Της Βίκυς Κουρλιμπίνη
Στα 10,9 δισ. ευρώ διαμορφώνονται φέτος τα υπόλοιπα των δανείων προς τους κλάδους των καταλυμάτων και της εστίασης, από 4,6 δισ. ευρώ το 2016, αποτυπώνοντας την αυξανόμενη χρηματοδοτική στήριξη του τουρισμού από το ελληνικό τραπεζικό σύστημα.
Παράλληλα, τα νέα δάνεια προς τους δύο κλάδους ανήλθαν κατά μέσο όρο σε περίπου 1,22 δισ. ευρώ ετησίως την τελευταία πενταετία, ενώ το μερίδιό τους στο σύνολο των νέων δανείων αυξήθηκε από 8,9% το 2020 σε 15,3% το 2025.
Τα στοιχεία παρουσίασε ο επικεφαλής οικονομολόγος του ομίλου Eurobank και πρόεδρος της Συντονιστικής Επιτροπής Οικονομικών Αναλύσεων και Προοπτικών του Τραπεζικού Κλάδου της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών, Τάσος Αναστασάτος, στο πλαίσιο συζήτησης με τον γενικό διευθυντή του ΙΝΣΕΤΕ, Ηλία Κικίλια, κατά την εκδήλωση για την παρουσίαση της μελέτης του ΙΝΣΕΤΕ “Ελληνικός Τουρισμός: Επιτεύγματα, Προκλήσεις, Προοπτικές”.
Όπως επεσήμανε ο κ. Αναστασάτος, η ανάπτυξη του ελληνικού τουρισμού δεν αποτυπώνεται μόνο στην αύξηση των επενδύσεων σε απόλυτα μεγέθη, αλλά και στην ενίσχυση του μεριδίου του κλάδου στις συνολικές επενδύσεις της ελληνικής οικονομίας. “Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα έχει στηρίξει αυτή την πορεία”, ανέφερε χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας ότι η τραπεζική χρηματοδότηση συμβάλλει τόσο στην ποσοτική ανάπτυξη όσο και στον μετασχηματισμό του τουριστικού τομέα.
Περισσότερες επενδύσεις και αναβάθμιση του ξενοδοχειακού δυναμικού
Σύμφωνα με τον κ. Αναστασάτο, η επενδυτική δραστηριότητα στον τουρισμό ενισχύεται όχι μόνο ως προς το ύψος των κεφαλαίων που κατευθύνονται στον κλάδο, αλλά και ως προς την ποιότητα των προσφερόμενων υπηρεσιών. Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα των ξενοδοχείων πέντε αστέρων, των οποίων ο αριθμός αυξήθηκε κατά 6,3 φορές, με το μερίδιό τους στο σύνολο των ξενοδοχειακών μονάδων να ενισχύεται από 1,6% σε 8,6%. Αντίστοιχα, το μερίδιό τους στο σύνολο των ξενοδοχειακών κλινών αυξήθηκε από 7,8% σε 26%.
Συνεισφορά 13% στο ΑΕΠ και επενδύσεις 5 δισ. ευρώ
Η μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ καταγράφει το ισχυρό οικονομικό αποτύπωμα του τουρισμού, αλλά και τις προκλήσεις που θα καθορίσουν την πορεία του τα επόμενα χρόνια.
Για το 2025, η άμεση συνεισφορά του τουρισμού εκτιμάται στο 13% του ΑΕΠ, ενώ η συνολική συμβολή του, συνυπολογίζοντας τις έμμεσες επιδράσεις στην οικονομία, διαμορφώνεται μεταξύ 28,7% και 34,6%. Οι επενδύσεις του τομέα ανήλθαν σε περίπου 5 δισ. ευρώ, ενώ ο τουρισμός στήριξε το 10,8% της συνολικής απασχόλησης κατά το τρίτο τρίμηνο του έτους.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι και η συμβολή του στην εξωτερική ισορροπία της χώρας. Οι ταξιδιωτικές εισπράξεις ανήλθαν σε 23,6 δισ. ευρώ το 2025, καλύπτοντας το 69,9% του ελλείμματος του ισοζυγίου αγαθών. Εάν συνυπολογιστούν οι εισπράξεις από αερομεταφορές και κρουαζιέρα, το ποσοστό κάλυψης ανέρχεται σε 81,3%.
Παράλληλα, η Ελλάδα διατηρεί ισχυρή θέση στη διεθνή τουριστική αγορά, καταλαμβάνοντας την 21η θέση στην παγκόσμια κατάταξη τουριστικής ανταγωνιστικότητας, έναντι της 59ης θέσης στη συνολική οικονομική ανταγωνιστικότητα. Αποτελεί, επίσης, τον τρίτο πιο επιθυμητό προορισμό για ταξιδιώτες από τη Γερμανία και την Ιταλία και τον τέταρτο για εκείνους από το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γαλλία.
Η γεωγραφική συγκέντρωση και η εποχικότητα παραμένουν ζητούμενα
Παρά τις θετικές επιδόσεις, η μελέτη αναδεικνύει σημαντικές ανισορροπίες στην ανάπτυξη του ελληνικού τουρισμού.
Πέντε Περιφέρειες συγκεντρώνουν το 83% των επισκέψεων και το 90% των τουριστικών εισπράξεων, ενώ το 75% της τουριστικής δραστηριότητας πραγματοποιείται εκτός Αττικής. Την ίδια στιγμή, το 95% της έκτασης της χώρας εμφανίζει περιορισμένη ή μηδαμινή τουριστική ανάπτυξη, γεγονός που αναδεικνύει τα περιθώρια διεύρυνσης της τουριστικής δραστηριότητας σε περισσότερες περιοχές.
Στο μέτωπο της εποχικότητας, η συμμετοχή του τρίτου τριμήνου στη συνολική τουριστική δραστηριότητα υποχώρησε στο 52,9%, ενώ εκείνη του τέταρτου τριμήνου αυξήθηκε στο 15,2%, εξέλιξη που υποδηλώνει σταδιακή διεύρυνση της τουριστικής περιόδου. Ωστόσο, η μέση διάρκεια παραμονής των επισκεπτών μειώθηκε στις 6,1 διανυκτερεύσεις το 2025, καταγράφοντας πτώση 17,2% σε σχέση με το 2019.
Θετικές προοπτικές, αλλά και ανάγκη για βιώσιμη ανάπτυξη
Οι προοπτικές για τον ελληνικό τουρισμό παραμένουν θετικές, καθώς κατά το οκτάμηνο Ιανουαρίου-Αυγούστου 2026 οι ταξιδιωτικές εισπράξεις, χωρίς την κρουαζιέρα, ανήλθαν σε 17,5 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 9,7% σε ετήσια βάση, ενώ οι αφίξεις έφτασαν τα 28,5 εκατομμύρια, σημειώνοντας άνοδο 10%.
Σε διεθνές επίπεδο, ο παγκόσμιος τουρισμός εκτιμάται ότι θα προσεγγίσει τα 1,9 δισ. αφίξεων έως το 2030, με 350 έως 400 εκατομμύρια περισσότερους ταξιδιώτες σε σχέση με τα σημερινά επίπεδα.
Στην εισαγωγική της τοποθέτηση, η πρόεδρος του ΣΕΤΕ, Αγάπη Σμπώκου, υπογράμμισε ότι η επόμενη ημέρα του ελληνικού τουρισμού δεν αφορά μόνο την περαιτέρω αύξηση των μεγεθών, αλλά κυρίως τη δημιουργία μεγαλύτερης και σταθερής αξίας για το σύνολο της οικονομίας και της κοινωνίας.
Όπως σημείωσε, η μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ αποτυπώνει τη σημερινή πραγματικότητα και φωτίζει τις προκλήσεις και τις ευκαιρίες, αποτελώντας βάση για τον διάλογο με την Πολιτεία και τους κοινωνικούς και επιχειρηματικούς εταίρους σχετικά με το πρότυπο τουριστικής ανάπτυξης που επιδιώκει η χώρα.
Πηγή: capital.gr





