Του Τάσου Δασόπουλου
“Διάλειμμα” στις αυξήσεις των επιτοκίων του ευρώ, αναμένεται να κάνει το συμβούλιο νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ, παραπέμποντας την επόμενη αύξηση επιτοκίων στο 2,75%, από 2,5% που είναι σήμερα για την συνεδρίαση του Δεκεμβρίου.
Στην Φρανκφούρτη, υπάρχει η αίσθηση ότι παρά την συνεχή αύξηση των τιμών της ενέργειας, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την άνοδο του πληθωρισμού της Ευρωζώνης στο 3,8% τον Σεπτέμβριο, από 3,2% τον Αύγουστο, δεν υπάρχουν δευτερογενείς επιδράσεις του πληθυσμού σε τρόφιμα και υπηρεσίες. Η δε αυξήσεις τιμών στην ενέργειας είναι προϊόν του συνεχιζόμενου πολέμου στο Ιράν.
Αυτό που συμβαίνει και δεν ομολογείται είναι ότι η ΕΚΤ βρίσκεται σε προβληματισμό για τις επόμενες κινήσεις της καθώς με σημείο αναφορά την Γαλλία στην οποία οξύνεται η πολιτικοοικονομική κρίση το έχει αυξηθεί πολύ το κόστος δανεισμού στο σύνοδο των κρατών της ΕΕ. Μια νέα αύξηση των επιτοκίων του ευρώ θα πιέσει υπερβολικά τις οικονομίες των κρατών μελών με υψηλό χρέος (με λιγότερο πιεσμένη την Ελλάδα) αφού θα αυξήσει ακόμη περισσότερο τα επιτόκια δανεισμού.
Λίγες μέρες πριν την συνεδρίαση της Κεντρικής Τράπεζας του ευρώ, δεν λείπουν και πιο συντηρητικοί του ΔΣ, οι οποίοι επιμένουν ότι η προσπάθεια για την μείωση του πληθωρισμού μέσω της αύξησης των επιτοκίων, δεν θα πρέπει να μείνει “στην μέση”. Ο Γερμανός Κεντρικός Τραπεζίτης κ. Γιοακείμ Νάγκελ, δήλωσε πρόσφατα ότι είναι ανοιχτός σε μια νέα αύξηση επιτοκίων. Ο Λετονός Κεντρικός Τραπεζίτης Μάρτιν Κάζακς τόνισε με την σειρά του ότι ο πληθωρισμός είναι σχεδόν διπλάσιος από το στόχο του 2% και μια ακόμη προσπάθεια στην περιοριστική νομισματική πολιτική, μπορεί να είναι απαραίτητη, υποδεικνύοντας σαφώς νέα αύξηση των επιτοκίων, χωρίς όμως να είναι συγκεκριμένος για το αν η αύξηση αυτή, πρέπει να γίνει άμεσα ή σε δεύτερο χρόνο. Ωστόσο, έδειξε ότι κάνει και μια δεύτερη ανάγνωση της κατάστασης, σημειώνοντας ότι η άνοδος των επιτοκίων, μπορεί να οδηγήσει σε περιορισμό της ρευστότητας, και άρα σε συγκράτηση του πληθωρισμού. Ο ομόλογος του, Κεντρικός Τραπεζίτης της Σλοβενίας, Πρίμοζ Ντόλεντς, τόνισε με την σειρά του, ότι αν οι αγορές συνεχίζουν να επιδεινώνουν τις συνθήκες χρηματοδότησης , η ΕΚΤ “δεν θα χρειαστεί να κάνει πολλά περισσότερα”. Ακόμη και ο Γάλλος Κεντρικός Τραπεζίτης κ. Εμμανουέλ Μουλέν, σε δηλώσεις του άφησε να εννοηθεί, ότι μέρος της αντιπληθωριστικής πολιτικής της ΕΚΤ, μπορεί να γίνει από την αγορά, μέσω της αύξησης των επιτοκίου δανεισμού.
Τρίτη και τελευταία
Δηλώσεις μελών άλλων μελών ΔΣ τα οποία μιλούν ανώνυμα, ήθελαν την λειτουργία της νομισματικής πολιτικής στην συγκράτηση του πληθωρισμού, να εξαντλείται όσο τα επιτόκια δανεισμού των κρατών μελών αυξάνονται. Η αύξηση του κόστους χρηματοδότησης των κρατών, μεταδίδεται ήδη και τα επιτόκια χορηγήσεων των εμπορικών τραπεζών, καθιστώντας δυσκολότερη την χρηματοδότηση νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Οπότε έχει το ίδιο αποτέλεσμα με την αύξηση των επιτοκίων δανεισμού, τα οποία θα αυξηθούν ταχύτερα, αν η ΕΚΤ αυξήσει το παρεμβατικό της επιτόκιο στο 2,75%.
Στελέχη της αγοράς, θεωρούσαν πιθανό η ΕΚΤ, να μην θελήσει να εξαντλήσει από τώρα όλα τα “πυρομαχικά” της κατά του πληθωρισμού, ειδικά αυτήν την φορά που ήταν η πρώτη από τις Κεντρικές Τράπεζες που μπήκε στο χορό της αύξησης των επιτοκίων. Άρα , θα πρέπει να δώσει ένα χρονικό διάστημα, να μετρήσει τα αποτελέσματα της πολιτικής της πριν αποφασίσει πως θα συνεχίσει. Άλλωστε, τις πληθωριστικές πιέσεις δεν προκαλεί κάποια υπερβάλλουσα ζήτηση, αλλά μια περιορισμένη προσφορά η οποία θα παραμείνει περιορισμένη όσο διαρκεί η κρίση.
Πηγή: capital.gr





