Η Ευρώπη των αδρανών

metanastes

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης

Πρόσθεσε το formedia.gr στη Google

Η ευρωπαϊκή αγορά εργασίας εμφανίζει μια φαινομενικά αντιφατική εικόνα. Η απασχόληση βρίσκεται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα και η ανεργία έχει υποχωρήσει αισθητά σε σύγκριση με την προηγούμενη δεκαετία. Την ίδια στιγμή, όμως, εκατομμύρια Ευρωπαίοι σε ηλικία εργασίας παραμένουν οικονομικά ανενεργοί: δεν εργάζονται και δεν αναζητούν ενεργά δουλειά.

Το ποσοστό απασχόλησης των ανθρώπων ηλικίας 20 έως 64 ετών στην Ευρωπαϊκή Ένωση έφτασε το 76,1% το 2025, το υψηλότερο επίπεδο από την έναρξη της σχετικής στατιστικής σειράς το 2009. Συνολικά απασχολούνταν 197,7 εκατομμύρια άνθρωποι. Η επίδοση πλησιάζει τον ευρωπαϊκό στόχο για απασχόληση τουλάχιστον 78% έως το 2030, αλλά πίσω από το θετικό ποσοστό κρύβεται ένα σημαντικό απόθεμα ανθρώπινου δυναμικού που παραμένει αναξιοποίητο.

Περίπου το 20% του πληθυσμού της ΕΕ σε ηλικία 20 έως 64 ετών βρίσκεται εκτός εργατικού δυναμικού, σύμφωνα με τη δημογραφική έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η κατηγορία αυτή δεν είναι ομοιογενής. Περιλαμβάνει φοιτητές, ανθρώπους που έχουν αναλάβει τη φροντίδα παιδιών ή ηλικιωμένων, άτομα με προβλήματα υγείας, πρόωρα συνταξιοδοτημένους και ανθρώπους που θα ήθελαν να εργαστούν, αλλά έχουν εγκαταλείψει την προσπάθεια αναζήτησης θέσης.

googletag.cmd.push(function() { googletag.display(‘300x250_m1’); });
googletag.cmd.push(function() {googletag.display(‘300x250_middle_1’)})

Η Ισπανία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αντίφασης. Περισσότεροι από 17,4 εκατομμύρια κάτοικοι άνω των 16 ετών χαρακτηρίζονται οικονομικά ανενεργοί, ενώ η χώρα καταγράφει παράλληλα περισσότερους από 22 εκατομμύρια εργαζομένους. Το μεγάλο μέγεθος του μη ενεργού πληθυσμού συνδέεται κυρίως με τη γήρανση, αφού περισσότεροι από επτά εκατομμύρια ανήκουν στις ηλικίες άνω των 70 ετών.

Οι αριθμοί, ωστόσο, χρειάζονται προσεκτική σύγκριση. Τα ισπανικά στοιχεία περιλαμβάνουν όλες τις ηλικίες άνω των 16 ετών, άρα και τους συνταξιούχους, ενώ οι βασικοί ευρωπαϊκοί δείκτες δραστηριότητας και απασχόλησης περιορίζονται συνήθως στις ηλικίες 20 έως 64 ετών. Επομένως, τα 17,4 εκατομμύρια δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν συλλήβδην ως διαθέσιμοι εργαζόμενοι ή ως «κρυφοί άνεργοι».

Η σκιά πίσω από την ανεργία

Για να αποτυπώσει πληρέστερα τις πραγματικές συνθήκες, η Eurostat χρησιμοποιεί τον δείκτη του αναξιοποίητου εργατικού δυναμικού. Σε αυτόν περιλαμβάνονται οι επίσημα άνεργοι, όσοι εργάζονται με μερική απασχόληση αλλά επιθυμούν περισσότερες ώρες, όσοι αναζητούν εργασία χωρίς να είναι άμεσα διαθέσιμοι και όσοι είναι διαθέσιμοι αλλά δεν αναζητούν ενεργά.

googletag.cmd.push(function() { googletag.display(‘300x250_middle_2’); });
googletag.cmd.push(function() { googletag.display(‘300x250_m2’); });

Το 2024 περίπου 26,7 εκατομμύρια άνθρωποι ηλικίας 15 έως 74 ετών στην ΕΕ αντιμετώπιζαν κάποια μορφή ανικανοποίητης ανάγκης για εργασία. Αντιστοιχούσαν στο 11,7% του διευρυμένου εργατικού δυναμικού. Η Ισπανία είχε το υψηλότερο ποσοστό στην Ένωση, με 19,3%, και ακολουθούσαν η Φινλανδία με 17,9% και η Σουηδία με 17,8%. Στον αντίποδα, η Πολωνία βρισκόταν στο 5% και η Μάλτα στο 5,1%.

Τα στοιχεία αποκαλύπτουν ότι η χαμηλή καταγεγραμμένη ανεργία δεν σημαίνει πως έχει αξιοποιηθεί ολόκληρο το διαθέσιμο εργατικό δυναμικό. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το 2,7% του διευρυμένου εργατικού δυναμικού ήταν διαθέσιμο να εργαστεί, αλλά δεν αναζητούσε θέση, ενώ ακόμη 2,4% αφορούσε υποαπασχολούμενους εργαζομένους μερικής απασχόλησης.

Ιδιαίτερη πρόκληση αποτελούν οι αποθαρρυμένοι εργαζόμενοι. Πρόκειται για ανθρώπους που θα μπορούσαν και θα ήθελαν να εργαστούν, αλλά σταμάτησαν να αναζητούν δουλειά επειδή θεωρούν ότι δεν διαθέτουν τις κατάλληλες δεξιότητες, ότι η ηλικία τους λειτουργεί αποτρεπτικά ή ότι δεν υπάρχουν θέσεις στην περιοχή τους.

googletag.cmd.push(function() { googletag.display(‘300x250_middle_3’); });

Το πρόβλημα είναι εντονότερο μεταξύ των μακροχρόνια ανέργων και των ανθρώπων άνω των 55 ετών. Όσο μεγαλύτερο είναι το διάστημα απουσίας από την απασχόληση τόσο δυσκολότερη γίνεται η επιστροφή, καθώς οι γνώσεις απαξιώνονται, οι ψηφιακές απαιτήσεις αυξάνονται και οι εργοδότες συχνά προτιμούν νεότερους υποψηφίους.

Σπουδές και καθυστερημένη είσοδος

Δεν αποτελεί, πάντως, κάθε μορφή οικονομικής αδράνειας αρνητικό φαινόμενο. Στις νεότερες ηλικίες, η αύξηση των μη ενεργών συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με την παραμονή στην εκπαίδευση.

Η πρόωρη εγκατάλειψη του σχολείου έχει περιοριστεί σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, ενώ περισσότεροι νέοι συνεχίζουν σε πανεπιστήμια, μεταπτυχιακά προγράμματα και επαγγελματικές ειδικεύσεις. Αυτό καθυστερεί την είσοδό τους στην αγορά εργασίας, αλλά μπορεί να βελτιώσει την παραγωγικότητα και τις αποδοχές τους σε βάθος χρόνου.

Στην Ισπανία, ο αριθμός των οικονομικά ανενεργών νέων ηλικίας 16 έως 19 ετών έχει αυξηθεί περίπου κατά 23% μέσα σε μία δεκαετία, κυρίως επειδή περισσότεροι παραμένουν στο εκπαιδευτικό σύστημα. Στις ηλικίες 25 έως 29 ετών ο αντίστοιχος αριθμός πλησιάζει τις 470.000, με την πλειονότητα να δηλώνει ως βασική αιτία τη συνέχιση των σπουδών.

Το οικονομικό στοίχημα για την Ευρώπη είναι να συντομεύσει την απόσταση ανάμεσα στην εκπαίδευση και στην πρώτη σταθερή δουλειά. Η καθυστέρηση γίνεται προβληματική όταν συνοδεύεται από ανεπαρκή σύνδεση των σπουδών με τις ανάγκες των επιχειρήσεων, διαδοχικές προσωρινές συμβάσεις και υπερβολικά αργή επαγγελματική αυτονόμηση.

Η δημογραφική πίεση

Η σημαντικότερη πρόκληση, ωστόσο, είναι η γήρανση. Οι γενιές που γεννήθηκαν μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο εγκαταλείπουν σταδιακά την απασχόληση και αντικαθίστανται από μικρότερες ηλικιακές ομάδες. Έως το 2050 ο πληθυσμός σε ηλικία εργασίας αναμένεται να μειωθεί στις 22 από τις 27 χώρες της ΕΕ.

Η εξέλιξη αυτή απειλεί να επιβραδύνει την ανάπτυξη, να οξύνει τις ελλείψεις προσωπικού και να αυξήσει το βάρος για τα συστήματα συντάξεων και υγείας. Λιγότεροι εργαζόμενοι θα καλούνται να χρηματοδοτούν μέσω φόρων και ασφαλιστικών εισφορών έναν αυξανόμενο αριθμό συνταξιούχων.

Οι συνέπειες είναι ήδη ορατές. Επιχειρήσεις στη Γερμανία, στην Ιταλία, στην Ισπανία, στην Ελλάδα και στην Ανατολική Ευρώπη δυσκολεύονται να καλύψουν θέσεις σε τομείς όπως η υγεία, οι κατασκευές, η βιομηχανία, ο τουρισμός, οι μεταφορές και οι ψηφιακές τεχνολογίες. Το πρόβλημα δεν είναι πλέον μόνο η έλλειψη θέσεων εργασίας, αλλά και η έλλειψη ανθρώπων με τα κατάλληλα προσόντα στις σωστές περιοχές.

Ο ρόλος της μετανάστευσης

Η μετανάστευση έχει εξελιχθεί στον βασικό μηχανισμό με τον οποίο αρκετές χώρες περιορίζουν τη συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού τους. Για παράδειγμα, η Ισπανία πλησιάζει τα 50 εκατομμύρια κατοίκους, παρά τη χαμηλή γεννητικότητα, κυρίως χάρη στις ισχυρές μεταναστευτικές ροές. Οι νεοεισερχόμενοι καλύπτουν ανάγκες των επιχειρήσεων, ενισχύουν την κατανάλωση και διευρύνουν τη φορολογική και ασφαλιστική βάση.

Η μετανάστευση, όμως, δεν αποτελεί από μόνη της οριστική λύση. Απαιτούνται γρήγορη αναγνώριση προσόντων, πρόσβαση στη νόμιμη εργασία, γλωσσική κατάρτιση, στέγαση και αποτελεσματική κοινωνική ένταξη. Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις, οι μετανάστες κινδυνεύουν να εγκλωβιστούν σε χαμηλά αμειβόμενες θέσεις, ενώ η οικονομία δεν αξιοποιεί πλήρως τις δεξιότητές τους.

Η Ευρώπη χρειάζεται συνεπώς ένα ευρύτερο μείγμα πολιτικών: καλύτερη μετάβαση των νέων από τις σπουδές στην εργασία, περισσότερες υπηρεσίες φροντίδας ώστε να αυξηθεί η γυναικεία απασχόληση, επανεκπαίδευση των μακροχρόνια ανέργων, κίνητρα για παραμονή των μεγαλύτερων ηλικιών στην εργασία και οργανωμένη ένταξη μεταναστών.

Στην Ευρώπη της επόμενης δεκαετίας το κρίσιμο ερώτημα δεν θα είναι μόνο πόσες θέσεις εργασίας δημιουργούνται. Θα είναι εάν υπάρχουν αρκετοί άνθρωποι, με τις κατάλληλες δεξιότητες, για να τις καλύψουν. Η ενεργοποίηση ακόμη και ενός μέρους του αναξιοποίητου εργατικού δυναμικού μπορεί να αποτελέσει τη διαφορά ανάμεσα σε μια οικονομία που γερνά και συρρικνώνεται και σε μια Ευρώπη που προσαρμόζεται στη νέα δημογραφική πραγματικότητα.

Πηγή: tanea.gr

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ