Του Τάσου Δασόπουλου
Aιχμές για την πολιτική σταθερότητα αφήνει ξανά η Moody’s στην αξιολόγηση της 18ης Σεπτεμβρίου για την οικονομία, για την οποία αναβάθμισε την προοπτική της από “σταθερή” σε “θετική”.
Ο μεγαλύτερος οίκος αξιολόγησης σημειώνει στην αιτιολόγηση της τελευταίας αξιολόγησής του ότι η θετική προοπτική στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στην αυξανόμενη –αν και ακόμη όχι πλήρως διασφαλισμένη– πεποίθηση ότι τα πρόσφατα δημοσιονομικά κέρδη θα έχουν διάρκεια.
Ο οίκος γίνεται πιο συγκεκριμένος, λέγοντας ότι το outlook θα μπορούσε να επιστρέψει από “θετικό” σε “σταθερό”, εάν μελλοντικές κυβερνήσεις δεν συνέχιζαν τις διαρθρωτικές οικονομικές και θεσμικές μεταρρυθμίσεις ή εάν εξασθενούσε η δέσμευση για πρωτογενή πλεονάσματα που μειώνουν το χρέος.
Με τον τρόπο αυτόν η Moody’s βάζει ξανά στο κάδρο και τον πολιτικό παράγοντα, επισημαίνοντας ότι η διατήρηση της θετικής προοπτικής προϋποθέτει συνέχιση της μεταρρυθμιστικής και δημοσιονομικής πολιτικής και από τις επόμενες κυβερνήσεις. Ο οίκος αναγνωρίζει ότι σήμερα υπάρχει πολιτική συναίνεση υπέρ της μείωσης του χρέους, προειδοποιεί όμως ότι υποχώρηση της δέσμευσης στις μεταρρυθμίσεις είναι πιθανό να υποβαθμίσει τις προοπτικές της οικονομίας ξανά σε “σταθερές”.
H Moody’s analytics
Λίγους μήνες πριν, τον Μάιο, η Moody’s analytics σε μια περισσότερο πολιτική ανάλυση προειδοποιούσε ξανά, εν μέσω του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ και των αντιδράσεων για τα Τέμπη, για πολιτική αστάθεια. Τότε ο οίκος ανέλυε σε τέσσερα σενάρια την κλιμακούμενη αρνητική επίδραση στην οικονομία.
Στο βασικό σενάριο, με εκλογές το δεύτερο τρίμηνο του 2027 σε έναν ή δύο κύκλους, προέβλεπε προσωρινή δημοσιονομική χαλάρωση, η οποία δεν θα άλλαζε σημαντικά την πορεία μείωσης του χρέους.
Στο σενάριο πρόωρων εκλογών το τρίτο τρίμηνο του 2026, προέβλεπε ότι θα αυξανόταν προσωρινά η αβεβαιότητα και θα πλήττονταν η κατανάλωση και οι επενδύσεις το 2026. Ωστόσο, εφόσον η κυβέρνηση σχηματιζόταν χωρίς μεγάλη καθυστέρηση, η οικονομία θα μπορούσε να ανακάμψει μέσα σε λίγα τρίμηνα.
Στο τρίτο σενάριο, οι εκλογές του 2027 θα οδηγούσαν σε αδυναμία σχηματισμού κυβέρνησης και σε επαναλαμβανόμενες εκλογές, με αποτέλεσμα η πολιτική αβεβαιότητα να διατηρηθεί επί μακρόν. Αυτό θα σήμαινε διεύρυνση των spreads, οι πιστωτικές συνθήκες θα γίνονταν αυστηρότερες, η εμπιστοσύνη θα υποχωρούσε και οι επενδύσεις θα δέχονταν ισχυρό πλήγμα.
Το πιο ακραίο σενάριο συνδύαζε πρόωρες εκλογές το 2026 με παρατεταμένη αδυναμία σχηματισμού κυβέρνησης και αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις χωρίς σταθερή κυβέρνηση, γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει σε εκτόξευση του κόστους δανεισμού, κατάρρευση των επενδύσεων και επιστροφή της οικονομίας σε συνθήκες ανάλογες με εκείνες της κρίσης χρέους.
Ο ξένος Τύπος
Το ενδεχόμενο πολιτικής αστάθειας είχε απασχολήσει και δημοσίευμα του Bloomberg στις αρχές του καλοκαιριού, το οποίο σημείωνε ότι οι δημοσκοπήσεις φέρνουν πρώτο το κυβερνών κόμμα, το οποίο όμως δεν είναι βέβαιο ότι θα συγκεντρώσει την κατάλληλη πλειοψηφία για μονοκομματική κυβέρνηση. Φιλοξενούσε μάλιστα και μια δήλωση του καθηγητή Πολιτικής Οικονομίας στο London School of Economics, Βασίλη Μοναστηριώτη, ο οποίος προειδοποιούσε ότι ένα παρατεταμένο διάστημα πολιτικής αβεβαιότητας θα μπορούσε να επηρεάσει την οικονομία. Το δημοσίευμα δεν παρέλειπε να θυμίσει ότι η Ελλάδα δεν έχει κουλτούρα πολυκομματικών κυβερνήσεων, αφήνοντας να εννοηθεί το ενδεχόμενο πολλαπλών εκλογικών αναμετρήσεων.
To Politico, στα μέσα Ιουνίου, επισήμαινε το σοβαρό ενδεχόμενο να έχουμε πρόωρες εκλογές εν μέσω του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ και του τραγικού δυστυχήματος των Τεμπών, τα οποία είχαν μειώσει το ποσοστό δημοφιλίας του πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη, και γενικότερα της Νέας Δημοκρατίας.
Βεβαίως η συζήτηση περί πρόωρων εκλογών διαψεύστηκε για πολλοστή φορά από τον ίδιο τον πρωθυπουργό στην παραδοσιακή ομιλία του στη ΔΕΘ. Ωστόσο, τα ποσοστά μη αυτοδυναμίας επιμένουν δημοσκοπικά, με το ενδεχόμενο δημιουργίας κόμματος από τον πρώην πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά να μην υλοποιείται μεν, αλλά και να μην αποκλείεται για το επόμενο διάστημα.
Κίνδυνος ανατροπής
Αν τελικά οι εκλογές γίνουν την ερχόμενη άνοιξη, όπως επιμένει να υποστηρίζει ο πρωθυπουργός, το τελευταίο πράγμα που θέλει η Ελλάδα είναι ένας παρατεταμένος εκλογικός κύκλος, κατά τον οποίο πολιτικοί και υπουργεία δεν θα κάνουν τίποτα περιμένοντας τη νέα κυβέρνηση.
Η Ελλάδα θα μπει το 2027 στην εποχή μετά το Ταμείο Ανάκαμψης, το οποίο προσέθετε κάθε χρόνο στο ΑΕΠ περίπου 3,5 δισ. ευρώ. Θα πρέπει να υπάρχει μια κυβέρνηση, η οποία θα πάρει τις ανάλογες πρωτοβουλίες, για να καλύψει μέρος, αν όχι το σύνολο του κενού επενδύσεων, το οποίο θα δημιουργηθεί στο τέλος του χρόνου. Διαφορετικά, ο ρυθμός ανάπτυξης, που αναμένεται να φτάσει ή και να ξεπεράσει το 2%, θα μειωθεί αισθητά. Τούτο γιατί, εκτός από τις δημόσιες επενδύσεις, θα “παγώσουν” και οι ιδιωτικές, καθώς όλοι γνωρίζουν ότι χωρίς εγκατεστημένη κυβέρνηση, το κράτος στην Ελλάδα δεν λειτουργεί. Τα ελληνικά νοικοκυριά θα μείνουν εντελώς απροστάτευτα απέναντι σε ένα κύμα υψηλού πληθωρισμού, που φαίνεται ήδη στον ορίζοντα και ένα περιβάλλον υψηλών επιτοκίων, που θα οδηγήσει σε στασιμοπληθωρισμό.
Παράλληλα, πολλές κομβικές μεταρρυθμίσεις όπως η ψηφιοποίηση του Δημοσίου, η επιτάχυνση απονομής δικαιοσύνης και πολλά ειδικά και γενικά πολεοδομικά σχέδια έχουν μείνει μισοτελειωμένα λόγω των διαδοχικών αναθεωρήσεων του ΤΑΑ.
Το τρίτο κομβικό σημείο για την επόμενη χρονιά είναι η προετοιμασία για την εκ περιτροπής προεδρία της Ε.Ε. από την Ελλάδα. Στο εξάμηνο της ελληνικής προεδρίας θα πρέπει να ληφθούν αποφάσεις για τον επόμενο κοινοτικό Προϋπολογισμό της περιόδου 2028-2034, από όπου η Ελλάδα διεκδικεί ποσό ύψους περίπου 50 δισ. ευρώ (26,5 δισ. από το επόμενο ΕΣΠΑ και 23 δισ. ευρώ από αγροτικές επιδοτήσεις), που θα κρίνουν σε μεγάλο βαθμό τη διατήρηση της αναπτυξιακής δυναμικής της οικονομίας.
Σε ό,τι αφορά τη μείωση του χρέους δεν αναμένονται άμεσες συνέπειες, καθώς το επόμενο δανειακό πρόγραμμα δεν θα ξεπεράσει τα 7 δισ. ευρώ, ενώ το δημόσιο έχει ακόμη ταμειακά διαθέσιμα άνω των 35 δισ. ευρώ. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος θα είναι η σταδιακή απόσυρση της εμπιστοσύνης από αγορές και εταίρους, η οποία θα απειλήσει με ανατροπή ό,τι κατακτήθηκε σε δημοσιονομικό επίπεδο τα τελευταία 7 χρόνια.
Πηγή: capital.gr





