Αν ανοίξατε τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τις τελευταίες ημέρες, είναι σχεδόν βέβαιο ότι βομβαρδιστήκατε από ρετρό πορτρέτα. Φίλοι, γνωστοί και δημόσια πρόσωπα μεταμορφώθηκαν μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα σε πρωταγωνιστές βιντεοκασέτας των ’80s, χάρη σε μια νέα, εντυπωσιακή τάση της Τεχνητής Νοημοσύνης.
Του Απόστολου Καψάλη, Cybersecurity Analyst -engineer από την «Πολιτεία Θεσσαλών» Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2026
Το αποτέλεσμα είναι χωρίς αμφιβολία διασκεδαστικό και εντυπωσιακό συνάμα. Πριν όμως υποκύψουμε στον πειρασμό του επόμενου «κλικ», ίσως οφείλουμε να αναρωτηθούμε ποιο είναι το πραγματικό κόστος αυτής της δωρεάν ψηφιακής χρονομηχανής.

Όταν ανεβάζουμε μια selfie σε μια άγνωστη εφαρμογή, δεν μοιραζόμαστε απλώς ένα χαμόγελο. Παραδίδουμε οικειοθελώς την ψηφιακή γεωμετρία του προσώπου μας. Παράλληλα, όσο και αν ακούγεται επιστημονική φαντασία, εκχωρούμε πρόσβαση σε κρυφά μεταδεδομένα που προδίδουν τις ακριβείς συντεταγμένες του σπιτιού ή του χώρου εργασίας μας, καθώς και δικαιώματα πρόσβασης σε ολόκληρη τη συλλογή των φωτογραφιών μας. Σε αυτή την ψηφιακή οικονομία, αν το προϊόν παρέχεται δωρεάν, το πιθανότερο είναι πως το πραγματικό προϊόν προς πώληση είμαστε εμείς.
Το ζήτημα αποκτά πολύ πιο σκοτεινές διαστάσεις όταν αυτά τα τεράστια αποθέματα βιομετρικών δεδομένων καταλήγουν, νόμιμα μέσω πώλησης ή παράνομα μέσω διαρροών, στα χέρια επιτήδειων ή εταιρειών που εκπαιδεύουν αλγόριθμους χωρίς τη συγκατάθεσή μας. Εδώ ακριβώς μπαίνει στο κάδρο η απειλή των deepfakes. Έχοντας στη διάθεσή τους τις καθαρές, υψηλής ανάλυσης φωτογραφίες μας, κακόβουλοι χρήστες μπορούν να δημιουργήσουν ψηφιακούς κλώνους.
Ένα πειστικό deepfake μπορεί να «δανειστεί» το πρόσωπό μας (deep faces) για να ξεγελάσει συστήματα βιομετρικής ταυτοποίησης, να στοχοποιήσει τον κύκλο μας μέσω εξελιγμένων μορφών απάτης ή να χρησιμοποιηθεί για την κατασκευή παραπλανητικού υλικού. Η εφαρμογή, λοιπόν, δεν μας γνωρίζει από μόνη της, εμείς της δίνουμε απλόχερα τα υλικά για να μας αντιγράψει.

Για να κατανοήσουμε τις πραγματικές διαστάσεις του κινδύνου στην καθημερινότητά μας, δεν χρειάζεται να αναζητήσουμε σενάρια επιστημονικής φαντασίας. Αρκεί να θυμηθούμε ένα περιστατικό που εκτυλίχθηκε πριν από τρία χρόνια, με θύμα έναν γνωστό ιατρό της περιοχής μας.
Ο συγκεκριμένος επαγγελματίας υγείας, διατηρώντας ένα ιδιαίτερα εκτεταμένο πελατολόγιο και μια άψογη επιστημονική φήμη στην τοπική κοινωνία, βρέθηκε ξαφνικά στο επίκεντρο μιας στοχευμένης διαδικτυακής απάτης. Χωρίς την παραμικρή δική του εμπλοκή, το πρόσωπο και η φωνή του χρησιμοποιήθηκαν μέσω προηγμένης τεχνολογίας deepfake για τη δημιουργία ενός απόλυτα παραπλανητικού, κατασκευασμένου βίντεο.
Στο συγκεκριμένο οπτικοακουστικό υλικό, το οποίο προωθήθηκε μαζικά μέσω χορηγούμενων διαφημίσεων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ο ιατρός φαινόταν να παραχωρεί εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη σε ενημερωτική εκπομπή μεγάλου αθηναϊκού καναλιού, με αληθοφανή λογότυπα και γραφικά και ολοζώντανη την κεντρική anchorwoman του καναλιού να του παίρνει συνέντευξη.
Ο ψηφιακός του κλώνος διαφήμιζε με απόλυτη φυσικότητα και επιστημονική ορολογία ένα υποτιθέμενο «θαυματουργό», αλλά μη εγκεκριμένο, φάρμακο για παθήσεις του ουροποιητικού συστήματος. Οι κυβερνοεγκληματίες είχαν απλώς συλλέξει το διαθέσιμο ψηφιακό του αποτύπωμα, δηλαδή, φωτογραφίες, βίντεο και παλαιότερες δημόσιες τοποθετήσεις, για να τροφοδοτήσουν το AI μοντέλο τους, επιτυγχάνοντας ένα τρομακτικά ρεαλιστικό αποτέλεσμα.
Οι συνέπειες στην πραγματική ζωή ήταν άμεσες. Το ιατρείο του κατακλύστηκε από τηλεφωνήματα ασθενών οι οποίοι, έχοντας πειστεί από το κύρος του ιατρού και την αληθοφάνεια του υποτιθέμενου τηλεοπτικού ρεπορτάζ, αναζητούσαν διακαώς το συγκεκριμένο σκεύασμα.
Ο ιατρός αναγκάστηκε να προβεί σε μπαράζ δημόσιων διαψεύσεων, επίσημες καταγγελίες στις αρμόδιες αρχές και άμεσες νομικές ενέργειες, προσπαθώντας να προστατεύσει τόσο την επαγγελματική του αξιοπιστία όσο και τη δημόσια υγεία. Αυτή η ψηφιακή «απαγωγή» αποδεικνύει περίτρανα πως η ανεξέλεγκτη διάθεση της ψηφιακής μας εικόνας στο διαδίκτυο μετατρέπει το πρόσωπό μας στο τέλειο δόλωμα.
Για να διατηρήσουμε τον έλεγχο, η λύση δεν είναι η τεχνοφοβία, αλλά η ψηφιακή εγγραμματοσύνη. Αυτό σημαίνει πως πρέπει να αφιερώνουμε λίγα δευτερόλεπτα για να διαβάζουμε τα «ψιλά γράμματα» των όρων χρήσης, ελέγχοντας αν η εκάστοτε εφαρμογή διατηρεί το δικαίωμα να πουλήσει ή να εκπαιδεύσει μοντέλα με τα δεδομένα μας στο διηνεκές.
Εξίσου σημαντικός είναι ο αυστηρός έλεγχος των αδειών που παραχωρούμε στο κινητό μας, επιτρέποντας την πρόσβαση αυστηρά και μόνο στη συγκεκριμένη φωτογραφία που θέλουμε να επεξεργαστούμε και όχι σε ολόκληρο το άλμπουμ, τις επαφές ή το μικρόφωνο. Τέλος, οφείλουμε να καθαρίζουμε τα μεταδεδομένα των αρχείων μας, απενεργοποιώντας την καταγραφή γεωγραφικής τοποθεσίας (geotagging) στις ρυθμίσεις της κάμερας, ώστε να μην ακολουθεί τη φωτογραφία μας ο χάρτης της καθημερινότητάς μας.
Η τεχνολογία οφείλει να είναι ένα εργαλείο δημιουργίας και όχι μια κερκόπορτα για την ιδιωτικότητά μας. Η προστασία μας στον ψηφιακό κόσμο ξεκινά πάντα με μια δόση υγιούς καχυποψίας πριν από κάθε μαζικό ψηφιακό παιχνίδι._





