Τρ. Τσάτσαρος: Αφορά 12 Πρωτοδικεία της χώρας, στα οποία δεν συμπεριλαμβάνεται το Πρωτοδικείο Λάρισας
Έναν νέο τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι συσσωρευμένες δικαστικές εκκρεμότητες επιχειρεί να ανοίξει η Δικαιοσύνη με την Ηλεκτρονική Πλατφόρμα Ανακοπών, η οποία τέθηκε σε λειτουργία την 1η Σεπτεμβρίου 2026. Στόχος της είναι ο επαναπροσδιορισμός χιλιάδων εκκρεμών ανακοπών, ώστε υποθέσεις που έχουν προσδιοριστεί ακόμη και για αρκετά χρόνια αργότερα -μια δεκαετία μετά- να οδηγηθούν σε εκδίκαση νωρίτερα.
Γράφει η Λόλα Γάτσιου από την «Πολιτεία Θεσσαλών» Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2026
Η Ηλεκτρονική Πλατφόρμα Ανακοπών αφορά περίπου 36.500 εκκρεμείς υποθέσεις σε ολόκληρη τη χώρα, εκ των οποίων περίπου 33.000 βρίσκονται στο Πρωτοδικείο Αθηνών, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Πρόκειται κυρίως για ανακοπές κατά διαταγών πληρωμής και κατά πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης.
Η νέα διαδικασία, ωστόσο, δεν έχει περάσει χωρίς αντιδράσεις. Ο δικηγορικός κόσμος της χώρας εκφράζει σοβαρές επιφυλάξεις για τον υποχρεωτικό χαρακτήρα της διαδικασίας, τις σύντομες προθεσμίες και τις συνέπειες που μπορεί να έχει ένα λάθος ή μια παράλειψη κατά την ηλεκτρονική υποβολή των αιτήσεων ανακοπών.

Τι συμβαίνει στο Πρωτοδικείο Λάρισας
Ο κ. Τρύφων Τσάτσαρος, πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Λάρισας, μιλώντας στην “Πολιτεία Θεσσαλών” διευκρίνισε ότι η ηλεκτρονική πλατφόρμα επαναπροσδιορισμού των ανακοπών δεν αφορά το Πρωτοδικείο Λάρισας, καθώς οι δικάσιμοι που έχουν οριστεί στη Λάρισα βρίσκονται σε λογικά χρονικά πλαίσια και ως εκ τούτου δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της συγκεκριμένης διάταξης. Όπως εξήγησε, η πλατφόρμα αφορά ανακοπές που έχουν κατατεθεί σε 12 άλλα Πρωτοδικεία της χώρας, μεταξύ των οποίων τα μεγαλύτερα δικαστήρια, όπως της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης και του Πειραιά, όπου σε αρκετές περιπτώσεις είχαν οριστεί δικάσιμοι ακόμη και μετά από πέντε, έξι, επτά ή οκτώ χρόνια. Στόχος της νέας διαδικασίας είναι να δοθεί η δυνατότητα επαναπροσδιορισμού αυτών των ανακοπών, ώστε να αντιμετωπιστούν οι ιδιαίτερα μακρινές δικασίμοι.
Ο επαναπροσδιορισμός, ωστόσο, δεν γίνεται αυτόματα, αλλά αποτελεί μέριμνα του δικηγόρου, ο οποίος καλείται να αξιοποιήσει συγκεκριμένα στοιχεία που έχουν αναρτηθεί ή καταχωριστεί στην πλατφόρμα. Ο πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Λάρισας επισήμανε ότι ήδη έχουν παρατηρηθεί δυσκολίες στην ανεύρεση των απαραίτητων στοιχείων, ζήτημα το οποίο έχει επισημανθεί από την Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων, η οποία έχει ζητήσει παράταση των σχετικών προθεσμιών. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί, σύμφωνα με τον ίδιο, ο κίνδυνος που υπάρχει σε περίπτωση απώλειας της προθεσμίας, καθώς ανακοπές που δεν θα επαναπροσδιοριστούν εγκαίρως ενδέχεται να μην μπορούν να επανέλθουν.
Παράλληλα, υπάρχουν και πρακτικά ζητήματα, καθώς μπορεί ο δικηγόρος που είχε χειριστεί την αρχική ανακοπή να έχει συνταξιοδοτηθεί, να έχει διακόψει τη συνεργασία του με τον εντολέα ή ακόμη και να μην βρίσκεται πλέον στη ζωή. Για τον λόγο αυτό, ο κ. Τσάτσαρος τόνισε την ανάγκη να υπάρξουν «δικλείδες ασφαλείας», με επαρκώς διευρυμένες προθεσμίες και ιδιαίτερα αποτελεσματική ενημέρωση των πολιτών, ώστε να διασφαλιστεί ότι κανένας πολίτης δεν θα χάσει το δικονομικό του δικαίωμα εξαιτίας της μη έγκαιρης ενημέρωσης ή της αδυναμίας επαναπροσδιορισμού μιας ανακοπής.
Στόχος να μη φτάνουν οι δίκες μέχρι το 2039
Η εικόνα που έχει διαμορφωθεί στα δικαστήρια αποτελεί έναν από τους βασικούς λόγους για την αλλαγή του συστήματος. Στο Πρωτοδικείο Αθηνών, σύμφωνα με το Υπουργείο Δικαιοσύνης, υπάρχουν ανακοπές με δικασίμους που φτάνουν μέχρι και το 2038-2039.
Η ηλεκτρονική πλατφόρμα δημιουργήθηκε με βάση τον Ν. 5221/2025 και τα άρθρα 130 επ., προκειμένου να επιταχυνθεί η εκδίκαση των συγκεκριμένων εκκρεμών υποθέσεων. Η διαδικασία γίνεται ηλεκτρονικά και προβλέπει τον επαναπροσδιορισμό των υποθέσεων σε συντομότερο χρόνο, ενώ μπορεί να επιτρέψει και τη συγκέντρωση ή συνεκδίκαση συναφών υποθέσεων.
Το Υπουργείο Δικαιοσύνης εκτιμά ότι από τις περίπου 36.500 υποθέσεις που υπάγονται στη ρύθμιση, τελικά θα προσδιοριστεί και θα συζητηθεί περίπου το 35%-40%, ενώ ο στόχος που έχει τεθεί είναι να ολοκληρωθεί η εκδίκαση των υποθέσεων αυτών μέχρι το 2028.
Επομένως, η πλατφόρμα δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη ψηφιακό εργαλείο. Επιχειρεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός αποσυμφόρησης των δικαστηρίων, μεταφέροντας ηλεκτρονικά ένα σημαντικό μέρος της διαδικασίας που μέχρι σήμερα συνδεόταν με τη διαχείριση των φακέλων και τον προσδιορισμό των δικασίμων.

Οι προθεσμίες που «τρέχουν»
Το κρίσιμο σημείο για τους διαδίκους και τους δικηγόρους είναι ότι ο επαναπροσδιορισμός δεν γίνεται οποτεδήποτε. Έχει προβλεφθεί συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα, ανάλογα με τη δικάσιμο που έχει ήδη οριστεί για την εκδίκαση κάθε ανακοπής.
Σύμφωνα με τις οδηγίες των δικαστηρίων, οι αιτήσεις υποβάλλονται ως εξής:
- 1 έως 30 Σεπτεμβρίου 2026: για ανακοπές με δικάσιμο από 17 Σεπτεμβρίου 2027 έως 31 Δεκεμβρίου 2029.
- 1 έως 31 Οκτωβρίου 2026: για ανακοπές με δικάσιμο από 1 Ιανουαρίου 2030 έως 31 Δεκεμβρίου 2032.
- 1 έως 30 Νοεμβρίου 2026: για ανακοπές με δικάσιμο από 1 Ιανουαρίου 2033 έως 31 Δεκεμβρίου 2035.
- 1 έως 31 Δεκεμβρίου 2026: για ανακοπές με δικάσιμο από 1 Ιανουαρίου 2036 έως 31 Δεκεμβρίου 2039.
Το χρονοδιάγραμμα σημαίνει ότι οι ενδιαφερόμενοι δεν έχουν ένα ενιαίο περιθώριο για όλες τις υποθέσεις. Η ημερομηνία της υφιστάμενης δικασίμου καθορίζει σε ποιο χρονικό παράθυρο θα πρέπει να κινηθεί ο δικηγόρος.
Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται ένα από τα σημεία που προκαλούν προβληματισμό στο δικηγορικό σώμα.
Η «παγίδα» της υποχρεωτικής διαδικασίας
Ο ΔΣΑ έχει υποστηρίξει ότι ο υποχρεωτικός χαρακτήρας της διαδικασίας, σε συνδυασμό με τις σύντομες και σύνθετες προθεσμίες, μπορεί να δημιουργήσει κινδύνους για τα δικαιώματα των διαδίκων.
Το ζήτημα δεν είναι μόνο τεχνικό. Η διαδικασία αφορά υποθέσεις που συνδέονται με οικονομικές αξιώσεις, διαταγές πληρωμής και αναγκαστική εκτέλεση. Έτσι, μια παράλειψη στη διαδικασία επαναπροσδιορισμού μπορεί να έχει σημαντικές συνέπειες για τον διάδικο.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι, σύμφωνα με την επίσημη ενημέρωση της πλατφόρμας, εάν για κάποια υπόθεση δεν υποβληθεί αίτηση επαναπροσδιορισμού, αυτή θεωρείται ως μηδέποτε ασκηθείσα, σύμφωνα με το άρθρο 134 του Ν. 5221/2025.
Αυτό εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί οι δικηγόροι ζητούν ιδιαίτερη προσοχή στη διαδικασία. Η ψηφιοποίηση, από μόνη της, δεν εξαλείφει τον κίνδυνο ενός λάθους. Αντίθετα, όταν μια ηλεκτρονική διαδικασία συνδέεται με αυστηρές προθεσμίες και συγκεκριμένες έννομες συνέπειες, η ορθή καταχώριση των στοιχείων γίνεται καθοριστικής σημασίας.
Όταν η υπόθεση δεν εμφανίζεται στην πλατφόρμα
Ένα ακόμη ζήτημα που έχει προβλεφθεί από τις οδηγίες είναι η περίπτωση κατά την οποία μια ανακοπή δεν εμφανίζεται στο ηλεκτρονικό σύστημα.
Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση για την έναρξη της παραγωγικής λειτουργίας, εάν κάποια ανακοπή δεν εμφανίζεται, ο δικηγόρος θα πρέπει να επικοινωνήσει με το αρμόδιο δικαστικό κατάστημα, ώστε να γίνουν οι απαραίτητες διορθώσεις και να εμφανιστεί η υπόθεση στην πλατφόρμα.
Πρόκειται για ένα κρίσιμο πρακτικό ζήτημα, καθώς η ψηφιακή διαδικασία προϋποθέτει ότι τα στοιχεία των παλαιότερων δικαστικών υποθέσεων έχουν μεταφερθεί σωστά στο νέο σύστημα. Όταν αυτό δεν συμβαίνει, ο χρήστης δεν μπορεί απλώς να συνεχίσει κανονικά την ηλεκτρονική διαδικασία, αλλά χρειάζεται παρέμβαση του αρμόδιου δικαστηρίου.
Η ύπαρξη τέτοιων περιπτώσεων είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους η ομαλή λειτουργία της πλατφόρμας και η άμεση υποστήριξη των δικηγόρων αποκτούν ιδιαίτερη σημασία.
Οι καταγγελίες για τεχνικές δυσλειτουργίες
Οι αντιδράσεις δεν περιορίζονται μόνο στο θεσμικό σκέλος. Τις τελευταίες εβδομάδες έχουν δημοσιοποιηθεί και καταγγελίες για προβλήματα λειτουργίας της πλατφόρμας.
Συγκεκριμένα, έχουν αναφερθεί καταγγελίες δικηγόρων και πολιτών για δυσλειτουργίες, μεταξύ των οποίων περίπτωση όπου μετά την υποβολή αίτησης δεν έφτασε το αναμενόμενο αυτοματοποιημένο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου επιβεβαίωσης. Ο χρήστης φέρεται να μπορούσε να εντοπίσει την αίτηση μέσα από το ψηφιακό αρχείο των υποθέσεών του, όμως η απουσία της ηλεκτρονικής ειδοποίησης δημιούργησε προβληματισμό για την επιβεβαίωση της καταχώρισης.
Τέτοιες αναφορές αποκτούν ιδιαίτερη σημασία, ακριβώς επειδή η πλατφόρμα λειτουργεί σε ένα περιβάλλον όπου η ασφάλεια της ηλεκτρονικής καταχώρισης είναι απαραίτητη.
Σε μια απλή ψηφιακή υπηρεσία, ένα μήνυμα που δεν έφτασε μπορεί να αποτελεί μια ενόχληση. Σε μια δικαστική διαδικασία με αυστηρές προθεσμίες, όμως, ο χρήστης χρειάζεται να γνωρίζει με σαφήνεια ότι η αίτησή του καταχωρίστηκε, πήρε αριθμό πρωτοκόλλου και ολοκληρώθηκε επιτυχώς.
Τι απαντά το Υπουργείο Δικαιοσύνης
Από την πλευρά του Υπουργείου Δικαιοσύνης, η πλατφόρμα παρουσιάζεται ως εργαλείο επιτάχυνσης και εκκαθάρισης μιας μεγάλης δικαστικής εκκρεμότητας.
Το υπουργείο έχει υπογραμμίσει ότι η νέα διαδικασία δεν περιορίζει τα δικαιώματα των διαδίκων και ότι η ηλεκτρονική διαδικασία αφορά τον επαναπροσδιορισμό των υποθέσεων, με στόχο να συζητηθούν νωρίτερα. Παράλληλα, η διαδικασία έχει σχεδιαστεί ώστε να γίνεται χωρίς επιβάρυνση της γραμματείας των δικαστηρίων.
Η Κοινή Υπουργική Απόφαση που δημοσιεύθηκε τον Αύγουστο καθορίζει τις λεπτομέρειες για τη δημιουργία και λειτουργία της πλατφόρμας, τις τεχνικές προϋποθέσεις, τις αιτήσεις επαναπροσδιορισμού, τις κοινοποιήσεις και την τήρηση του ηλεκτρονικού φακέλου της δικογραφίας.
Παράλληλα, προβλέπεται ότι συγκεκριμένες κατηγορίες διαδίκων, όπως το Δημόσιο, οι ΟΤΑ, τα ΝΠΔΔ, αλλά και τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρείες και άλλοι σχετικοί φορείς, εγγράφονται στην πλατφόρμα προκειμένου να ενημερώνονται για αιτήσεις επαναπροσδιορισμού στις οποίες συμμετέχουν.
Το μεγάλο στοίχημα είναι η εφαρμογή
Η ουσία της μεταρρύθμισης θα κριθεί, επομένως, όχι μόνο από το αν η πλατφόρμα λειτουργεί τεχνικά, αλλά και από το αν μπορεί να ανταποκριθεί στον τεράστιο όγκο των υποθέσεων που καλείται να διαχειριστεί.
Το γεγονός ότι πρόκειται για περίπου 36.500 εκκρεμείς ανακοπές δείχνει το μέγεθος της προσπάθειας. Το γεγονός ότι πολλές από αυτές έχουν δικασίμους σε βάθος δεκαετίας εξηγεί την ανάγκη για παρέμβαση.
Από την άλλη πλευρά, οι επιφυλάξεις των δικηγόρων αναδεικνύουν μια διαφορετική διάσταση: η επιτάχυνση δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από την ασφάλεια δικαίου. Όσο πιο αυστηρές είναι οι προθεσμίες και οι συνέπειες μιας παράλειψης, τόσο μεγαλύτερη ανάγκη υπάρχει για ένα σταθερό, κατανοητό και αξιόπιστο ηλεκτρονικό σύστημα.
Από τον Σεπτέμβριο μέχρι τον Δεκέμβριο η κρίσιμη περίοδος
Το επόμενο διάστημα θα αποτελέσει ουσιαστικά την πρώτη μεγάλη δοκιμασία της πλατφόρμας. Μέχρι το τέλος του 2026 θα πρέπει να έχουν κινηθεί ηλεκτρονικά οι διαδικασίες για όλες τις κατηγορίες των εκκρεμών ανακοπών που εντάσσονται στη ρύθμιση, ανάλογα με το έτος της υφιστάμενης δικασίμου.
Το ζητούμενο είναι διπλό, αφενός να επιτευχθεί ο στόχος της ταχύτερης εκδίκασης κι αφετέρου να μη δημιουργηθεί μια νέα κατηγορία εκκρεμοτήτων που θα οφείλεται σε τεχνικά προβλήματα, ελλιπή στοιχεία ή παραλείψεις κατά την ηλεκτρονική διαδικασία.
Η Ηλεκτρονική Πλατφόρμα Ανακοπών βρίσκεται, έτσι, αντιμέτωπη με μια διπλή πρόκληση, καθώς πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να επιταχύνει μια διαδικασία που σήμερα κινείται με πολύ αργούς ρυθμούς, αλλά ταυτόχρονα να διασφαλίσει ότι η ψηφιοποίηση δεν θα μετατραπεί σε νέο εμπόδιο για τους διαδίκους.
Το στοίχημα είναι ιδιαίτερα σημαντικό, αφού εάν η πλατφόρμα λειτουργήσει όπως σχεδιάστηκε, μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στην αποσυμφόρηση των δικαστηρίων και στην επίσπευση χιλιάδων υποθέσεων. Εάν, αντίθετα, οι τεχνικές δυσλειτουργίες και οι αυστηρές προθεσμίες δεν αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά, οι σημερινές αντιδράσεις θα μπορούσαν να ενταθούν.
Σε κάθε περίπτωση, το επόμενο διάστημα θα δείξει αν η ψηφιακή μετάβαση στις ανακοπές θα αποτελέσει πραγματικό εργαλείο επιτάχυνσης της Δικαιοσύνης ή αν θα χρειαστεί πρόσθετες διορθώσεις και παρεμβάσεις για να λειτουργήσει με ασφάλεια στην πράξη.





