Την ώρα που οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αναζητούν περισσότερο δημοσιονομικό χώρο για να αντιμετωπίσουν την ενεργειακή ακρίβεια, το Ευρωπαϊκό Δημοσιονομικό Συμβούλιο τραβά χειρόφρενο στις συνεχείς εξαιρέσεις από τους νέους κανόνες, περιορίζοντας έτσι και τις ελπίδες για μια νέα παρέμβαση στη νέα ενεργειακή κρίση. Η προειδοποίησή του δεν αποτελεί δεσμευτική απόφαση ούτε μπλοκάρει από μόνη της τις κυβερνητικές παρεμβάσεις, αυξάνει όμως σημαντικά το πολιτικό κόστος μιας νέας οριζόντιας ευρωπαϊκής ρύθμισης που θα επέτρεπε τη μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (ΕΦΚ) στα καύσιμα χωρίς να επιβαρύνονται οι εθνικές οροφές δαπανών.
Το μήνυμα έρχεται σε ιδιαίτερα δύσκολη στιγμή για την Αθήνα. Η κυβέρνηση έχει ξεκαθαρίσει ότι δεν εξετάζει μονομερή μείωση του ΕΦΚ, επειδή ο προϋπολογισμός θα έπρεπε να καλύψει ολόκληρη την απώλεια εσόδων, αφήνει όμως ανοιχτό το ενδεχόμενο προσωρινής παρέμβασης εάν εξασφαλιστεί «ειδική άδεια» από την Ευρώπη. Αυτό που επιδιώκει, επομένως, δεν είναι τόσο φορολογική έγκριση, καθώς η Ελλάδα έχει ήδη περιθώριο να μειώσει τους υψηλούς εθνικούς συντελεστές, όσο μια ευρωπαϊκή δημοσιονομική εξαίρεση που θα κρατήσει το κόστος εκτός της συμφωνημένης πορείας των καθαρών δαπανών.
Πληθαίνουν οι εξαιρέσεις
Η παρέμβαση του Συμβουλίου αποκτά μεγαλύτερο βάρος εξαιτίας της επιδείνωσης των δημοσιονομικών δεδομένων. Σύμφωνα με την έκθεσή του, το συνολικό δημόσιο χρέος των κρατών-μελών αυξήθηκε από 82% του ΑΕΠ το 2024 σε 83% το 2025 και αναμένεται να ξεπεράσει το 84% το 2026, ενώ στην ευρωζώνη προβλέπεται να κινηθεί πάνω από το 91%. Για το 2027 η αναλογία του χρέους στην ΕΕ εκτιμάται ότι θα φτάσει το 85,3%, απομακρύνοντας ακόμη περισσότερο την Ευρώπη από την εικόνα δημοσιονομικής εξυγίανσης πάνω στην οποία στηρίχθηκε η μεταρρύθμιση του Συμφώνου Σταθερότητας.
Την ίδια στιγμή, το δημοσιονομικό ισοζύγιο αναμένεται να επιδεινωθεί το 2026 κατά περίπου μισή ποσοστιαία μονάδα του ΑΕΠ, καθώς η άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων αυξάνει τις πληρωμές τόκων και οι κυβερνήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με πρόσθετες ανάγκες για άμυνα, ενέργεια και πράσινη μετάβαση. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το Συμβούλιο εκτιμά ότι η Ευρώπη δεν έχει την πολυτέλεια να δημιουργεί νέα δημοσιονομικά παράθυρα κάθε φορά που εμφανίζεται μία κρίση.
Η πρώτη μεγάλη εξαίρεση δόθηκε για τις αμυντικές δαπάνες και έχει ήδη ενεργοποιηθεί για 18 από τα 27 κράτη-μέλη. Ακολούθησε η διεύρυνσή της σε επενδύσεις ενεργειακής ασφάλειας, με δυνατότητα απόκλισης έως 0,3% του ΑΕΠ ετησίως και 0,6% σωρευτικά έως το 2028. Το Ευρωπαϊκό Δημοσιονομικό Συμβούλιο αμφισβητεί πλέον όχι μόνο τον τρόπο με τον οποίο εγκρίθηκε αυτή η διεύρυνση, αλλά και το εάν η ενεργειακή απεξάρτηση μπορεί να θεωρείται έκτακτη περίσταση, αφού αποτελεί έναν μακροχρόνιο ευρωπαϊκό στόχο και όχι ένα απρόβλεπτο γεγονός.
Οι φόροι που έκοψαν οι άλλες κυβερνήσεις
Η έκθεση καταγράφει ότι τα μέτρα που υιοθέτησαν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις για την αντιμετώπιση της νέας ενεργειακής κρίσης κόστισαν κατά μέσο όρο περίπου 0,1% του ΑΕΠ, με την επιβάρυνση σε ορισμένα κράτη να φτάνει το 0,3%. Περίπου τα δύο τρίτα των παρεμβάσεων ήταν οριζόντια και περιλάμβαναν κυρίως μειώσεις των έμμεσων φόρων στα καύσιμα και παρεμβάσεις στις τελικές τιμές.
Αυτή ακριβώς η πρακτική βρίσκεται πλέον στο μικροσκόπιο. Το Συμβούλιο προειδοποιεί ότι, εάν κάθε ενεργειακή ή γεωπολιτική αναταραχή οδηγεί σε χαλάρωση των ορίων, το νέο πλαίσιο κινδυνεύει να χάσει την αξιοπιστία του προτού ολοκληρωθεί ο πρώτος κύκλος εφαρμογής του. Από τα 27 κράτη-μέλη, μόνο 16 χαρακτηρίστηκαν πλήρως συνεπή με την πορεία των καθαρών δαπανών για το 2025, τέσσερα κρίθηκαν μη συνεπή και επτά εμφάνισαν ουσιώδη απόκλιση. Παρ’ όλα αυτά, μόνο μία χώρα, η Βουλγαρία, αντιμετώπισε νέα διαδικαστική συνέπεια, γεγονός που το Συμβούλιο αποδίδει στην υπερβολική διακριτική ευχέρεια και επιείκεια των ευρωπαϊκών θεσμών.
Το ελληνικό αίτημα μπροστά σε ψηλότερο εμπόδιο
Η Ελλάδα έχει ήδη υποβάλει αίτημα για να αξιοποιήσει τη διευρυμένη ρήτρα σε διαρθρωτικές επενδύσεις ενεργειακής ασφάλειας και η Κομισιόν εισηγήθηκε θετικά στις 17 Σεπτεμβρίου. Πρόκειται, όμως, για διαφορετικό ζήτημα από τη μείωση του ΕΦΚ. Η υφιστάμενη εξαίρεση καλύπτει επενδύσεις που μειώνουν μόνιμα την εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα, όχι φορολογικές μειώσεις, επιδοτήσεις στην αντλία ή εισοδηματικά βοηθήματα που απορροφούν προσωρινά την αύξηση των τιμών.
Για να μη μετρήσει μια μείωση του ΕΦΚ στον δημοσιονομικό λογαριασμό, θα χρειαζόταν επομένως μία νέα, ευρύτερη ευρωπαϊκή απόφαση. Αυτή είναι η προοπτική που ψαλιδίζει η έκθεση, χωρίς να την αποκλείει τυπικά. Η Ελλάδα θα πρέπει να βρει αρκετούς συμμάχους ώστε να πείσει την Κομισιόν και το Συμβούλιο ότι η έκρηξη των τιμών δικαιολογεί ακόμη μία εξαίρεση, απέναντι πλέον στην επίσημη προειδοποίηση ότι το Σύμφωνο Σταθερότητας κινδυνεύει να μετατραπεί σε ένα πλαίσιο κανόνων που ισχύουν μόνο μέχρι την επόμενη κρίση.
Αντίθετα, στην περίπτωση που δεν διαμορφωθεί κοινή ευρωπαϊκή λύση, η κυβέρνηση θα πρέπει κάθε μείωση του ΕΦΚ να χρηματοδοτηθεί από τον εθνικό προϋπολογισμό, με περιορισμό άλλων δαπανών, αξιοποίηση πρόσθετων εσόδων ή μικρότερο δημοσιονομικό απόθεμα.
Πηγή: ot.gr





