Ο Ρίου Μουρακάμι, που πέθανε στις 17 Οκτωβρίου σε ηλικία 74 ετών, όπως έγινε γνωστό λιγες μέρες αργότερα, αφήνοντας πίσω του ιστορίες που δυσκολεύονταν να χωρέσουν στους κανόνες της κοινωνικής ευπρέπειας και βρήκαν στον κινηματογράφο έναν ιδιαίτερα πρόσφορο χώρο για να τους… παραβιάσουν. Συγγραφέας, σεναριογράφος και σκηνοθέτης, κοίταξε επίμονα τη μοναξιά, τη σεξουαλικότητα και τη βία πίσω από την εικόνα μιας οργανωμένης, οικονομικά ισχυρής Ιαπωνίας, δημιουργώντας χαρακτήρες που μπορούσαν να προκαλέσουν συμπόνια και αποστροφή μέσα στην ίδια σκηνή.
Γεννημένος το 1952 στο Σασέμπο, έγινε γνωστός με το «Almost Transparent Blue», το μυθιστόρημα που του χάρισε το βραβείο Ακουταγκάουα το 1976, ενώ ήταν ακόμη φοιτητής. Η ιστορία των νέων που ζουν κοντά σε αμερικανική στρατιωτική βάση, ανάμεσα στα ναρκωτικά, το σεξ και την αίσθηση ότι το μέλλον έχει ήδη εξαντληθεί, αποτέλεσε και την αφετηρία της σκηνοθετικής του διαδρομής. Το 1979 υπέγραψε ο ίδιος το σενάριο και τη σκηνοθεσία της κινηματογραφικής μεταφοράς, περνώντας από τη γραφή στην εικόνα με το δικό του υλικό. Ακολούθησαν, μεταξύ άλλων, τα «All Right, My Friend» το 1983 και «Raffles Hotel» το 1989
Η πιο χαρακτηριστική σκηνοθετική του κατάθεση του παραμένει το «Tokyo Decadence» του 1992, με μουσική του Ριουίτσι Σακαμότο, στο οποίο μια νεαρή εργαζόμενη στο σεξ περιπλανιέται σε έναν κόσμο εύπορων πελατών, ταπείνωσης και αγορασμένης οικειότητας. Στην Ελλάδα κυκλοφόρησε από τη Νέα Κίνηση και η διανομή της στο βίντεο σε μορφή βιντεοκασέτας την έκανε να κερδίσει το κοινό που το τότε συντηρητικό ελληνικό πνεύμα τους «περιόρισε» στη γνωριμία της στη μεγάλη οθόνη. Η ταινία προσφέρεται για μια ανάγνωση πέρα από την πρόκληση των σαδομαζοχιστικών σκηνών της: εκεί όπου τα πάντα αποκτούν τιμή, η ανθρώπινη επαφή μοιάζει όλο και δυσκολότερο να εξασφαλιστεί. Τα χρήματα επιτρέπουν στους πελάτες να σκηνοθετούν την επιθυμία τους, χωρίς να τους προσφέρουν απαραίτητα κάποια διέξοδο από τη μοναξιά τους.

Για πολλούς θεατές, πάντως, η καθοριστική συνάντηση με τον κόσμο του Μουρακάμι έγινε μέσα από το «Audition» του Τακάσι Μίικε, το 1999, βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημά του. Ένας χήρος συμμετέχει στην οργάνωση μιας ψεύτικης οντισιόν, αναζητώντας στην πραγματικότητα την επόμενη σύντροφό του, και η επιλογή του ανοίγει την πόρτα σε έναν εφιάλτη. Η ταινία συνέβαλε αποφασιστικά στη διεθνή αναγνώριση του Μίικε, ενώ η ιστορία του Μουρακάμι έδινε στον τρόμο μια ιδιαίτερα άβολη αφετηρία: την πεποίθηση ότι μπορείς να επιλέξεις έναν άνθρωπο όπως επιλέγεις την κατάλληλη πρωταγωνίστρια για έναν ρόλο που έχεις ήδη γράψει. Η οντισιόν τελικά αφορούσε και τις προσδοκίες του θεατή, ο οποίος δύσκολα φαντάζεται τι ακριβώς έχει έρθει να παρακολουθήσει.


Μια διαφορετική πλευρά της γραφής του πέρασε στην οθόνη με το «Love & Pop» του Χιντεάκι Άννο, το 1998. Ακολουθώντας μαθήτριες που βγαίνουν με μεγαλύτερους άνδρες έναντι χρημάτων, ο δημιουργός του «Evangelion» χρησιμοποίησε μικρές ψηφιακές κάμερες και ανορθόδοξες γωνίες λήψης για να προσεγγίσει την εφηβική ανία, την καταναλωτική επιθυμία και την έκθεση των κοριτσιών στο ενήλικο βλέμμα. Το σύμπαν του Μουρακάμι αποδεικνυόταν γόνιμο και για έναν κινηματογράφο που αναζητούσε νέους τρόπους να κοιτάξει την πόλη και τους νέους της.
Η διαδρομή των έργων του έφτασε και στο αμερικανικό σινεμά με το «Piercing» του Νίκολας Πέσε, που παρουσιάστηκε στο Sundance το 2018, με τον Κρίστοφερ Άμποτ και τη Μία Βασικόφσκα. Η ιστορία ενός άνδρα που σχεδιάζει να δολοφονήσει μια συνοδό, για να ανακαλύψει ότι η συνάντησή τους δεν υπακούει στον προγραμματισμό του, μετέφερε ξανά στην οθόνη αυτή την εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στον έλεγχο, την επιθυμία και το μαύρο χιούμορ.
Αν κάτι ενώνει αυτές τις τόσο διαφορετικές ταινίες, είναι η δυσπιστία απέναντι στην επιφάνεια των ανθρώπων και στην ασφάλεια των ρόλων τους. Στο κινηματογραφικό σύμπαν του Ρίου Μουρακάμι, η ευγένεια μπορεί να κρύβει εξουσία, η επιθυμία να μετατρέπεται σε συναλλαγή και η ανάγκη για συντροφιά να ανοίγει την πιο επικίνδυνη πόρτα. Και ο θεατής, όσο κι αν θέλει να αποστρέψει το βλέμμα, έχει ήδη αναγνωρίσει κάτι οικείο. Και το μόνο σίγουρο είναι ότι φωνές όπως αυτού του μοναδικού Ιάπωνα, θα μας λείψουν.

www.ertnews.gr
Πηγή: ertnews.gr





