ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ 00:40
Η Fitch Ratings επιβεβαίωσε σήμερα τη μακροπρόθεσμη αξιολόγηση πιστοληπτικής ικανότητας (Long-Term Issuer Default Rating – IDR) της Ελλάδας στο “BBB”, με σταθερό outlook.
Οι αξιολογήσεις της Ελλάδας, σημειώνει στην ανάλυση του ο οίκος, υποστηρίζονται από το κατά κεφαλήν εισόδημα και τους δείκτες διακυβέρνησης, οι οποίοι κινούνται σε επίπεδα υψηλότερα από το μέσο όρο της κατηγορίας “BBB” καθώς και από ένα αξιόπιστο πλαίσιο πολιτικής που εδράζεται στη συμμετοχή της χώρας στην ΕΕ και την Ευρωζώνη. Τα ισχυρά δημοσιονομικά αποτελέσματα, η συνετή πολιτική και η ανθεκτική ανάπτυξη έχουν ενισχύσει τα θεμελιώδη μεγέθη και έχουν επιταχύνει τη μείωση του δημόσιου χρέους.
Τα πλεονεκτήματα αυτά εξισορροπούνται από αδυναμίες που αποτελούν κατάλοιπα της κρίσης χρέους —κυρίως το δημόσιο χρέος, το οποίο παραμένει εξαιρετικά υψηλό, αν και μειώνεται με ταχείς ρυθμούς— καθώς και από επίμονες εξωτερικές ανισορροπίες και διαρθρωτικούς περιορισμούς στην ανάπτυξη, προσθέτει ο οίκος.
Βασικοί Παράγοντες Αξιολόγησης
Ταχεία Μείωση του Χρέους: Το πολύ υψηλό δημόσιο χρέος της Ελλάδας παραμένει βασικός περιοριστικός παράγοντας για την αξιολόγηση, ωστόσο η ταχεία μείωσή του ενισχύει διαρκώς τη βιωσιμότητα του χρέους και στηρίζει την αξιολόγηση “BBB”. Το χρέος της γενικής κυβέρνησης ανήλθε στο 146,1% του ΑΕΠ το 2025 και ο οίκος προβλέπει περαιτέρω μείωση στο 124,6% το 2028, χάρη στα μεγάλα πρωτογενή πλεονάσματα, την ισχυρή αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ, την ευνοϊκή διαφορά μεταξύ επιτοκίων και ρυθμού ανάπτυξης, καθώς και την ενεργή διαχείριση του χρέους, συμπεριλαμβανομένων των πρόωρων αποπληρωμών δανείων.
Αν και το χρέος παραμένει σημαντικά υψηλότερο από το μέσο όρο του 56,9% του ΑΕΠ που καταγράφεται σε άλλες χώρες με αξιολόγηση “BBB”, σύμφωνα με τις προβλέψεις του οίκου, η Ελλάδα δεν θα έχει πλέον τον υψηλότερο δείκτη χρέους προς ΑΕΠ στην Ευρωζώνη έως το τέλος του 2026, καθώς θα υποχωρήσει κάτω από αυτόν της Ιταλίας.
Χαμηλοί Κίνδυνοι Χρηματοδότησης: Η δυνατότητα εξυπηρέτησης του χρέους και το προφίλ ρευστότητας της Ελλάδας μετριάζουν τους κινδύνους που συνδέονται με το –ακόμη πολύ υψηλό– απόθεμα χρέους.
Όπως αναφέρει, το ελληνικό δημόσιο επωφελείται από μια πολύ μεγάλη μέση διάρκεια λήξης του χρέους (19 έτη), ένα υψηλό ποσοστό χρέους με ευνοϊκούς όρους ή σταθερά επιτόκια, καθώς και ένα σημαντικό ταμειακό απόθεμα, το οποίο προβλέπεται να διαμορφωθεί περίπου στο 12% του ΑΕΠ το 2026.
Το τεκμαρτό επιτόκιο στο σύνολο του χρέους παραμένει χαμηλό, περίπου στο 1,5% —ποσοστό χαμηλότερο από την αναμενόμενη αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ (περίπου 4%)— γεγονός που αντανακλά την περιορισμένη μετακύλιση των επιτοκίων της αγοράς, μεταξύ άλλων και σε μέρος του επίσημου χρέους, όπου ο κίνδυνος επιτοκίου καλύπτεται μέσω αντισταθμιστικών πράξεων (hedging). Τα χαρακτηριστικά αυτά μειώνουν τον κίνδυνο αναχρηματοδότησης, διευκολύνουν την πρόσβαση στις αγορές και παρέχουν ανθεκτικότητα έναντι της μεταβλητότητας των χρηματοπιστωτικών αγορών.
Ισχυρά Δημοσιονομικά Πλεονάσματα: Η αξιολόγηση της Ελλάδας υποστηρίζεται από εξαιρετικά ισχυρά δημοσιονομικά αποτελέσματα σε σύγκριση με άλλες χώρες της ίδιας κατηγορίας.
Ο οίκος προβλέπει πλεόνασμα γενικής κυβέρνησης 0,6% του ΑΕΠ για το 2026 —έναντι προβλεπόμενου ελλείμματος 3,1% που αποτελεί τη μέση τιμή για τις χώρες με αξιολόγηση “BBB”— καθώς και πρωτογενές πλεόνασμα 3,6%.
Στα μεγέθη αυτά έχουν ήδη ενσωματωθεί μόνιμα μέτρα που ανακοινώθηκαν στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, συνολικού ύψους περίπου 0,8% του ΑΕΠ, τα οποία αφορούν κυρίως φοροελαφρύνσεις και στοχευμένες δαπάνες, παράλληλα με προσωρινά μέτρα στήριξης για την ενέργεια και αυξημένες αμυντικές δαπάνες.
Η αύξηση των εσόδων συνεχίζει να υπερβαίνει την αύξηση των δαπανών, υποστηριζόμενη από τα ισχυρά φορολογικά έσοδα, τις κοινωνικές εισφορές και τη βελτιωμένη συμμόρφωση.
Συνετή Πολιτική: Η δέσμευση της Ελλάδας για υγιή δημόσια οικονομικά έχει καταστεί ένα πιο διαρκές πλεονέκτημα της αξιολόγησης.
Τα αποτελέσματα μετά την πανδημία δείχνουν ένα ισχυρό ιστορικό δημοσιονομικής σύνεσης, υποστηριζόμενης από την ευρεία πολιτική και κοινωνική υποστήριξη για συντηρητική πολιτική. Αυτό ενισχύεται από θεσμικούς βασικούς παράγοντες, συμπεριλαμβανομένου του εγχώριου δημοσιονομικού κανόνα του 2025 που απαιτεί πρωτογενές πλεόνασμα και του δημοσιονομικού πλαισίου της ΕΕ. Αυτά υποστηρίζουν την αξιοπιστία της πολιτικής και την εμπιστοσύνη ότι οποιαδήποτε δημοσιονομική χαλάρωση θα παραμείνει περιορισμένη. Ο οίκος θεωρεί ότι η χαλαρότερη δημοσιονομική στάση του 2027 αποτελεί μετριασμό από την υπεραπόδοση και όχι ασθενέστερη δημοσιονομική πειθαρχία.
Ανάπτυξη με γνώμονα τις επενδύσεις: Η μακροοικονομική απόδοση παρέμεινε ανθεκτική παρά το ασθενέστερο εξωτερικό περιβάλλον και την αυξημένη αβεβαιότητα.
Η Fitch προβλέπει ότι η ανάπτυξη θα διαμορφωθεί κατά μέσο όρο στο 2,0% την περίοδο 2026-2028, γεγονός που υποδηλώνει συνεχιζόμενη υπεραπόδοση σε σχέση με τον μέσο όρο της ευρωζώνης. Η εγχώρια ζήτηση, ιδίως οι επενδύσεις και η ιδιωτική κατανάλωση, είναι ο κύριος μοχλός.
Τα έργα που σχετίζονται με το Ταμείο Ανάκαμψης, οι δημόσιες επενδύσεις και η επακόλουθη χρηματοδότηση από την ΕΕ θα πρέπει να συνεχίσουν να υποστηρίζουν τον σχηματισμό παγίου κεφαλαίου και τη μεσοπρόθεσμη ανάπτυξη.
Ωστόσο, παραμένουν οι κίνδυνοι καθοδικής πορείας, κυρίως από το εξωτερικό περιβάλλον και τους εγχώριους κινδύνους εκτέλεσης που συνδέονται με τον μεγάλο ρόλο των επενδύσεων στο βασικό σενάριο ποθ υιοθετεί ο οίκος.
Παραμένουν παλαιές διαρθρωτικές αδυναμίες: Το βελτιωμένο αναπτυξιακό προφίλ της Ελλάδας εξισορροπείται από τους διαρκείς διαρθρωτικούς περιορισμούς.
Οι υψηλότερες επενδύσεις συμβάλλουν στην ανασυγκρότηση του κεφαλαιακού αποθέματος μετά από μια μακρά περίοδο υποεπένδυσης και υποστηρίζουν τη μεσοπρόθεσμη σύγκλιση, αλλά η οικονομία εξακολουθεί να φέρει σημαντικά σημάδια από την κρίση χρέους.
Το πραγματικό ΑΕΠ παραμένει πολύ κάτω από την κορυφή του πριν από την κρίση και το κατά κεφαλήν ΑΕΠ παραμένει χαμηλό σε σχέση με τον μέσο όρο της ΕΕ. Η απόδοση της αγοράς εργασίας έχει βελτιωθεί σημαντικά, με την ανεργία να συνεχίζει να μειώνεται, αλλά οι ελλείψεις δεξιοτήτων και άλλα διαρθρωτικά σημεία συμφόρησης υποδεικνύουν περιορισμούς στην παραγωγική ικανότητα.
Αδύναμα Εξωτερικά Χρηματοοικονομικά: Η συμμετοχή στην Ευρωζώνη μετριάζει τους κινδύνους εξωτερικής χρηματοδότησης, αλλά η εξωτερική θέση της Ελλάδας παραμένει μια βασική αδυναμία αξιολόγησης.
Ο οίκος εκτιμά ότι το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών θα διαμορφωθεί στο 6,5% του ΑΕΠ το 2026, με σταδιακή μόνο μείωση μεσοπρόθεσμα. Τα μεγάλα εξωτερικά ελλείμματα αντανακλούν διαρθρωτικά χαμηλές εγχώριες αποταμιεύσεις, ενώ οι επενδύσεις έντασης εισαγωγών είναι πιθανό να διατηρήσουν την πίεση στο εξωτερικό ισοζύγιο.
Τα ισχυρά έσοδα από τον τουρισμό, οι εισροές που σχετίζονται με την ΕΕ και οι άμεσες ξένες επενδύσεις υποστηρίζουν τη χρηματοδότηση, αλλά είναι απίθανο να ενισχύσουν ουσιαστικά τους εξωτερικούς δείκτες.
Η υψηλή ενεργειακή εξάρτηση αφήνει επίσης την Ελλάδα εκτεθειμένη σε εισαγόμενες τιμολογιακές διαταραχές, συμβάλλοντας σε πληθωρισμό πάνω από τον μέσο όρο της ευρωζώνης το 2026.
Ενισχυμένος Τραπεζικός Τομέας: Κατά την άποψή του οίκου, οι τραπεζικοί κίνδυνοι παραμένουν περιορισμένοι, καθώς ο τομέας είναι ουσιαστικά ισχυρότερος και πιο ανθεκτικός από ό,τι στο παρελθόν.
Η κερδοφορία, η ρευστότητα και η κεφαλαιοποίηση παραμένουν ικανοποιητικές, περιορίζοντας την πιθανότητα αναγκών στήριξης του κράτους. Η ποιότητα του ενεργητικού έχει επιδεινωθεί μόνο ελαφρώς λόγω της αναδιάρθρωσης των παλαιών ανοιγμάτων λιανικής, ενώ οι τράπεζες συνεχίζουν να διατηρούν ισχυρή χρηματοδότηση και πρόσβαση στην αγορά.
Τα μακροπροληπτικά πλαίσια και τα μέτρα που βασίζονται στους δανειολήπτες συμβάλλουν επίσης στον περιορισμό της συσσώρευσης συστημικών κινδύνων. Οι διαρθρωτικές ευπάθειες παραμένουν, συμπεριλαμβανομένης της ακόμη σημαντικής εξάρτησης από τις αναβαλλόμενες φορολογικές πιστώσεις και της έκθεσης σε εξωτερικούς κραδασμούς ή ενδεχόμενη ανατιμολόγηση της αγοράς.
Οι προϋποθέσεις για αναβάθμιση και υποβάθμιση
Παράγοντες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αρνητική αξιολόγηση ή υποβάθμιση:
Δημόσια οικονομικά: Αδυναμία διατήρησης της πτωτικής πορείας του λόγου δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να προκύψει, για παράδειγμα, από διαρθρωτική χαλάρωση της δημοσιονομικής πολιτικής ή από την υλοποίηση σημαντικών ενδεχόμενων δημοσιονομικών υποχρεώσεων.
Μακροοικονομία και εξωτερικός τομέας: Ένα αρνητικό οικονομικό σοκ που θα επηρέαζε τις μεσοπρόθεσμες αναπτυξιακές δυνατότητες της Ελλάδας ή θα επιδείνωνε τις εξωτερικές ανισορροπίες της οικονομίας.
Παράγοντες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε θετική αξιολόγηση ή αναβάθμιση:
Δημόσια οικονομικά: Ενίσχυση της εμπιστοσύνης ότι ο λόγος δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ θα υποχωρήσει περαιτέρω και σημαντικά μεσοπρόθεσμα, με βασικούς μοχλούς τη διατήρηση υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων και τη συνέχιση της ανθεκτικής οικονομικής ανάπτυξης.
Διαρθρωτικά χαρακτηριστικά: Βελτίωση των διαρθρωτικών παραμέτρων που καθορίζουν την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας, μέσω, μεταξύ άλλων, της ενίσχυσης της παραγωγικής δυναμικότητας και της περαιτέρω βελτίωσης των επιδόσεων στην αγορά εργασίας.
Πηγή: capital.gr





