Η μεγάλη μείωση του λόγου: ελληνικό δημόσιο χρέος προς ΑΕΠ δεν αρκεί. Αυτό συνάγεται ως ένα βασικό συμπέρασμα από τα όσα αναφέρονται στην Εαρινή Έκθεση του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου, η οποία δημοσιοποιήθηκε χθες. Οι υψηλές δαπάνες για τόκους, οι αποπληρωμές προς τους ευρωπαϊκούς θεσμούς έως το 2070 και η σταδιακή στροφή στον ακριβότερο δανεισμό από τις αγορές διατηρούν σημαντικούς κινδύνους για τα δημόσια οικονομικά, όπως προκύπτει.
Παρά τη θεαματική αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ τα τελευταία χρόνια, η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις στη διαχείρισή του, προειδοποιεί το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο. Η χώρα εξακολουθεί να διαθέτει το υψηλότερο δημόσιο χρέος στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ η εξυπηρέτησή του εξακολουθεί να απορροφά σημαντικούς πόρους του κρατικού προϋπολογισμού. Την ίδια στιγμή, καθώς η Ελλάδα επιστρέφει σταδιακά στον δανεισμό από τις διεθνείς αγορές, το κόστος χρηματοδότησης αναμένεται να αυξάνεται, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο κρίσιμη τη διατήρηση υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων και ισχυρών ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης.
Δημόσιο χρέος: Η μεγάλη πτώση και οι τόκοι
Το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο επισημαίνει ότι η εντυπωσιακή πτώση του δημόσιου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ από το 2021 και μετά δεν αποτυπώνει ολόκληρη την εικόνα. Παρά τη μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ, η Ελλάδα εξακολουθεί να καταβάλλει ιδιαίτερα υψηλές πληρωμές τόκων σε σύγκριση με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης.
Οι δαπάνες αυτές αντιστοιχούν περίπου στο 3,2% του ΑΕΠ, ποσοστό αντίστοιχο με εκείνο που δαπανά η χώρα για την άμυνα. Το Δημοσιονομικό Συμβούλιο προειδοποιεί ότι μια περαιτέρω αύξηση των επιτοκίων ή του κόστους νέου δανεισμού θα μπορούσε να επιβαρύνει ακόμη περισσότερο τα δημόσια οικονομικά, μειώνοντας τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο.
Το πλεονέκτημα της Ελλάδας
Η έκθεση υπογραμμίζει ότι το βασικό «μαξιλάρι» της Ελλάδας δεν είναι τόσο το ύψος του χρέους όσο η δομή του.
Από την περίοδο της κρίσης χρέους και μετά, το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού δημόσιου χρέους μεταφέρθηκε στα χέρια των ευρωπαϊκών θεσμών, οι οποίοι χορήγησαν μακροχρόνια δάνεια με ιδιαίτερα χαμηλά επιτόκια.
Η σύνθεση του ελληνικού δημόσιου χρέους έχει μεταβληθεί ριζικά τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, αποτυπώνοντας τη μετάβαση της χώρας από την κρίση χρέους στην επιστροφή στις διεθνείς αγορές. Τα στοιχεία του ΟΔΔΗΧ, που παρουσιάζει το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο, δείχνουν ότι το μεγαλύτερο μέρος του χρέους εξακολουθεί να βρίσκεται στα χέρια των επίσημων ευρωπαϊκών πιστωτών, όμως το ποσοστό τους μειώνεται σταθερά τα τελευταία χρόνια, καθώς αυξάνεται η συμμετοχή των ιδιωτών επενδυτών.


Το 2010, πριν από την ένταξη της χώρας στα προγράμματα διάσωσης, το 84% του ελληνικού δημόσιου χρέους βρισκόταν στα χέρια ιδιωτών επενδυτών, ενώ μόλις το 16% κατείχαν επίσημοι πιστωτές. Η εικόνα αυτή ανατράπηκε μέσα σε μόλις δύο χρόνια. Μετά το πρώτο και κυρίως το δεύτερο πρόγραμμα στήριξης, αλλά και το PSI του 2012, το μεγαλύτερο μέρος του χρέους μεταφέρθηκε στους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς στήριξης. Έτσι, το 2012 οι επίσημοι πιστωτές κατείχαν πλέον το 82% του συνολικού χρέους, αφήνοντας στους ιδιώτες μόλις το 18%.
Η νέα αυτή διάρθρωση παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητη για αρκετά χρόνια. Από το 2012 έως και το 2019, οι επίσημοι δανειστές διατηρούσαν σταθερά περίπου το 82%-85% του ελληνικού χρέους. Πρόκειται για μια περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα επωφελήθηκε από τα ιδιαίτερα ευνοϊκά χαρακτηριστικά των δανείων του EFSF και του ESM, δηλαδή τις μεγάλες διάρκειες αποπληρωμής και τα χαμηλά επιτόκια, γεγονός που περιόρισε σημαντικά το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους παρά το υψηλό ύψος του.
Ωστόσο, από το 2020 και μετά αρχίζει να διαμορφώνεται μια νέα τάση. Η σταδιακή ανάκτηση της επενδυτικής εμπιστοσύνης και η συστηματική παρουσία του ΟΔΔΗΧ στις διεθνείς αγορές οδηγούν σε σταδιακή αύξηση της συμμετοχής των ιδιωτών επενδυτών. Το ποσοστό τους αυξάνεται από 20% το 2020 σε 23% το 2021, 24% το 2022, 25% το 2023, 26% το 2024 και 27% το 2025. Αντίστοιχα, το ποσοστό των επίσημων πιστωτών μειώνεται από 80% σε 73% μέσα σε πέντε χρόνια.
Υποχρεώσεις μέχρι το 2070
Το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο υπενθυμίζει ότι στο τέλος του 2025 η Ελλάδα εξακολουθεί να οφείλει περίπου 220 δισ. ευρώ στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 88% του ΑΕΠ και περίπου στο 55% του χρέους της κεντρικής διοίκησης.
Οι υποχρεώσεις αυτές θα αποπληρώνονται σταδιακά, με άνισες ετήσιες δόσεις, μέχρι το 2070. Παράλληλα, η χώρα έχει δεσμευθεί να εξοφλήσει τα δάνεια του ESM μεταξύ 2034 και 2060, ενώ οι αποπληρωμές των δανείων του EFSF έχουν ήδη ξεκινήσει και θα συνεχιστούν επίσης έως το 2070.
Η νέα πρόκληση
Η έκθεση τονίζει ότι τα επόμενα χρόνια το ελληνικό Δημόσιο θα χρειαστεί να αυξάνει σταδιακά τον δανεισμό του από τις διεθνείς αγορές, καθώς θα περιορίζεται το βάρος των επίσημων δανείων.
Αυτό σημαίνει ότι ολοένα μεγαλύτερο μέρος του νέου χρέους θα εκδίδεται με τα τρέχοντα επιτόκια της αγοράς, τα οποία είναι αισθητά υψηλότερα από εκείνα των δανείων διάσωσης. Για τον λόγο αυτό, το Δημοσιονομικό Συμβούλιο θεωρεί κρίσιμη τη διατήρηση ισχυρών πρωτογενών πλεονασμάτων της τάξης του 2% του ΑΕΠ σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, όπως άλλωστε συστήνει και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Παράλληλα, υπογραμμίζεται ότι οι εκτιμήσεις για τη βιωσιμότητα του χρέους βασίζονται σε υποθέσεις που ενέχουν σημαντική αβεβαιότητα, όπως η μελλοντική πορεία των επιτοκίων, οι ρυθμοί ανάπτυξης της οικονομίας, τα φορολογικά έσοδα και κυρίως οι συνθήκες υπό τις οποίες θα εκδίδεται το νέο δημόσιο χρέος στις διεθνείς αγορές.
Πηγή: ot.gr



