Υψηλές προσδοκίες για τις επενδύσεις, προβλέψεις για ταχύτερη ανάπτυξη και διαβεβαιώσεις για υποχώρηση της ακρίβειας. Η εικόνα που παρουσιάζει η κυβέρνηση κάθε φθινόπωρο, καταθέτοντας το προσχέδιο του προϋπολογισμού, όπως χθες, είναι σχεδόν καλύτερη από εκείνη που καταγράφεται όταν ολοκληρώνεται η χρονιά. Για αυτό και διακρίνεται στην επικοινωνία και όχι στην ουσία. Η σύγκριση των προσχεδίων για το 2023, το 2024 και το 2025 με τα διαθέσιμα ετήσια αποτελέσματα της ΕΛΣΤΑΤ αποκαλύπτει μεγάλες αστοχίες στις επενδύσεις και επίμονη υποεκτίμηση του πληθωρισμού. Για το 2026, παρότι η χρονιά δεν έχει ακόμη κλείσει, η ίδια η κυβέρνηση έχει ήδη αναθεωρήσει προς το χειρότερο τις βασικές παραδοχές της.
Οι αποκλίσεις δεν είναι παντού ίδιες, ούτε όλες προς την ίδια κατεύθυνση. Ωστόσο, τα στοιχεία δίνουν βάσιμους λόγους να αντιμετωπίζονται με μεγαλύτερη επιφύλαξη οι κυβερνητικές εξαγγελίες για την επόμενη χρονιά. Οι προβλέψεις παρουσιάζονται συχνά με τη βεβαιότητα μιας επικείμενης επιτυχίας. Η πραγματικότητα αποδεικνύεται περισσότερο απαιτητική.
Η επενδυτική έκρηξη που έμεινε στα χαρτιά
Η μεγαλύτερη απόσταση ανάμεσα στις προσδοκίες και στις επιδόσεις καταγράφεται στις επενδύσεις του 2023 και του 2024. Στο προσχέδιο για το 2023, η κυβέρνηση προέβλεπε αύξηση του Ακαθάριστου Σχηματισμού Παγίου Κεφαλαίου κατά 16%. Σύμφωνα με τα αναθεωρημένα ετήσια στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, η αύξηση περιορίστηκε στο 6,5%, κάτι που μεταφράζεται σε απόκλιση 9,5 ποσοστιαίων μονάδων.
Παρά τη μεγάλη αυτή απόσταση, στο προσχέδιο του επόμενου έτους ο πήχης τοποθετήθηκε ξανά ψηλά. Για το 2024 προβλεπόταν αύξηση των επενδύσεων κατά 12,1%. Καταγράφηκε τελικά 4,5%, δηλαδή υστέρηση 7,6 ποσοστιαίων μονάδων.
Πρόκειται για ουσιαστικές αστοχίες σε ένα μέγεθος που βρίσκεται στον πυρήνα του κυβερνητικού αφηγήματος για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου. Οι επενδύσεις πράγματι αυξήθηκαν, αλλά η αύξησή τους απείχε πολύ από εκείνη πάνω στην οποία στηρίζονταν οι αρχικές προσδοκίες. Η κυβέρνηση οφείλει να εξηγεί αυτή την απόσταση με την ίδια έμφαση που προβάλλει τις αισιόδοξες προβλέψεις της.
Η ακρίβεια υποτιμήθηκε επί τρία χρόνια
Στον πληθωρισμό η κατεύθυνση των αποκλίσεων είναι σταθερή. Και στα τρία ολοκληρωμένα έτη, ο μέσος ετήσιος εναρμονισμένος πληθωρισμός ξεπέρασε την αρχική πρόβλεψη του αντίστοιχου προσχεδίου.
Για το 2023 προβλεπόταν 3%, αλλά διαμορφώθηκε στο 4,2%. Για το 2024 η πρόβλεψη ήταν 2,4%, ενώ το αποτέλεσμα έφθασε στο 3%. Για το 2025 αναμενόταν 2,1%, αλλά καταγράφηκε 2,9%.
Η επαναλαμβανόμενη υποεκτίμηση έχει άμεση σημασία για τα νοικοκυριά. Οι τιμές αυξήθηκαν περισσότερο από όσο προέβλεπε η κυβέρνηση, περιορίζοντας αντίστοιχα το πραγματικό όφελος από τις ονομαστικές αυξήσεις των εισοδημάτων. Ακόμη και όταν ο πληθωρισμός αποκλιμακώνεται, οι τιμές συνεχίζουν να ανεβαίνουν. Και όταν η αποκλιμάκωση είναι μικρότερη από την προβλεπόμενη, η προσδοκώμενη ανάσα για τους καταναλωτές περιορίζεται.
Το ίδιο συμπέρασμα προκύπτει για το 2025 και από τον εθνικό Δείκτη Τιμών Καταναλωτή: αντί για την προβλεπόμενη αύξηση 2,1%, ο μέσος ετήσιος πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 2,5%.
Η ανάπτυξη κάτω από τον πήχη
Το 2024 αποτελεί τη χαρακτηριστικότερη αστοχία στην ανάπτυξη. Το προσχέδιο προέβλεπε αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ κατά 3%, αλλά η τελευταία διαθέσιμη ετήσια μέτρηση την τοποθετεί στο 2,1%. Για το 2025, η αρχική πρόβλεψη ήταν 2,3%, ενώ η πρώτη ετήσια εκτίμηση της ΕΛΣΤΑΤ έδωσε 2,1%.
Η επίκληση της καλύτερης επίδοσης της Ελλάδας έναντι της Ευρωζώνης δεν απαντά στο ερώτημα γιατί δεν επιτεύχθηκαν οι ίδιοι οι κυβερνητικοί στόχοι. Η σχετική υπεροχή απέναντι σε οικονομίες που αναπτύσσονται ασθενέστερα και η εκπλήρωση των εγχώριων προβλέψεων είναι δύο διαφορετικά ζητήματα.
Το 2026 οι παραδοχές ήδη αλλάζουν
Η χρονιά βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη, αλλά η αναθεώρηση είναι ήδη σαφής. Η πρόβλεψη για ανάπτυξη 2,4% έχει υποχωρήσει στο 1,9%. Η αναμενόμενη αύξηση των επενδύσεων έχει περιοριστεί από 10,2% σε 7,7%. Αντίθετα, η εκτίμηση για τον εθνικό πληθωρισμό έχει ανέβει από 2,2% σε 3,8%.
Αυτά δεν είναι τελικά αποτελέσματα. Είναι όμως η παραδοχή της ίδιας της κυβέρνησης ότι το αρχικό σενάριο περιέγραφε περισσότερη ανάπτυξη, περισσότερες επενδύσεις και αισθητά λιγότερη ακρίβεια από όσα σήμερα αναμένει.
Πάντως, το 2023 η ανάπτυξη συνέπεσε με την αρχική πρόβλεψη του 2,1%, ενώ το 2025 οι επενδύσεις αυξήθηκαν κατά 8,9%, ξεπερνώντας την πρόβλεψη του 8,4%. Οι εξαιρέσεις αυτές δεν ακυρώνουν τις μεγάλες αστοχίες, αλλά αποκλείουν τον ισχυρισμό ότι κάθε πρόβλεψη διαψεύδεται.
Το πολιτικό ζήτημα είναι η απόσταση ανάμεσα στην αισιοδοξία των ανακοινώσεων και στην αποτίμηση των αποτελεσμάτων. Η διεθνής αβεβαιότητα δυσκολεύει πράγματι τις προβλέψεις. Δεν απαλλάσσει, όμως, την κυβέρνηση από την υποχρέωση να λογοδοτεί για τις αποκλίσεις. Όταν οι στόχοι χάνονται, χρειάζεται εξήγηση και διόρθωση — όχι απλώς ένας καινούριος κύκλος διαβεβαιώσεων.
Οι επισφάλειες του 2027
Επισφαλείς δείχνουν και οι βασικές προβλέψεις του προσχεδίου για το 2027: ανάπτυξη 2,3% (από 1,9% φέτος), αύξηση επενδύσεων 7,9% (Ακαθάριστος Σχηματισμός Παγίου Κεφαλαίου) και υποχώρηση του πληθωρισμού στο 2,6% (από 3,8% φέτος). Η επιτάχυνση της οικονομίας προϋποθέτει ότι οι επενδύσεις θα διατηρήσουν τη δυναμική τους μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης, ενώ η αναμενόμενη αποκλιμάκωση της ακρίβειας εξαρτάται από τις ευμετάβλητες τιμές της ενέργειας και τις γεωπολιτικές εξελίξεις. Εάν αυτές οι παραδοχές δεν επαληθευτούν, θα πιεστούν τόσο η αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών όσο και η επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων. Με δεδομένες τις προηγούμενες αστοχίες, η κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει ποια περιθώρια διαθέτει απέναντι σε ένα δυσμενέστερο σενάριο, αντί να παρουσιάζει τις προσδοκίες ως προεξοφλημένες επιτυχίες.
*Η σύγκριση χρησιμοποιεί τα τελευταία διαθέσιμα ετήσια στοιχεία έως τις 5 Οκτωβρίου 2026. Οι εθνικοί λογαριασμοί υπόκεινται σε αναθεωρήσεις και τα στοιχεία του 2025 αποτελούν πρώτη ετήσια εκτίμηση.
Πηγή: ot.gr





