Μεγαλώνει, αντί να μικραίνει το χάσμα μεταξύ των…

Το ράλι της αγοράς κατοικίας

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης

Πρόσθεσε το formedia.gr στη Google

Του Νίκου Ρουσάνογλου

Η παγίωση της Ελλάδας ως η χώρα της Ε.Ε. με τα πιο επιβαρυμένα νοικοκυριά σε ό,τι αφορά τις δαπάνες που σχετίζονται με την στέγασή τους, αποτελεί το επιστέγασμα της τάσης που χρονολογείται ήδη από την αρχή της οικονομικής κρίσης και διατηρείται χωρίς ιδιαίτερες διαφοροποιήσεις μέχρι και σήμερα. Με βάση τα στοιχεία από την πρόσφατη έκθεση της Eurostat για το 2025, προκύπτει ότι το 26,4% των νοικοκυριών (26.9% στις πόλεις και 26,4% στις αγροτικές περιοχές) καταβάλλει πάνω από το 40% του εισοδήματός του για να καλύψει στεγαστικές ανάγκες (λογαριασμοί κοινής ωφέλειας, δόση στεγαστικού δανείου, ή ενοίκιο κτλ.). Ο μέσος όρος στην Ε.Ε. δεν ξεπερνά το 9,6% αν πρόκειται για όσους μένουν σε πόλεις (και 5,6% για τις αγροτικές περιοχές).

Ωστόσο, σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια παρατηρούνται σημαντικές διαφοροποιήσεις, καθώς η Δανία έχει καταγράψει σημαντική επιδείνωση και κατατάσσεται πλέον στην δεύτερη θέση, πίσω από την Ελλάδα, με ποσοστό 23,6%, ενώ στην Κύπρο το σχετικό ποσοστό είναι μόλις 2,4%. Αντίστοιχα, σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, παρατηρείται βελτίωση, καθώς το 2023, το ποσοστό των νοικοκυριών με σημαντική επιβάρυνση των οικονομικών τους λόγω δαπανών στέγασης στις πόλεις, διαμορφωνόταν σε 31%. Ωστόσο, με δεδομένες τις νέες αυξήσεις στο ενεργειακό κόστος, φαίνεται πως η εικόνα θα επιδεινωθεί εκ νέου για το 2026.

Η εικόνα αυτή ασφαλώς συνδέεται, αφενός μεν με την εξανέμιση των αυξήσεων των εισοδημάτων τα τελευταία χρόνια, λόγω της ακρίβειας, αφετέρου δε με την συνεχιζόμενη αύξηση των τιμών πώλησης κι ενοικίασης κατοικίας, που αυξάνουν τόσο την δόση του στεγαστικού δανείου (απαιτούνται μεγαλύτερα δάνεια για την αγορά ακινήτου), όσο και το μηνιαίο κόστος του ενοικίου. Με βάση την έκθεση της Eurostat, από το 2010 μέχρι και το 2025, τα πραγματικά εισοδήματα στην Ελλάδα (αφαιρώντας δηλαδή την επίδραση του πληθωρισμού), μειώθηκαν κατά 22,3% (η μόνη χώρα στην Ε.Ε., με εξαίρεση το οριακό -0,6% της Γαλλίας), ενώ στο σύνολο της Ε.Ε. παρατηρήθηκε αύξηση κατά 25,4%, ενώ σε χώρες, όπως η Ρουμανία, η αύξηση εντυπωσιάζει, καθώς ανέρχεται σε 160,2% την περίοδο αυτή των 15 ετών.

Παρότι λοιπόν πράγματι, υπήρξε αύξηση του μέσου μισθού στον ιδιωτικό τομέα, αλλά και του κατώτατου μισθού και μάλιστα σημαντική, αυτή δεν έχει κατορθώσει να αντιστρέψει την μέχρι σήμερα πτωτική τάση της αγοραστικής δύναμης, παρά μόνο να την περιορίσει ελαφρώς. Δηλαδή, δεν έχει καταστεί εφικτό να αποκατασταθεί έστω μέρος των απωλειών από την περίοδο της οικονομικής κρίσης, η οποία, σημειωτέον, άφησε και εκατομμύρια νοικοκυριά με σημαντικά χρέη, που συνεχίζουν να βαραίνουν τον οικογενειακό προϋπολογισμό.

Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται ακόμα πιο ξεκάθαρα, λαμβάνοντας ως έτος βάσης το 2017, όταν δηλαδή εκκίνησε η ανάκαμψη των τιμών στην αγορά κατοικίας και μέχρι και τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα επίσημα στοιχεία. Ο δείκτης AIC/PPS της Eurostat μετρά την πραγματική υλική κατανάλωση ανά κάτοικο και περιλαμβάνει αγαθά και υπηρεσίες που παρέχονται και από το κράτος/μη κερδοσκοπικούς φορείς, όχι μόνο αυτά που αγοράζει ο εργαζόμενος από τον μισθό του. Έτσι, την περίοδο από το 2017 μέχρι και το 2025, στην Ελλάδα, η υλική ευημερία αυξήθηκε κατά μόλις 3,9%. Την ίδια περίοδο, ο μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης με βάση την ΕΡΓΑΝΗ αυξήθηκε κατά 19% ονομαστικά φτάνοντας τα 1.475 ευρώ/μήνα, ενώ με βάση τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, ο μέσος ετήσιος ονομαστικός μισθός έχει καταγράψει ακόμα μεγαλύτερη αύξηση κατά 29,3%. Ωστόσο, όταν συγκρίνει κανείς τον μέσο πραγματικό μισθό με όρους αγοραστικής δύναμης το ίδιο διάστημα, προκύπτει πτώση κατά 6% για το διάστημα από το 2017 και μέχρι σήμερα (ΟΟΣΑ).

Τα στοιχεία αυτά είναι αποκαλυπτικά του βαθμού με τον οποίο, οι αυξήσεις των εισοδημάτων έχει πρακτικά αναλωθεί εξ ολοκλήρου, για να συμβαδίσουν με την άνοδο του κόστους ζωής, που είναι εμφανής από τα είδη πρώτης ανάγκης και το κόστος της ενέργειας, μέχρι τις υπηρεσίες και τελικά και τα ακίνητα. Σύμφωνα με τους δείκτες τιμών της ΤτΕ, από το 2017 μέχρι και το φετινό δεύτερο τρίμηνο, οι ονομαστικές τιμές πώλησης κατοικιών έχουν αυξηθεί κατά 93,9% στο σύνολο της χώρας, αποκαλύπτοντας την όλο και δυσκολότερη πρόσβαση των νοικοκυριών στην απόκτηση κατοικίας. Ακόμα κι αν ληφθεί υπόψη ο πληθωρισμός, η πραγματική αύξηση ανέρχεται σε 56%.

Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγουν όμως κι άλλες έρευνες, που ακολουθούν διαφορετική μεθοδολογία. Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ για το 2026, που εξετάζει την εξέλιξη του μέσου ετήσιου πραγματικού μισθού, προσαρμοσμένου για πλήρη απασχόληση, με βάση τα στοιχεία της Eurostat, προκύπτει οριακή άνοδο το 2025,

Έρευνες που χρησιμοποιούν διαφορετική μεθοδολογία από τον ΟΟΣΑ καταλήγουν σε πολύ διαφορετικά συμπεράσματα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η ετήσια έκθεση 2026 του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ για την ελληνική οικονομία και την απασχόληση, που εξετάζει την εξέλιξη του μέσου ετήσιου μισθού πραγματικού μισθού, προσαρμοσμένου για πλήρη απασχόληση, με βάση τα στοιχεία της Εurostat. Σύμφωνα με αυτήν, προκύπτει οριακή αύξηση 0,3% σε σχέση με το 2019, ενώ ο μέσος πραγματικός μισθός παραμένει κατά 31% χαμηλότερος σε σχέση με εκείνον του 2019.

Επομένως, όπως αναφέρουν και παράγοντες της αγοράς ακινήτων, θα πρέπει να αυξηθούν τα πραγματικά εισοδήματα και ταυτόχρονα να σταθεροποιηθούν οι τιμές των κατοικιών, προκειμένου να αρχίσει να μειώνεται η “ψαλίδα” που έχει δημιουργηθεί και που ήδη μεταφράζεται σε περιορισμένη ζήτηση στην αγορά ακινήτων, που αντισταθμίζεται μόνο χάρις στα προγράμματα “Σπίτι Μου”, που όμως και αυτά τελικά καταλήγουν να δημιουργηθούν ανοδικές πιέσεις στις τιμές, ακριβώς λόγω της απότομης αύξησης της ζήτησης για συγκεκριμένες κατηγορίες επιλέξιμων ακινήτων.
 

Πηγή: capital.gr

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ