Του Νίκου Κωτσικόπουλου
Οι πρώτες μικρές επιβαρύνσεις από την άνοδο των επιτοκίων έχουν ήδη αρχίσει να περνούν στους παλαιούς δανειολήπτες, κυρίως σε όσους έχουν δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο, την ώρα που ο νέος δανεισμός εμφανίζεται, συγκριτικά, ακόμη ελαφρώς φθηνότερος. Σύμφωνα με τα στοιχεία Ιουλίου της Τράπεζας της Ελλάδος, το μέσο επιτόκιο των υφιστάμενων δανείων αυξήθηκε στο 4,81%, από 4,60% τον Δεκέμβριο του 2025, ενώ το μέσο επιτόκιο των νέων δανείων ήταν 4,67%. Η διαφορά είναι μικρή, αλλά δείχνει ότι η ανατιμολόγηση έχει ήδη αρχίσει να περνά στο χαρτοφυλάκιο των τραπεζικών δανείων.
Η εξέλιξη αυτή έχει σημασία πριν από την απόφαση της ΕΚΤ, επειδή δείχνει ότι μέρος της αύξησης του κόστους χρήματος έχει ήδη περάσει στις δόσεις παλαιών συμβάσεων, χωρίς να έχει μεταφερθεί εξίσου στις νέες χορηγήσεις.
Στα στεγαστικά, όπου γενικά η εικόνα είναι από τις καλύτερες στην Ευρώπη, έχουμε αυτή την εσωτερική απόκλιση. Το μέσο επιτόκιο των υφιστάμενων στεγαστικών άνω των πέντε ετών ανέβηκε από 3,59% τον Δεκέμβριο σε 3,72% τον Ιούλιο, αύξηση 13 μονάδων βάσης, ενώ στα νέα στεγαστικά με κυμαινόμενο επιτόκιο ήταν 3,53%.
Η σύγκριση δεν είναι απόλυτη ως προς τη διάρκεια των δανείων, δείχνει όμως τη διαφορετική ταχύτητα με την οποία κινούνται το παλιό και το νέο χαρτοφυλάκιο. Τα νέα δάνεια επηρεάζονται περισσότερο από τον ανταγωνισμό μεταξύ των τραπεζών και από τη σύνθεση των νέων χορηγήσεων, όπου οι καλύτεροι πελάτες μπορούν να εξασφαλίσουν χαμηλότερη τιμολόγηση. Αντίθετα, στο υφιστάμενο απόθεμα υπάρχουν πολλά κυμαινόμενα δάνεια που ανατιμολογούνται σταδιακά προς τα πάνω.
Δάνεια σε νοικοκυριά
Τα επιτόκια των ελληνικών στεγαστικών παραμένουν πάντως πολύ καλύτερα από την Ευρωζώνη, και εδώ η ελληνική αγορά ξεχωρίζει θετικά. Στα στεγαστικά με σταθερό επιτόκιο από 5 έως 10 χρόνια, η Ελλάδα είναι στο 3,72%, μόλις χαμηλότερα από το 3,73% του μέσου όρου της Ευρωζώνης.
Στα στεγαστικά με σταθερό επιτόκιο πάνω από 10 χρόνια, όμως, η εικόνα είναι σαφώς καλύτερη: επιτόκιο 3,20% στην Ελλάδα, έναντι 3,36% στην Ευρωζώνη. Η Ελλάδα είναι πέμπτη φθηνότερη μεταξύ των χωρών στην Ευρωζώνη που χορηγούν αυτά τα δάνεια. Χαμηλότερα βρίσκονται μόνο Γαλλία 3,19%, Κροατία 2,92%, Ισπανία 2,66% και Βουλγαρία 2,53%.
Αλλά στα καταναλωτικά η απόσταση παραμένει τεράστια. Το ελληνικό επιτόκιο στα νέα δάνεια συγκεκριμένης διάρκειας και κυμαινόμενου επιτοκίου ήταν 10,45%, έναντι 7,60% στην ευρύτερη κατηγορία νέων καταναλωτικών της Ευρωζώνης. Από τον Δεκέμβριο, όμως, η ψαλίδα συγκρατήθηκε: τότε οι αντίστοιχες τιμές ήταν 10,57% και 7,15%. Άρα η απόσταση μειώθηκε από 3,42 σε 2,85 ποσοστιαίες μονάδες, παραμένοντας ωστόσο εξαιρετικά υψηλή.
Επιχειρήσεις: Η ψαλίδα μεγαλώνει, ειδικά στα δάνεια ΜμΕ
Στα επιχειρηματικά δάνεια εντοπίζεται καθαρή ένδειξη απόκλισης από την Ευρωζώνη. Η μεγαλύτερη διαφορά εμφανίζεται στα μικρά επιχειρηματικά δάνεια έως 250.000 ευρώ. Στην Ελλάδα το μέσο επιτόκιο αυξήθηκε από 4,67% τον Δεκέμβριο του 2025 σε 5,07% τον Ιούλιο, δηλαδή κατά 40 μονάδες βάσης. Στην Ευρωζώνη η αντίστοιχη κατηγορία αυξήθηκε από 3,65% σε 3,83%, μόλις κατά 18 μονάδες βάσης. Έτσι, η ψαλίδα διευρύνθηκε από 1,02 σε 1,24 ποσοστιαίες μονάδες, κατά 22 μονάδες βάσης μέσα σε επτά μήνες.
Η κίνηση του τελευταίου μήνα είναι ακόμα πιο έντονη. Τον Ιούλιο το ελληνικό επιτόκιο για δάνεια έως 250.000 ευρώ αυξήθηκε κατά 12 μονάδες βάσης, ενώ στην Ευρωζώνη μειώθηκε κατά 8. Η απόσταση άνοιξε, έτσι, κατά 20 μονάδες βάσης μόνο μέσα σε έναν μήνα. Πρόκειται για την κατηγορία που αφορά περισσότερο τις μικρότερες επιχειρήσεις, οι οποίες έχουν ούτως ή άλλως μικρότερη διαπραγματευτική δύναμη απέναντι στις τράπεζες.
Ανοδική είναι η εικόνα και στο συνολικό κόστος των νέων επιχειρηματικών δανείων συγκεκριμένης διάρκειας και κυμαινόμενου επιτοκίου στην Ελλάδα, το οποίο ανέβηκε από 3,53% τον Δεκέμβριο σε 4,21% τον Ιούλιο.
Για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις το αντίστοιχο επιτόκιο αυξήθηκε από 4,23% σε 4,45%. Στα δάνεια από 250.001 ευρώ έως 1 εκατ. ευρώ η αύξηση ήταν από 4,23% σε 4,52%, ενώ στα δάνεια πάνω από 1 εκατ. ευρώ από 3,48% σε 4,14%.
Η επιβάρυνση φαίνεται ακόμα καθαρότερα στα υφιστάμενα υπόλοιπα των παλαιότερων δανείων. Από τον Δεκέμβριο έως τον Ιούλιο το μέσο επιτόκιο των επιχειρηματικών δανείων άνω των πέντε ετών αυξήθηκε από 4,13% σε 4,38%, κατά 25 μονάδες βάσης, όσο και στα επαγγελματικά δάνεια, όπου ανέβηκε από 5,31% σε 5,56%. Συνολικά, τα υφιστάμενα δάνεια έχουν ακριβύνει κατά 21 μονάδες βάσης από το τέλος του 2025, περισσότερο από όσο δείχνει η εικόνα των νέων χορηγήσεων.
Διαφορετική εικόνα για νοικοκυριά και επιχειρήσεις στις καταθέσεις
Στις προθεσμιακές καταθέσεις έως ένα έτος, η απόσταση από την Ευρωζώνη κινείται διαφορετικά για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Στα νοικοκυριά, το ελληνικό επιτόκιο αυξήθηκε από 1,09% τον Δεκέμβριο σε 1,24% τον Ιούλιο, κατά 15 μονάδες βάσης. Στην Ευρωζώνη, όμως, ανέβηκε από 1,77% σε 2,10%, κατά 33 μονάδες βάσης. Έτσι, η ψαλίδα αυξήθηκε από 68 σε 86 μονάδες βάσης από την αρχή του έτους. Ακόμα και τον τελευταίο μήνα άνοιξε λίγο περισσότερο, καθώς η Ελλάδα πρόσθεσε 4 μονάδες βάσης και η Ευρωζώνη 7 μονάδες.
Στις επιχειρήσεις η βραχυπρόθεσμη εικόνα είναι καλύτερη. Οι νέες προθεσμιακές έως ένα έτος στην Ελλάδα αυξήθηκαν τον Ιούλιο κατά 11 μονάδες βάσης, στο 2,02%, ενώ στην Ευρωζώνη κατά 5 μονάδες βάσης, στο 2,24%.
Η ψαλίδα περιορίστηκε, έτσι, από 28 σε 22 μονάδες βάσης μέσα σε έναν μήνα. Από τον Δεκέμβριο, πάντως, δεν έχει ουσιαστικά κλείσει: τότε τα επιτόκια ήταν 1,72% στην Ελλάδα και 1,93% στην Ευρωζώνη, μια διαφορά 21 μονάδων βάσης.
Πηγή: capital.gr





