AfD, στο φόντο και της συνεχιζόμενης αποδυνάμωσης των Σοσιαλδημοκρατών, που πλέον δεν θα μπορούν να διασφαλίσουν κυβερνητική πλειοψηφία στην Μπούντεσταγκ.
Αλλά και το AfD, από την πλευρά της, εμφανίζεται διατεθειμένη να βάλει νερό στο κρασί της. Για του λόγου το αληθές, έγινε γνωστό ότι έχει κατατεθεί πρόταση, με τις υπογραφές πολλών κορυφαίων στελεχών, η οποία απαλείφει από το πρόγραμμα τη θέση για έξοδο από την ΕΕ και την ευρωζώνη. Κι αυτό, ενώ την ίδια στιγμή, διατηρείται η σκληρή στάση στα δημοσιονομικά ζητήματα, τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, όπου προβάλλεται η απαίτηση δραστικής μείωσης της συνεισφοράς του Βερολίνου στον προϋπολογισμό της ΕΕ – κάτι στο οποίο υπάρχει πλήρης σύμπτωση με τις προτάσεις της σημερινής κυβέρνησης.
Ιταλία: Με τη σφραγίδα του… Σίλβιο
Μετά την πρωτιά που κέρδισαν τα Αδέλφια της Ιταλίας στις εκλογές του 2022 και την ανάληψη της πρωθυπουργίας, σε συνεργασία με την εθνικιστική Λίγκα του Σαλβίνι και την κεντροδεξιά Φόρτσα Ιτάλια, πολλοί φοβήθηκαν ότι η Τζόρτζια Μελόνι θα τίναζε στον αέρα την ΕΕ.
Κάποιοι δε υποστήριξαν ότι έπρεπε να συγκροτηθεί ένα πανευρωπαϊκό «δημοκρατικό μέτωπο» απέναντι στην απειλή που αντιπροσώπευε για τη δημοκρατία, καθώς είχε κάνει τα πρώτα της βήματα στην πολιτική μέσα από τις γραμμές του νεοφασιστικού Ιταλικού Κοινωνικού Κινήματος και της Εθνικής Συμμαχίας. Γρήγορα, όμως, η ίδια διέψευσε τους πάντες και αποδείχθηκε μια ιδιαιτέρως αξιόπιστη εταίρος, τόσο στην Eυρωπαϊκή Ενωση όσο και στο ΝΑΤΟ.
Σε βαθμό, μάλιστα, που να επιχειρήσει – και κάποιες φορές να πετύχει – τον διεμβολισμό του «γαλλογερμανικού άξονα». Πρέπει να είναι καθαρό, πάντως, πως αυτό δεν οφείλεται μόνο ή πρωτίστως στη δική της ικανότητα να προσαρμόζεται, αλλά στον δρόμο που της άνοιξε προς το κεντρικό πολιτικό σκηνικό ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι.
Ηταν, άλλωστε, ο «Καβαλιέρε» αυτός ο οποίος την όρισε υπουργό Νεολαίας την περίοδο 2008-11, προτού καν κόψει τους δεσμούς της με τις προηγούμενες οργανώσεις της και ιδρύσει το νυν κυβερνών κόμμα.
Πηγή: tanea.gr





