Οι υψηλές αποδόσεις των ομολόγων και τα αυξημένα κόστη δανεισμού θα…

"Δεν μίλησε" η S&P για την Ελλάδα

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης

Πρόσθεσε το formedia.gr στη Google

Της Ελευθερίας Κούρταλη

Τα υψηλά επίπεδα χρέους, τα υψηλά επιτόκια, οι αυξημένες αποδόσεις των ομολόγων και τα αυξημένα κόστη δανεισμού αποτελούν τη νέα κανονικότητα, η οποία δεν αναμένονται να αλλάξει μέσα στα επόμενα δύο τουλάχιστον χρόνια, επισημαίνει η S&P, ενώ προειδοποιεί για ένα πολύ δυσκολότερο 2027.

Ειδικότερα, όπως σημειώνει, οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων κρατικών ομολόγων έχουν αυξηθεί σε ολόκληρη την Ευρώπη ακολουθώντας την κίνηση των αμερικανικών ομολόγων. Η S&P δεν θεωρεί ότι οι αποδόσεις σε αυτά τα επίπεδα είναι ασυνήθιστες. Αντίθετα, η περίοδος χαμηλών ή αρνητικών επιτοκίων και πολύ χαμηλών αποδόσεων μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση 2007-2009 ήταν ασυνήθιστη. Οι τρέχουσες αποδόσεις αντανακλούν μια συρροή παραγόντων, πολλοί από τους οποίους είναι διαρθρωτικοί, συμπεριλαμβανομένων των επίμονων πληθωριστικών πιέσεων, των υψηλών απαιτήσεων χρηματοδότησης (και την αυξανόμενη ζήτηση χρηματοδότησης από την τεχνητή νοημοσύνη) και της αυξημένης γεωπολιτικής αστάθειας που μεταφράζεται σε υψηλότερα μακροπρόθεσμα ασφάλιστρα.

Ο οίκος εκτιμά πως το περιβάλλον υψηλών αποδόσεων ομολόγων και άρα υψηλού κόστους δανεισμού θα διατηρηθεί για τουλάχιστον δύο χρόνια. Όπως τονίζει, εκτιμά πως η απόδοση του 10ετούς γερμανικού ομολόγου θα παραμείνει πιάνω από το 3% έως το 2028 τουλάχιστον, κάτι που σημαίνει αυξημένες αποδόσεις σε ολόκληρη την Ευρωζώνη γενικότερα.

Οι δομικά υψηλότερες αποδόσεις των ομολόγων συνεπάγονται πρόσθετους δημοσιονομικούς κινδύνους για την Ευρώπη, ιδίως για τα κράτη με υψηλά επίπεδα χρέους και σημαντικές ετήσιες ανάγκες αναχρηματοδότησης, τονίζει η S&P. Οι πληθωριστικές πιέσεις που προέρχονται από την ενέργεια (και ειδικότερα το φυσικό αέριο) και τα τρόφιμα οδηγούν σε αύξηση του κόστους εξυπηρέτησης του χρέους. Η δημοσιονομική πίεση θα είναι εντονότερη εκεί όπου η ευελιξία είναι περιορισμένη και οι λήξεις χρέους είναι οι μεγαλύτερες, κατάσταση που επιτείνεται από τις αυξανόμενες αμυντικές ανάγκες και την πολιτική πόλωση.

Αυτοί οι παράγοντες οδήγησαν σε αύξηση κατά 80 μονάδες βάσης περίπου στις αποδόσεις των 10ετών ομολόγων στις βασικές αγορές της Ευρώπης μέχρι στιγμής φέτος. Η Γαλλία αντιμετωπίζει τον πιο απότομο αντίκτυπο, με τις δαπάνες για τόκους που προβλέπεται να αυξηθούν από περίπου 2,2% του ΑΕΠ το 2025 σε 2,6%-2,7% το 2026. Εντωμεταξύ, και στη Ιταλία και το Ηνωμένο Βασίλειο παραμένουν υψηλές σε περίπου 4,0% και 3,8% του ΑΕΠ, αντίστοιχα.

Η επιστροφή στα επίπεδα αποδόσεων που ίσχυαν πριν από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2007-2009 είναι σήμερα δυσκολότερη, δεδομένων των σημαντικά υψηλότερων επιπέδων χρέους στα περισσότερα μεγάλα ευρωπαϊκά κράτη (με εξαίρεση τη Γερμανία), παρόλο που οι μακρές μέσες διάρκειες λήξης του χρέους επιβραδύνουν τη μετάδοση των μεταβολών στα επιτόκια, επισημαίνει ο οίκος.. Ωστόσο, το αυξανόμενο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους απειλεί να εκτοπίσει τον προγραμματισμένο δημοσιονομικό εξορθολογισμό, καθιστώντας αναγκαίες βαθύτερες προσαρμογές και ενδεχομένως οξύνοντας τις πολιτικές εντάσεις.

Όπως τονίζει η S&P, ο πολιτικός κατακερματισμός απειλεί να περιπλέξει τα δημοσιονομικά αποτελέσματα ενόψει του εκλογικού κύκλου του 2027. Οι εθνικές εκλογές στη Γαλλία, την Ιταλία και την Ισπανία ενδέχεται να περιορίσουν τα μέτρα δημοσιονομικής εξυγίανσης.

Στη Γαλλία, ένα κατακερματισμένο κοινοβούλιο μπορεί να εμποδίσει την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων για το 2027, αν και ο οίκος αναμένει έναν στόχο για ήπια μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος.

Στην Ιταλία, οι δαπάνες για τόκους παραμένουν ο κύριος παράγοντας διαμόρφωσης του ελλείμματος, παρά την ύπαρξη πρωτογενούς πλεονάσματος.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι πρόσφατες πολιτικές αλλαγές εγείρουν ερωτήματα σχετικά με την ισορροπία μεταξύ ευημερίας, άμυνας και δημοσιονομικής πειθαρχίας.

Εντωμεταξύ, τα κέρδη του AfD στη Γερμανία υπογραμμίζουν την αυξανόμενη πόλωση, παρεμποδίζοντας πιθανώς τις μεταρρυθμίσεις που είναι προσανατολισμένες στην ανάπτυξη.

Οι πολιτικοί συμβιβασμοί καθίστανται αναπόφευκτοι καθώς εντείνονται οι αυξανόμενες αμυντικές απαιτήσεις και οι δημογραφικές πιέσεις, επισημαίνει η S&P. Τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη έχουν δεσμευτεί για υψηλότερες αμυντικές δαπάνες στο πλαίσιο των στόχων του ΝΑΤΟ και ο οίκος αναμένει ότι οι βασικές αμυντικές δαπάνες θα φθάσουν το 3,5% του ΑΕΠ έως το 2035 (πλέον 1,5% για ευρύτερες δαπάνες ασφαλείας). Αυτή είναι μία σημαντική αύξηση σε σχέση με τα τρέχοντα επίπεδα, τα οποία κυμαίνονται συνήθως μεταξύ 2% και 2,5% του ΑΕΠ. Παράλληλα, η γήρανση του πληθυσμού ασκεί ανοδικές πιέσεις στις δαπάνες για συντάξεις και υγειονομική περίθαλψη.

Κατά συνέπεια, οι κυβερνήσεις καλούνται να διαχειριστούν ολοένα και πιο δύσκολες επιλογές ανάμεσα στην ασφάλεια, τις κοινωνικές δεσμεύσεις και τη δημοσιονομική βιωσιμότητα. Αν και το υψηλό επίπεδο των δημόσιων δαπανών αφήνει περιθώρια για αναθεώρηση των προτεραιοτήτων, η πολιτική εφικτότητα μιας ουσιαστικής συγκράτησης των δαπανών παραμένει αβέβαιη.

Αυτές οι αντίξοες συνθήκες ενδέχεται να περιορίσουν τις προοπτικές αξιολόγησης για αρκετές μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες, προειδοποιεί ο οίκος. Παρόλο που η Ιταλία και η Πορτογαλία διατηρούν θετικές προοπτικές, το τρέχον περιβάλλον δοκιμάζει την πρόσφατη ανοδική τους δυναμική. Αντιθέτως, το Βέλγιο, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες δυσκολίες στην επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων, ελλείψει πρόσθετων μέτρων για τη μείωση του ελλείμματος ή επιτάχυνσης της οικονομικής ανάπτυξης.

Κατά την S&P, η άνοδος των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων αποτελεί τον μεγαλύτερο κίνδυνο για την Ευρώπη. Ο βασικός πιστωτικός κίνδυνος είναι, όπως εξηγεί, ότι μια άτακτη αύξηση των μακροπρόθεσμων αποδόσεων των κρατικών ομολόγων θα μπορούσε να απαιτήσει υψηλότερα επιτόκια και αυστηρότερους όρους χρηματοδότησης, οδηγώντας σε μια ευρύτερη ανατιμολόγηση του κινδύνου, με το υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης να αυξάνει τα ήδη υψηλά βάρη εξυπηρέτησης του κρατικού χρέους.

Πολύ πιο δύσκολο το 2027

Το 2027 οδεύει στο να αποτελέσει έτσι ένα έτος πολύ περισσότερο αυξημένης αβεβαιότητας, καθώς οι υψηλές τιμές ενέργειας και τροφίμων, σε συνδυασμό με τις αυξημένες αποδόσεις μακροπρόθεσμων ομολόγων στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ, θα επιβαρύνουν σοβαρά τις οικονομικές προοπτικές. Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει το γεγονός ότι οι διαρκείς ανησυχίες που έχει η S&P σχετικά με τους γεωπολιτικούς κινδύνους παραμένουν άλυτες – μάλιστα, το γεωπολιτικό τοπίο επιδεινώνεται σταδιακά τους τελευταίους μήνες.

Το βασικό σενάριο του οίκου για τη Μέση Ανατολή προβλέπει πλέον ότι οι σποραδικές διαταραχές στον εφοδιασμό ενέργειας θα συνεχιστούν και το 2027, γεγονός που σημαίνει ότι οι ανοδικές πιέσεις στις τιμές —ιδίως για τα διυλισμένα προϊόντα— θα επιμείνουν, ακόμη και καθώς οι περιφερειακοί και παγκόσμιοι δρώντες προσαρμόζονται στα νέα δεδομένα. Στο σενάριο αυτό υπεισέρχονται και ορισμένοι αστάθμητοι παράγοντες: μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η απόσυρση ρωσικών δυνατοτήτων διύλισης από την αγορά —είτε λόγω των αμερικανικών κυρώσεων είτε για τη διασφάλιση του εγχώριου εφοδιασμού— καθώς και οι αυξημένες τιμές του LNG σε περίπτωση που ο χειμώνας στο Βόρειο Ημισφαίριο είναι βαρύς, δεδομένου ότι τα αποθέματα σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες βρίσκονται στα χαμηλότερα επίπεδα πολλών ετών.

Επιπλέον, ο πόλεμος Ρωσίας-Ουκρανίας κλιμακώνεται, με την ανοχή κινδύνου και από τις δύο πλευρές να αυξάνεται καθώς αναπτύσσονται οι δυνατότητες των μη επανδρωμένων αεροσκαφών και των πυραύλων και πλησιάζει ο χειμώνας. Επιπλέον, η Ρωσία διερευνά ολοένα και περισσότερο την ανταπόκριση των ευρωπαϊκών κρατών-μελών του ΝΑΤΟ σε διάφορους τύπους δολιοφθοράς που έχουν σχεδιαστεί για να αποδυναμώσουν τη συνοχή και την πολιτική υποστήριξη προς την Ουκρανία.

Ταυτόχρονα, ο πολιτικός κατακερματισμός στην Ευρώπη αποτελεί πρόκληση για τη λήψη αποφάσεων για τις κυβερνήσεις που βρίσκονται αντιμέτωπες με σημαντικές εκλογές τον επόμενο χρόνο, όπως η Γαλλία, η Πολωνία, η Ισπανία και η Ιταλία, όπως τονίζει η S&P. Η βασική της ανησυχία για την είναι ότι τα δύσκολα μέτρα δημοσιονομικής εξυγίανσης, που καθίστανται ακόμη πιο επείγοντα λόγω του αυξανόμενου κόστους εξυπηρέτησης του χρέους, ενδέχεται να αποδυναμωθούν ή να καθυστερήσουν.

Πηγή: capital.gr

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ