Ο ρόλος της Αθήνας στη σύγκρουση Άγκυρας και Τελ Αβίβ στη Συρία

Ο ρόλος της Αθήνας στη σύγκρουση Άγκυρας και Τελ Αβίβ στη Συρία

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης

Πρόσθεσε το formedia.gr στη Google

Στις 17-18 Αυγούστου το Ισραήλ πραγματοποίησε στοχευμένες αεροπορικές επιθέσεις σε συριακές στρατιωτικές εγκαταστάσεις, σε μια περίοδο αυξημένης κινητικότητας στην Ανατολική Μεσόγειο και αναδιάταξης ισορροπιών γύρω από τη Συρία. Από ισραηλινή σκοπιά, οι επιθέσεις εντάσσονται σε μια στρατηγική περιορισμού της τουρκικής προβολής ισχύος, με Ελλάδα και Κύπρο να λειτουργούν ως κόμβοι σε μια ευρύτερη σύζευξη συμφερόντων και αμυντικών υποδομών.

Αντίθετα, από τουρκική σκοπιά, συνιστούν περιορισμό της συριακής κυριαρχίας, ενώ το Ισραήλ εμφανίζεται να εργαλειοποιεί Αθήνα και Λευκωσία για δικούς του περιφερειακούς στόχους. Για να φωτίσουν τι συνέβη και ποιες είναι οι επιπτώσεις για την Ελλάδα,  «ΤΑ ΝΕΑ Σαββατοκύριακο» απευθύνθηκαν στην ισραηλινή ερευνήτρια του Πανεπιστημίου Μπαρ-Ιλάν, Εφράτ Αβίβ και στον τούρκο ερευνητή του Κέντρου Ιρανικών Σπουδών (İRAM) της Αγκυρας, Οράλ Τογκά.

Ποιος θα βγάλει αυτή τη φορά τα κάταστανα του Ισραήλ από τη φωτιά

Η κλιμάκωση της έντασης στην Ανατολική Μεσόγειο δεν βασίζεται σε αντικειμενικές επί του πεδίου διαπιστώσεις αλλά στην εξυπηρέτηση ισραηλινών πολιτικών και εσωπολιτικών στόχων. Οι οκτώ ισραηλινές επιθέσεις στη βάση Αμπου αλ-Ντούχουρ κοντά στο Χαλέπι στις 17-18 Αυγούστου συνιστούν έναν κρίκο μιας ευρύτερης αλυσίδας που φαινομενικά στοχεύει στην αποτροπή ανάπτυξης τουρκικών στρατευμάτων στη βάση.

googletag.cmd.push(function() { googletag.display(‘300x250_m1’); });
googletag.cmd.push(function() {googletag.display(‘300x250_middle_1’)})

Ομως, το να βλέπει κανείς τη Συρία ως κενή και αδέσποτη επικράτεια είναι λάθος. Ο εμφύλιος πόλεμος έχει τελειώσει, έχει συντελεστεί μια επανάσταση, έχει σχηματιστεί νέα κυβέρνηση, και κάθε παράγοντας, συμπεριλαμβανομένων των Κούρδων, προσδένεται σ’ αυτό το άρμα. Αμέσως μετά τις ισραηλινές επιθέσεις, στις 24 Αυγούστου, η Ουάσιγκτον αφαίρεσε τη Συρία από τη λίστα κρατών-χορηγών της τρομοκρατίας όπου βρισκόταν από το 1979 και δύο ημέρες αργότερα οι Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις συγχωνεύθηκαν στον στρατό. Εθελοτυφλεί όποιος αντιλαμβάνεται τη Συρία σήμερα με όρους 2016.

Ο ισραηλινός στόχος δεν ήταν μια τουρκική βάση. Η Τουρκία μπορεί να συνέδραμε στην υποδομή της, όμως η βάση βρίσκεται σε συριακό έδαφος και ανήκει στο συριακό κράτος. Το πλήγμα έπληξε τον αεροδιάδρομο και τις αποθηκευτικές εγκαταστάσεις, καταστρέφοντας όχι μια τουρκική δυνατότητα προβολής ισχύος αλλά μια συριακή υποδομή. Αυτό που θέλει να αποτρέψει η κυβέρνηση Νετανιάχου δεν είναι η Τουρκία αλλά η αναδόμηση της Συρίας.

googletag.cmd.push(function() { googletag.display(‘300x250_middle_2’); });

Οι συροτουρκικές σχέσεις παρερμηνεύονται. Η Συρία δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πληρεξούσιος της Τουρκίας, ούτε η Δαμασκός αποδέχεται μια τέτοια θέση. Η σχέση μεταξύ των δύο χωρών δεν μπορεί να ιδωθεί υπό το πρίσμα του νεοοθωμανισμού. Εκατομμύρια Σύροι έζησαν στην Τουρκία επί δεκαπέντε χρόνια, και μια γενιά γεννήθηκε εκεί. Οσοι βρίσκονται σήμερα στην εξουσία στη Δαμασκό είναι η χθεσινή αντιπολίτευση που η Τουρκία στήριξε με βαρύ τίμημα. Η οικονομική και πολιτική πίεση της προσφυγικής κρίσης, και οι τρομοκρατικές επιθέσεις σ’ όλη τη χώρα, που συνδέονται με το Συριακό, συνιστούν μέρος αυτού του κόστους.

googletag.cmd.push(function() { googletag.display(‘300x250_m2’); });

Υπάρχουν επίσης βαθείς ιστορικοί δεσμοί μεταξύ των δύο λαών, που μοιράζονται την ίδια πίστη. Μια γραμμή που χαράχθηκε τον περασμένο αιώνα τους χώρισε, αλλά οικογένειες και στις δύο πλευρές των συνόρων είναι συγγενείς. Η σχέση της Αγκυρας με τη Δαμασκό δεν είναι απλώς μια δεκαπενταετής προσπάθεια οικοδόμησης επιρροής αλλά αναφέρεται σε μια εγγύτητα αιώνων.

googletag.cmd.push(function() { googletag.display(‘300x250_middle_3’); });

Κατά τον Νετανιάχου, το Ισραήλ ανακόπτει την τουρκική προέλαση στην περιοχή. Στην πραγματικότητα πλήττει τη Συρία και όχι την Τουρκία, και παρουσιάζει αυτό το πλήγμα στο ελληνικό κοινό ως στόχευση της Αγκυρας. Τα τελευταία δύο χρόνια το Ισραήλ έχει πλήξει το προεδρικό μέγαρο στη Συρία και έχει καταλάβει το όρος Ερμών (Τζαμπάλ αλ-Σέιχ). Αυτό που θέλει το Ισραήλ είναι η Συρία που αντιμετώπιζε επί Ασαντ, με τον εναέριο χώρο της μόνιμα ανοιχτό και κάθε στόχο διαθέσιμο ανά πάσα στιγμή.

Τα ελληνικά συμφέροντα υπηρετούνται έμμεσα με τη σταθερότητα της Συρίας. Το κύμα μετανάστευσης προς την Ευρώπη ήταν συνέπεια της συριακής τραγωδίας. Η έδρα του Ελληνορθόδοξου Πατριαρχείου Αντιοχείας βρίσκεται στη Δαμασκό από τον δέκατο τέταρτο αιώνα, και η ασφάλεια αυτής της κοινότητας εξαρτάται από την εδραίωση της κεντρικής εξουσίας. Οι κινήσεις του Ισραήλ για αποσταθεροποίηση της Συρίας φέρουν τον κίνδυνο αναζωπύρωσης όλων αυτών των απειλών.

Ο πυρήνας της αφήγησης του Νετανιάχου είναι ο ισχυρισμός ότι μόνο το Ισραήλ μπορεί να αντιμετωπίσει την Τουρκία. Ο ίδιος μηχανισμός λειτούργησε στο Ιράκ το 2003. Ο Φίλιπ Ζέλικοου, τότε μέλος του Συμβουλευτικού Συμβουλίου του προέδρου για θέματα Εξωτερικών Πληροφοριών, είπε τον Σεπτέμβριο του 2002 ότι η πραγματική απειλή που δεν τολμούσε κανείς να αρθρώσει ήταν η απειλή προς το Ισραήλ. Ο πόλεμος διεξήχθη, πληρώθηκε και κληρονομήθηκε από τις ΗΠΑ επί είκοσι χρόνια. Πλείστες αναλύσεις και απομνημονεύματα υποστηρίζουν ότι εξυπηρέτησε το Ισραήλ και ότι οι ΗΠΑ οδηγήθηκαν σε αυτόν υπό ισραηλινή πίεση. Τα ίδια λέγονται σήμερα για το Ιράν. Τον πόλεμο που ξεκίνησε για ισραηλινούς στόχους τον αναφέρουμε ως ιρανο-αμερικανική και όχι ως ιρανο-ισραηλινή σύγκρουση. Οι στρατηγικές πληροφορίες που παρείχε το Ισραήλ στην Ουάσιγκτον δεν απέδωσαν, και το επεισόδιο έδειξε ότι το Ισραήλ ενεργεί με βάση εμμονικές φαντασιώσεις και όχι νηφάλιες εκτιμήσεις. Το ζήτημα επομένως δεν είναι η στρατιωτική και τεχνολογική ικανότητα του Ισραήλ αλλά η εργαλειοποίηση άλλων κρατών για την εξυπηρέτηση ισραηλινών συμφερόντων.

Η ίδια φόρμουλα αναζητείται τώρα για την Ανατολική Μεσόγειο. Το ότι υπάρχουν βαθιά ριζωμένα προβλήματα μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας δεν είναι μυστικό. Ομως το ερώτημα δεν είναι η επίλυσή τους αλλά η προσπάθεια να αξιοποιηθούν. Η κυβέρνηση Νετανιάχου το κάνει αυτό με δύο τρόπους: αρχικά, κατασκευάζει μια αντίληψη απειλής σκαλίζοντας προβλήματα που ήδη υπάρχουν. Δευτερευόντως, προβάλλει ισχύ παρουσιάζοντας το Ισραήλ ως τη μόνη δημοκρατία της περιοχής και μια τεχνολογική, στρατιωτική και πληροφοριακή δύναμη. Αυτό που θέλει όμως η κυβέρνηση Νετανιάχου δεν είναι επίλυση. Διεισδύει μέσα από τις χαραμάδες που ανοίγουν αυτά τα προβλήματα με μια δική της ατζέντα και ρίχνει την Ελλάδα και τον λαό της Κύπρου στη φωτιά, ακριβώς όπως έκανε με τις ΗΠΑ και τα κράτη του Κόλπου στον πόλεμο με το Ιράν.

Αυτό που ζητείται ως αντάλλαγμα είναι ελληνικό έδαφος, βάσεις, νέοι άνθρωποι και παραγωγικές δυνατότητες. Η αρχιτεκτονική αυτή προτείνεται από αναλύσεις ισραηλινής προέλευσης, που θεωρούν την Ελλάδα προκεχωρημένο φυλάκιο με εγγύτητα στο τουρκικό θέατρο. Προβάλλεται το σχέδιο συντονισμένων ισραηλινών και ελληνικών αεροπορικών πληγμάτων, με αντάλλαγμα την οριστική διευθέτηση των ελληνοτουρκικών διαφορών με όρους ισχύος. Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε το ενδιαφέρον του Ισραήλ για την Κύπρο. Για ένα μικρό κράτος όπως το Ισραήλ η Κύπρος είναι ζωτικής σημασίας, και σε αυτόν τον υπολογισμό προέχει το Ισραήλ και όχι η Κύπρος ή η Ελλάδα. Η πρόταση του Θεόδωρου Χερτσλ για την Κύπρο απορρίφθηκε από τον Τσάμπερλεν το 1902 επειδή στο νησί ζούσαν Ελληνες.

Η Ελλάδα και η Τουρκία είναι δύο σύμμαχοι του ΝΑΤΟ. Μια αντιπαράθεση μεταξύ τους θα εξυπηρετούσε μόνο όσους θέλουν την αποδυνάμωση της συμμαχίας. Τα προβλήματά τους δεν καθιστούν αναγκαίο έναν πόλεμο που εξυπηρετεί τα συμφέροντα τρίτων. Ο στίχος του Πινδάρου, γραμμένος δυόμισι χιλιάδες χρόνια πριν, εξακολουθεί να ισχύει. «Γλυκὺ δὲ πόλεμος ἀπείροισιν, ἐμπείρων δέ τις ταρβεῖ προσιόντα νιν καρδίᾳ περισσῶς». Ελληνες και Τούρκοι γνωρίζουν καλά τι είναι ο πόλεμος σε αυτά τα μέρη και τι πόνο φέρνει. Ο,τι προπαγάνδα κι αν διοχετεύεται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, και οι δύο λαοί έχουν αρκετή σύνεση να την αποφύγουν.

Ο Οράλ Τογκά είναι ερευνητής με αντικείμενο τη γεωπολιτική της Μέσης Ανατολής στο Center for Iranian Studies (İRAM) στην Άγκυρα.

Στον τοίχο με μπογιά: το νέο στραγηγικό τρίγωνο Ισραήλ, Τουρκίας και Ελλάδας

Η φράση Kahrolsun İsrail («Κάτω το Ισραήλ») γράφτηκε με σπρέι πάνω σε μια βυζαντινή ελληνορθόδοξη εκκλησία στην Κωνσταντινούπολη (Παναγία Μουχλιώτισσα) τον Νοέμβριο του 2023. Το γκραφίτι φάνηκε να συμπυκνώνει την κρίση στις τουρκοϊσραηλινές σχέσεις επί Ερντογάν, αντιληπτή για χρόνια μέσα από ιδεολογικά και θρησκευτικά σχήματα, καθώς και αναφορές στο παλαιστινιακό ζήτημα: το Νταβός, το Mavi Marmara, τη Χαμάς, την Ιερουσαλήμ και τη Γάζα. Οι σχέσεις επιδεινώνονταν και αποκαθίσταντο επανειλημμένα, αλλά η υφέρπουσα σύγκρουση, πολιτική και ιδεολογική, επέμενε. Οι πρόσφατες εξελίξεις στη Συρία δείχνουν ότι αυτό το ερμηνευτικό σχήμα δεν αρκεί πλέον. Από ισραηλινή σκοπιά, το ερώτημα δεν είναι μόνο τι λέει ή κάνει πολιτικά η Αγκυρα, αλλά πώς προβάλλεται η τουρκική ισχύς, ποιες στρατιωτικές δυνατότητες μπορεί να αναπτύξει και κατά πόσο αυτές μπορούν να περιορίσουν την ισραηλινή ελευθερία δράσης.

Η επίθεση στη βάση Αμπου αλ-Ντούχουρ στη βορειοδυτική Συρία, στις 18 Αυγούστου, αποτελεί την πιο καθαρή έκφραση αυτής της αλλαγής. Το Ισραήλ ξεκαθάρισε ότι δεν θα αποδεχθεί μια απειλητική προς την ασφάλειά του τουρκική στρατιωτική παρουσία στη Συρία. Οι ισραηλινές ανησυχίες επικεντρώνονται, μεταξύ άλλων, στην πιθανή εγκατάσταση ραντάρ, αντιαεροπορικών συστημάτων και τουρκικών δυνάμεων που θα μπορούσαν να περιορίσουν τις επιχειρήσεις της ισραηλινής αεροπορίας στη Συρία, επηρεάζοντας την ελευθερία δράσης απέναντι στο Ιράν.

Η Τουρκία και η Συρία αρνήθηκαν ότι σχεδιάζεται μόνιμη τουρκική βάση στο Αμπου αλ-Ντούχουρ. Ομως η ουσία δεν βρίσκεται στη διαφωνία επί των γεγονότων, αλλά στο ίδιο το προηγούμενο: το Ισραήλ ήταν διατεθειμένο να χρησιμοποιήσει στρατιωτική ισχύ για να αποτρέψει μια εξέλιξη που ερμήνευσε ως προκεχωρημένη τουρκική στρατιωτική εγκατάσταση στη Συρία. Ο διμερής μηχανισμός αποτροπής σύγκρουσης που δημιουργήθηκε στο Αζερμπαϊτζάν δείχνει ότι και οι δύο πλευρές αναγνωρίζουν τον κίνδυνο άμεσης στρατιωτικής αντιπαράθεσης και επιδιώκουν να την αποφύγουν. Η παρούσα κρίση στη Συρία προσθέτει μια νέα διάσταση στη σύγκρουση: γεωγραφία και στρατιωτική ισχύ.

Η Τουρκία είναι από τους βασικούς ωφελημένους της πτώσης Ασαντ. Υποστηρίζει τον Αχμεντ αλ-Σαράα και θεωρεί ότι μια σταθερή, ενιαία και φιλική Συρία μπορεί να περιορίσει την κουρδική αυτονομία, να διευκολύνει την επιστροφή προσφύγων και να ενισχύσει την περιφερειακή της επιρροή. Υπάρχουν και οικονομικά οφέλη: το διμερές εμπόριο έφτασε τα 3,75 δισ. δολάρια το 2025. Παράλληλα, η Τουρκία προβάλλεται ως ηγετική δύναμη στην ανοικοδόμηση της Συρίας, ενισχύοντας την εικόνα της ως «σωτήρα» μουσουλμανικών κοινωνιών.

Το Ισραήλ βλέπει την ίδια Συρία πολύ διαφορετικά. Ενα από τα μαθήματα της 7ης Οκτωβρίου ήταν ότι οι πέραν των συνόρων απειλές δεν μπορούν απλώς να αφεθούν να αναπτυχθούν με την ελπίδα ότι η αποτροπή θα λειτουργήσει. Το Ισραήλ έχει διευρύνει τον χώρο ασφαλείας του στον Λίβανο και τη Συρία, καθώς και απέναντι στο Ιράν, επιδιώκοντας να αποτρέψει μελλοντικές απειλές πριν αυτές εξελιχθούν. Αυτό δημιουργεί το κεντρικό παράδοξο: η Τουρκία επεκτείνει την περιφερειακή της επιρροή ακριβώς τη στιγμή που το Ισραήλ επεκτείνει τον χώρο ασφαλείας που θέλει να προστατεύσει. Στη Συρία, οι δύο χώροι πλέον επικαλύπτονται όλο και περισσότερο.

Το ίδιο το Ισραήλ είναι διχασμένο. Κάποιοι βλέπουν το Αμπου αλ-Ντούχουρ ως πρωτοφανή κλιμάκωση, ενώ άλλοι προειδοποιούν να μην υπερτιμηθεί η απειλή, μετατρέποντας την Τουρκία σε «νέο Ιράν». Το ερώτημα δεν είναι πλέον απλώς αν οι σχέσεις με την Αγκυρα μπορούν να αποκατασταθούν, αλλά ποια θέση πρέπει να έχει η Τουρκία στον ισραηλινό στρατηγικό σχεδιασμό και αν πρέπει να θεωρείται εχθρικό κράτος.

Αυτό εξηγεί και τη διαρκώς αυξανόμενη σημασία της Ελλάδας. Είναι κρίσιμο να αποσαφηνιστεί η κατεύθυνση αιτίου και αποτελέσματος: το Ισραήλ δεν βλέπει την Τουρκία μέσα από την Ελλάδα, αλλά βλέπει την Ελλάδα να αποκτά μεγαλύτερη σημασία όσο η Τουρκία βαραίνει περισσότερο στους στρατηγικούς του υπολογισμούς. Η ελληνοϊσραηλινή συνεργασία ασφαλείας προϋπήρχε της τρέχουσας κρίσης, αλλά πλέον αποκτά πρόσθετη περιφερειακή βαρύτητα. Ισραήλ και Ελλάδα υπέγραψαν τον Απρίλιο συμφωνία περίπου 650 εκατ. ευρώ για τα συστήματα πυραυλικού πυροβολικού PULS της Elbit. Παράλληλα, η Ελλάδα αναπτύσσει την «Ασπίδα του Αχιλλέα», ένα πολυεπίπεδο σύστημα αεράμυνας που βασίζεται σημαντικά σε ισραηλινή τεχνολογία. Αυτό συνοδεύεται από κοινές ασκήσεις, ανταλλαγή τεχνογνωσίας σε drones, κυβερνοδυνατότητες και μη επανδρωμένα συστήματα, καθώς και συνεργασία πληροφοριών και κοινές αξιολογήσεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε εξοπλιστική συμφωνία μεταξύ Ιερουσαλήμ και Αθήνας στρέφεται κατά της Αγκυρας. Ωστόσο, όσο η Τουρκία γίνεται πιο σημαντικός παράγοντας στον ισραηλινό σχεδιασμό τόσο αυξάνεται η αξία της Ελλάδας και της Κύπρου ως στρατηγικών εταίρων.

Η κρίση έχει ήδη περιφερειακά χαρακτηριστικά. Η Αγκυρα και η Δαμασκός έχουν συζητήσει πιθανή συμφωνία οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών στην Ανατολική Μεσόγειο, ενώ οι διαφωνίες γύρω από την Κύπρο και τον Great Sea Interconnector τοποθετούν την Τουρκία απέναντι σε ελληνικά, κυπριακά και ισραηλινά συμφέροντα. Η Συρία, επομένως, δεν είναι απομονωμένη αρένα, αλλά μέρος ενός πολύ ευρύτερου στρατηγικού χάρτη.

Το γκραφίτι στη βυζαντινή εκκλησία της Κωνσταντινούπολης εξέφραζε ιδεολογική οργή προς το Ισραήλ, αλλά η τοποθέτησή του πάνω σε ελληνικό χριστιανικό μνημείο τού προσδίδει μια σχεδόν συμβολική διάσταση: το μήνυμα προς το Ισραήλ γράφτηκε πάνω σε έναν «ελληνικό τοίχο». Σήμερα, η Ελλάδα αποτελεί ολοένα και μεγαλύτερο μέρος του τρόπου με τον οποίο Αγκυρα και Ιερουσαλήμ αντιλαμβάνονται η μία την άλλη. Καθώς η τουρκοϊσραηλινή αντιπαλότητα εντείνεται, η συνεργασία Ισραήλ – Ελλάδας – Κύπρου αποκτά μεγαλύτερη σημασία, και η Ελλάδα γίνεται για την Τουρκία μέρος της στρατηγικής ισορροπίας απέναντι στο Ισραήλ. Επιπλέον, το γκραφίτι αποτυπώνει τόσο τις παλιές ιδεολογικές εντάσεις όσο και μια νέα στρατηγική πραγματικότητα όπου η Ελλάδα έχει αυξανόμενο ρόλο.

Ωστόσο, το γκραφίτι δείχνει και πόσο έχουν αλλάξει τα πράγματα. Οι Ισραηλινοί είχαν συνηθίσει να διαβάζουν την τουρκική οργή μέσα από ρητορική, θρησκεία και το Παλαιστινιακό. Αυτό που συμβαίνει σήμερα στη Συρία είναι διαφορετικό. Τα μηνύματα δεν είναι πλέον μόνο συνθήματα σε τοίχους, αλλά ραντάρ, εναέριος χώρος και στρατιωτική ισχύς επί του εδάφους. Ούτε το Ισραήλ ούτε η Τουρκία επιθυμούν ολοκληρωτικό πόλεμο, αλλά το Αμπου αλ-Ντούχουρ δείχνει ότι περιορισμένες στρατιωτικές συγκρούσεις είναι πλέον πραγματική πιθανότητα. Το ερώτημα δεν είναι πια πώς δύο πρώην φίλοι μπορούν να επιστρέψουν στην εξομάλυνση, αλλά πώς δύο περιφερειακές δυνάμεις μπορούν να διαχειριστούν μια αντιπαλότητα καθώς τα συμφέροντα ασφαλείας τους επικαλύπτονται και ενίοτε συγκρούονται.

Η Εφράτ Αβίβ είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια στο τμήμα Γενικής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Μπαρ-Ιλάν και ανώτερη ερευνήτρια στο Κέντρο Στρατηγικών Μελετών Μπεγκίν-Σαντάτ (BESA)

Πηγή: tanea.gr

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ