Πότε αρχίζουν τα γηρατειά; Πόσο καθορίζει η ηλικία τον τρόπο που γερνάμε; Και τελικά, μπορούμε να ζήσουμε περισσότερα χρόνια αλλά και καλά; Με την παγκόσμια δημογραφική γήρανση να αλλάζει τα δεδομένα, η τρίτη ηλικία δεν είναι πλέον συνώνυμη της αδυναμίας και της εξάρτησης.
Ο Ιωάννης Γ. Καραϊτιανός, αμ. επίκουρος καθηγητής Χειρουργικής ΕΚΠA και πρόεδρος της Ελληνικής Γεροντολογικής και Γηριατρικής Εταιρείας, εξηγεί γιατί το ζητούμενο δεν είναι μόνο να προσθέσουμε χρόνια στην ζωή μας, αλλά ζωή στα χρόνια μας.
Στο ερώτημα πότε αρχίζει η τρίτη ηλικία – στα 60, στα 65 ή στα 70 έτη; – εκείνος εξηγεί: «Δεν υπάρχει ένα απόλυτο ηλικιακό όριο που να σηματοδοτεί για όλους την έναρξη της τρίτης ηλικίας. Για δημογραφικούς και στατιστικούς λόγους, ως σημείο αναφοράς χρησιμοποιείται συχνά η ηλικία των 60 ετών και άνω, ενώ στις περισσότερες περιπτώσεις, και σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, το όριο τοποθετείται στα 65 έτη».
Στην πράξη, όμως, η χρονολογική ηλικία αποδεικνύεται ολοένα και λιγότερο επαρκής για να περιγράψει έναν άνθρωπο. «Δύο άνθρωποι 70 ετών μπορεί να έχουν εντελώς διαφορετικό επίπεδο υγείας, φυσικής λειτουργικότητας, ψυχικής ευεξίας, κοινωνικής δραστηριότητας και αυτονομίας». Με άλλα λόγια, ο ένας μπορεί να εργάζεται, να ταξιδεύει, να αθλείται και να συμμετέχει ενεργά στην κοινωνική ζωή, ενώ ο άλλος μπορεί να χρειάζεται σημαντική υποστήριξη στην καθημερινότητά του.
Η ίδια η Γεροντολογία άλλωστε διαχωρίζει την προχωρημένη ηλικία σε επιμέρους φάσεις. Οι 65-74 ετών χαρακτηρίζονται ως «νεαροί ηλικιωμένοι» (young-old), οι 75-84 ως «μέσης ηλικίας ηλικιωμένοι» (middle-old), ενώ από τα 85 και μετά μιλάμε για τους «μεγαλύτερους ηλικιωμένους» (oldest-old), την επονομαζόμενη και «τέταρτη ηλικία». Οι κατηγορίες αυτές, όμως, περιγράφουν πληθυσμούς και όχι απαραίτητα τον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά.
«Η σύγχρονη Γηριατρική, επομένως, δεν αντιμετωπίζει τη γήρανση απλώς ως μια διαδικασία που καθορίζεται από τον αριθμό των ετών. Μας ενδιαφέρει κυρίως πώς ζει ο άνθρωπος αυτά τα χρόνια, πόσο αυτόνομος παραμένει, ποια είναι η λειτουργικότητά του και ποια είναι η ποιότητα της ζωής του», τονίζει ο κ. Καραϊτιανός.
Και αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σήμερα, καθώς η ανθρωπότητα έχει εισέλθει σε μια νέα δημογραφική πραγματικότητα. Η ζωή παρατείνεται και όλο και περισσότεροι άνθρωποι φτάνουν σε μεγαλύτερες ηλικίες. Η φετινή Παγκόσμια Ημέρα των Μεγαλύτερων Ηλικιακά Ανθρώπων, την 1η Οκτωβρίου, έχει άλλωστε ως θέμα ακριβώς αυτή τη νέα πραγματικότητα: «Η εποχή της μακροζωίας: επανεξετάζοντας τα συστήματα για μεγαλύτερη διάρκεια ζωής». Ο στόχος είναι τα επιπλέον χρόνια ζωής να μετατραπούν και σε επιπλέον χρόνια υγείας, αυτονομίας, αξιοπρέπειας και συμμετοχής.
Δεν είναι μόνο γονίδια
Το πόσο γρήγορα και με ποιον τρόπο γερνά ένας οργανισμός δεν εξαρτάται από έναν μόνο παράγοντα. Τα γονίδια έχουν τον ρόλο τους, αλλά δεν γράφουν από μόνα τους όλη την ιστορία. Ο τρόπος ζωής, η διατροφή, η σωματική δραστηριότητα, ο ύπνος, το κάπνισμα και το αλκοόλ, η πρόληψη και η σωστή αντιμετώπιση των χρόνιων νοσημάτων επηρεάζουν σημαντικά την πορεία της γήρανσης. Στο ίδιο «παζλ» συμμετέχουν το περιβάλλον, η εργασία, οι κοινωνικές σχέσεις και οι συνθήκες μέσα στις οποίες έχει ζήσει ένας άνθρωπος.
Επομένως, ναι, μπορούμε να γεράσουμε καλά. Δεν μπορούμε να σταματήσουμε τη βιολογική γήρανση, μπορούμε όμως να επηρεάσουμε σε μεγάλο βαθμό την πορεία της. Η τακτική άσκηση, η ισορροπημένη διατροφή, η καλή ποιότητα ύπνου, η πρόληψη και η διατήρηση της κοινωνικής και πνευματικής δραστηριότητας είναι επενδύσεις που κάνουμε από νωρίς και αποδίδουν σε βάθος χρόνου», λέει ο πρόεδρος της ΕΓΓΕ.
Η καλή γήρανση, μάλιστα, δεν είναι κάτι που ξεκινά όταν κάποιος φτάσει τα 60 ή τα 70. Χτίζεται πολύ νωρίτερα. Και το ζητούμενο, επομένως, μετατοπίζεται. Δεν είναι μόνο πόσα χρόνια θα ζήσουμε, αλλά πόσα από αυτά θα τα ζήσουμε με καλή υγεία και ανεξαρτησία.
Γιατί φοβόμαστε;
Η μεγαλύτερη ηλικία μπορεί πράγματι να συνοδεύεται από προκλήσεις: χρόνια νοσήματα, απώλεια λειτουργικότητας, απώλειες αγαπημένων προσώπων, αλλαγές στον τρόπο ζωής. Δεν αποτελεί, όμως, συνώνυμο της παρακμής. «Μπορεί να σημαίνει μια διαφορετική ποιότητα ζωής, με περισσότερη γνώση, εμπειρία, ελευθερία και χρόνο για όσα πραγματικά έχουν αξία», λέει με νόημα ο κ. Καραϊτιανός.
Οι αισθητικές παρεμβάσεις, οι λεγόμενες «αντιγηραντικές» πρακτικές και η διαρκής προσπάθεια να διατηρηθεί ένα νεανικό σώμα δεν είναι από μόνες τους κάτι αρνητικό. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η νεότητα παρουσιάζεται ως προϋπόθεση για να θεωρείται κάποιος όμορφος, δραστήριος, παραγωγικός ή ακόμη και κοινωνικά αποδεκτός.
Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν ενισχύσει αυτή την πίεση, δημιουργώντας τη ψευδαίσθηση ότι η γήρανση είναι κάτι που πρέπει πάση θυσία να κρυφτεί ή καθυστερήσει όσο το δυνατόν περισσότερο. Και αυτό διότι συνδέονται κατά κανόνα με τη φθορά, την παρακμή, την αδυναμία και την εξάρτηση.
«Αυτός ο ηλικιακός ρατσισμός αδικεί τους μεγαλύτερους ανθρώπους, αλλά τελικά αδικεί και την ίδια την κοινωνία, γιατί μας κάνει να παραβλέπουμε την εμπειρία, τη γνώση και την προσφορά τους. Οταν πάψουμε να βλέπουμε την προχωρημένη ηλικία ως απώλεια και την αντιμετωπίσουμε ως ένα ακόμη στάδιο της ζωής, αλλάζει και ο τρόπος με τον οποίο τη βιώνουμε. Δεν μπορούμε να σταματήσουμε τον χρόνο, μπορούμε όμως να επιλέξουμε σε μεγάλο βαθμό πώς θα τον ζήσουμε», λέει ο πρόεδρος της ΕΓΓΕ.
Με άλλα λόγια, η μεγαλύτερη ηλικία μπορεί να σημαίνει περισσότερο χρόνο για την οικογένεια, νέες δραστηριότητες, ταξίδια, δημιουργία, κοινωνική συμμετοχή, ακόμη και νέα σχέδια.
Τι πρέπει να αλλάξει
Η Ελλάδα είναι ήδη μια γερασμένη δημογραφικά χώρα. Περίπου ένας στους τέσσερις κατοίκους είναι ηλικίας 65 ετών και άνω, ενώ η γήρανση του πληθυσμού αναμένεται να ενταθεί τις επόμενες δεκαετίες. Ο ΟΟΣΑ εκτιμά ότι η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες όπου η αναλογία των ατόμων ηλικίας 65 ετών και άνω προς τον πληθυσμό εργάσιμης ηλικίας θα αυξηθεί ιδιαίτερα μέχρι τα μέσα του αιώνα.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν αφορά μόνο τους σημερινούς ηλικιωμένους. Αφορά και τους σημερινούς 40άρηδες, 50άρηδες και 60άρηδες που θα αποτελέσουν τις επόμενες γενιές μεγαλύτερων ανθρώπων.
Και εδώ εντοπίζεται μια μεγάλη αδυναμία της χώρας. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ για το 2023, στην Ελλάδα αντιστοιχούν μόλις 0,2 εργαζόμενοι στη μακροχρόνια φροντίδα ανά 100 άτομα ηλικίας 65 ετών και άνω, έναντι 5 στον μέσο όρο του ΟΟΣΑ.
«Χρειαζόμαστε περισσότερη κατ’ οίκον και κοινοτική φροντίδα, καλύτερη υποστήριξη των οικογενειακών φροντιστών και καλύτερη διασύνδεση των υπηρεσιών υγείας και κοινωνικής φροντίδας», τονίζει ο κ. Καραϊτιανός.
Και συνεχίζει: «Νομίζω, λοιπόν, ότι εδώ βρίσκεται και η μεγάλη πρόκληση της εποχής της μακροζωίας: δεν αρκεί να έχουμε περισσότερα χρόνια ζωής. Πρέπει να επανασχεδιάσουμε τις δομές μας ώστε αυτά τα χρόνια να μπορούν να βιώνονται με ασφάλεια, αυτονομία και αξιοπρέπεια. Αυτό είναι και το ουσιαστικό μήνυμα της φετινής Παγκόσμιας Ημέρας των Μεγαλύτερων Ηλικιακά Ανθρώπων. Η μακροζωία είναι μια μεγάλη κατάκτηση, αλλά μας καλεί ταυτόχρονα να ξανασκεφτούμε το σύστημα υγείας, τη μακροχρόνια φροντίδα και την κοινωνική προστασία».
Πηγή: tanea.gr





