Του Χάρη Φλουδόπουλου
Ανοδική πορεία ακολούθησε τον Αύγουστο το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας για τα νοικοκυριά στην Αθήνα, χωρίς ωστόσο η αύξηση να αλλάξει τη θέση της ελληνικής πρωτεύουσας στον ευρωπαϊκό χάρτη των τιμών. Παρά τις ισχυρές πιέσεις που εκδηλώθηκαν στη χονδρεμπορική αγορά μέσα στο καλοκαίρι, η τελική τιμή για τον οικιακό καταναλωτή παρέμεινε χαμηλότερη από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αυτό προκύπτει από τα στοιχεία του Household Energy Price Index (HEPI) για τον Αύγουστο, σύμφωνα με τα οποία η τελική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας στην Αθήνα, μαζί με φόρους και ρυθμιζόμενες χρεώσεις, διαμορφώθηκε στα 24,92 λεπτά του ευρώ ανά κιλοβατώρα.
Την ίδια περίοδο, ο μέσος όρος στις 27 χώρες της ΕΕ έφθασε στα 26,40 λεπτά/kWh, ενώ για το σύνολο των χωρών που εξετάζει ο HEPI διαμορφώθηκε στα 25,32 λεπτά/kWh. Έτσι, η τιμή της Αθήνας ήταν περίπου 5,6% χαμηλότερη από τον κοινοτικό μέσο όρο, παρά την επιβάρυνση που καταγράφηκε σε σχέση με τον Ιούλιο.
Η χονδρική πέρασε στη λιανική
Σε μηνιαία βάση, το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας στην Αθήνα αυξήθηκε κατά 2%. Η μεταβολή αυτή αποδίδεται από τον HEPI στην αύξηση του ενεργειακού σκέλους αλλά και των χρεώσεων διανομής.
Ειδικά για την ελληνική αγορά, η έκθεση επισημαίνει ότι η ανοδική μεταβολή προήλθε κατά κύριο λόγο από την ενέργεια, καθώς οι υψηλότερες τιμές στη χονδρεμπορική αγορά του Ελληνικού Χρηματιστηρίου Ενέργειας άρχισαν να αποτυπώνονται στο κόστος για τους καταναλωτές.
Καθοριστικό ρόλο έπαιξαν η αυξημένη θερινή ζήτηση για κλιματισμό και κυρίως οι υψηλές ανάγκες του συστήματος κατά τις βραδινές ώρες. Πρόκειται για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο υποχωρεί η παραγωγή των φωτοβολταϊκών και η κάλυψη της ζήτησης απαιτεί μεγαλύτερη συμμετοχή συμβατικών και ακριβότερων μονάδων ηλεκτροπαραγωγής.
Η εξέλιξη στην Ελλάδα, πάντως, δεν αποτελεί εξαίρεση. Αντίθετα, ο Αύγουστος χαρακτηρίστηκε από γενικευμένη ανοδική τάση στις ευρωπαϊκές αγορές ηλεκτρισμού. Από τις 33 πρωτεύουσες που παρακολουθεί ο δείκτης, οι 17 κατέγραψαν αυξήσεις, σε 13 οι τιμές παρέμειναν αμετάβλητες και μόλις σε τρεις σημειώθηκε αποκλιμάκωση.
Πού καταγράφηκαν οι μεγαλύτερες αυξήσεις
Τη μεγαλύτερη επιβάρυνση υπέστησαν τον Αύγουστο οι καταναλωτές στην Κοπεγχάγη, όπου οι τιμές αυξήθηκαν κατά 10% μέσα σε έναν μήνα. Η εξέλιξη συνδέεται με την αύξηση του ενεργειακού κόστους και τη χαμηλότερη παραγωγή των αιολικών.
Ακολούθησαν Άμστερνταμ και Ελσίνκι με αυξήσεις 8%, ενώ στη Λιουμπλιάνα η άνοδος έφθασε το 6%. Στο Ταλίν καταγράφηκε αύξηση 5%, σε Όσλο και Στοκχόλμη 4% και σε Βερολίνο, Παρίσι και Βιέννη 3%.
Η Αθήνα, μαζί με το Βουκουρέστι και το Βίλνιους, βρέθηκε χαμηλότερα στην κατάταξη των αυξήσεων, με μεταβολή 2%.
Στον αντίποδα ξεχώρισε το Λουξεμβούργο, όπου το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας μειώθηκε κατά 15%. Η μεγάλη πτώση δεν προήλθε από την αγορά αλλά από την κρατική παρέμβαση, καθώς νέα μέτρα στήριξης απορρόφησαν σημαντικές ρυθμιστικές επιβαρύνσεις. Μικρότερες μειώσεις, της τάξης του 2%, καταγράφηκαν στη Λευκωσία και την Πράγα.
Αέριο και καύσωνες ανεβάζουν τον λογαριασμό
Πίσω από την ευρωπαϊκή άνοδο βρίσκεται ένας συνδυασμός δυσμενών παραγόντων. Σύμφωνα με τον HEPI, η εξάρτηση της ηλεκτροπαραγωγής από το φυσικό αέριο παραμένει κρίσιμος παράγοντας για τη διαμόρφωση των τελικών τιμών, ιδιαίτερα επειδή οι μονάδες αερίου καθορίζουν σε πολλές ώρες την οριακή τιμή της αγοράς.
Παράλληλα, οι γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή συνέχισαν να ασκούν ανοδική πίεση στις ενεργειακές αγορές, ενώ οι υψηλές θερμοκρασίες των τελευταίων μηνών αύξησαν σημαντικά τη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας για ψύξη.
Σε αρκετές αγορές προστέθηκαν και προβλήματα στην παραγωγή. Στην Ολλανδία, για παράδειγμα, η ζέστη και η ξηρασία περιόρισαν τις δυνατότητες ορισμένων μονάδων λόγω έλλειψης επαρκούς νερού ψύξης. Στη Σλοβενία η παραγωγή του πυρηνικού σταθμού Krško περιορίστηκε στο 80% της ονομαστικής ισχύος εξαιτίας των υδρολογικών και περιβαλλοντικών συνθηκών, αυξάνοντας την εξάρτηση της χώρας από εισαγωγές.
Μεγάλο το χάσμα μεταξύ των ευρωπαϊκών πρωτευουσών
Η σύγκριση των τελικών τιμών αποκαλύπτει ταυτόχρονα τις μεγάλες αποκλίσεις που εξακολουθούν να υπάρχουν στην Ευρώπη. Σύμφωνα με τον HEPI, η διαφορά ανάμεσα στην ακριβότερη και τη φθηνότερη πρωτεύουσα προσεγγίζει το πενταπλάσιο.
Στην κορυφή βρίσκονται οι Βρυξέλλες με 39,29 λεπτά/kWh και η Βέρνη με 38,95 λεπτά/kWh. Ακολουθούν το Δουβλίνο με 38,72 λεπτά, το Βερολίνο με 38,55 λεπτά και το Λονδίνο με 36,90 λεπτά/kWh. Στις χαμηλότερες θέσεις βρίσκονται το Κίεβο, η Βουδαπέστη, η Ποντγκόριτσα και το Βελιγράδι.
Το στοιχείο που αποκτά μεγαλύτερη σημασία για την ελληνική αγορά είναι ότι, παρά την άνοδο κατά 2% μέσα στον Αύγουστο, η Αθήνα διατηρεί απόσταση περίπου 1,5 λεπτού ανά κιλοβατώρα από τον μέσο όρο της ΕΕ. Η εικόνα αυτή διατηρεί το ελληνικό οικιακό τιμολόγιο στο χαμηλότερο τμήμα της ευρωπαϊκής κατάταξης, σε μια περίοδο κατά την οποία οι πιέσεις από τη χονδρική, το φυσικό αέριο και την αυξημένη θερινή ζήτηση επανέρχονται στο προσκήνιο.
Πηγή: capital.gr





