Επτά χρόνια αυξήσεων στους μισθούς, διαδοχικών ανατιμήσεων και κυβερνητικών παρεμβάσεων έχουν αφήσει σχεδόν αμετάβλητη την πραγματική αγοραστική δύναμη των εργαζομένων στην Ελλάδα. Παρά τη βελτίωση της απασχόλησης και την άνοδο των ονομαστικών αποδοχών, η ακρίβεια έχει απορροφήσει μεγάλο μέρος των μισθολογικών αυξήσεων, διατηρώντας την πίεση στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.
Από τον Σεπτέμβριο του 2019 έως τον Σεπτέμβριο του 2026, το γενικό επίπεδο τιμών στην Ελλάδα έχει αυξηθεί σωρευτικά κατά περίπου 26,1%, σύμφωνα με τον εναρμονισμένο δείκτη τιμών καταναλωτή. Με άλλα λόγια, ένα καλάθι αγαθών και υπηρεσιών που κόστιζε 100 ευρώ πριν από επτά χρόνια απαιτεί σήμερα περίπου 126 ευρώ για να αγοραστεί.
Την ίδια στιγμή, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι οι πραγματικοί μισθοί στην Ελλάδα θα ολοκληρώσουν το 2026 κατά 0,1% χαμηλότερα από το επίπεδο του 2019. Η πρόβλεψη αποκαλύπτει ότι η ανάκαμψη των ονομαστικών αποδοχών δεν έχει μεταφραστεί σε ουσιαστική βελτίωση της αγοραστικής δύναμης.

Οι αυξήσεις που εξανεμίστηκαν
Τα στοιχεία της ΕΡΓΑΝΗ δείχνουν ότι ο μέσος μηνιαίος μισθός, συνυπολογίζοντας την πλήρη και τη μερική απασχόληση, αυξήθηκε από 1.046 ευρώ το 2019 σε 1.362,66 ευρώ το 2025, καταγράφοντας ονομαστική άνοδο 30,3%.
Ωστόσο, η εικόνα αλλάζει σημαντικά όταν εξετάζονται αποκλειστικά οι εργαζόμενοι πλήρους απασχόλησης. Στην κατηγορία αυτή, ο μέσος μισθός αυξήθηκε από 1.264 ευρώ σε 1.516 ευρώ, δηλαδή κατά περίπου 20% μέσα σε έξι χρόνια. Πρόκειται για αύξηση αισθητά μικρότερη από εκείνη που εμφανίζει ο γενικός μέσος όρος, καθώς ο τελευταίος επηρεάζεται και από τη μεταβολή της σύνθεσης της απασχόλησης.
Η διάκριση έχει ιδιαίτερη σημασία. Η άνοδος του μέσου μισθού δεν σημαίνει ότι κάθε εργαζόμενος είδε τις αποδοχές του να αυξάνονται με τον ίδιο ρυθμό. Επιπλέον, η πραγματική αγοραστική δύναμη εξαρτάται από την εξέλιξη των τιμών και όχι μόνο από το ποσό που αναγράφεται στη μισθοδοσία.
Ακρίβεια: Η Ελλάδα στην ευρωπαϊκή σύγκριση
Η στασιμότητα των πραγματικών μισθών δεν αποτελεί αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο, αλλά η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις λίγες ευρωπαϊκές οικονομίες που δεν έχουν ανακτήσει πλήρως το επίπεδο του 2019.
Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η πραγματική μεταβολή των μισθών μεταξύ 2019 και 2026 εκτιμάται σε −2,4% στη Γαλλία, −3,9% στην Ιταλία και −1,3% στη Φινλανδία. Αντίθετα, η Πορτογαλία εμφανίζει αύξηση 18,1%, η Κύπρος 10,4% και η Μάλτα 11,1%. Στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η πραγματική αύξηση των μισθών προβλέπεται να περιοριστεί μόλις στο 1,4% μέσα σε επτά χρόνια.
Οι αριθμοί δείχνουν ότι η κρίση του κόστους ζωής έχει αφήσει βαθύ αποτύπωμα στην ευρωπαϊκή οικονομία, αλλά και ότι οι επιπτώσεις της δεν είναι ίδιες παντού. Η Ελλάδα, παρά την οικονομική ανάκαμψη των τελευταίων ετών, δεν έχει εξασφαλίσει αντίστοιχη αύξηση της πραγματικής αμοιβής της εργασίας.
Η πίεση γίνεται ακόμη πιο εμφανής στην καθημερινή κατανομή των οικογενειακών δαπανών. Σύμφωνα με την Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών 2025 της ΕΛΣΤΑΤ, τα ελληνικά νοικοκυριά διαθέτουν κατά μέσο όρο το 20,4% των συνολικών δαπανών τους για τρόφιμα, το 15% για στέγαση και το 13,6% για μεταφορές.
Συνολικά, οι τρεις αυτές κατηγορίες απορροφούν το 49% των χρημάτων που ξοδεύει ένα νοικοκυριό. Η ενέργεια κατοικίας περιλαμβάνεται στις δαπάνες στέγασης, γεγονός που αναδεικνύει πόσο καθοριστική παραμένει η εξέλιξη των τιμών ηλεκτρικού ρεύματος και θέρμανσης για τον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Η μέση ετήσια δαπάνη των νοικοκυριών έφθασε το 2025 τα 21.842 ευρώ, από 20.694 ευρώ το 2024, σημειώνοντας αύξηση 5,5%. Η αύξηση αυτή, ωστόσο, δεν συνεπάγεται αντίστοιχη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου, καθώς αποτυπώνει δαπάνες σε τρέχουσες τιμές, στις οποίες ενσωματώνεται και η επίδραση των ανατιμήσεων.
Η ακρίβεια έχει διαφορετικό βάρος για πλούσιους και φτωχούς
Για το φτωχότερο 20% των ελληνικών νοικοκυριών, μόνο οι δαπάνες για τρόφιμα και στέγαση απορροφούν το 54,4% του συνολικού προϋπολογισμού τους. Στο πλουσιότερο 20%, το αντίστοιχο ποσοστό περιορίζεται στο 34,5%. Η διαφορά φθάνει τις 19,9 ποσοστιαίες μονάδες, πριν ακόμη προστεθούν οι μετακινήσεις και οι υπόλοιπες καθημερινές ανάγκες.
Αυτό σημαίνει ότι η ίδια ανατίμηση έχει πολύ διαφορετικές συνέπειες ανάλογα με το εισόδημα. Ένα νοικοκυριό με υψηλές αποδοχές μπορεί να περιορίσει δευτερεύουσες δαπάνες ή να αποταμιεύσει λιγότερα. Για μια οικογένεια χαμηλού εισοδήματος, όμως, οι ανατιμήσεις στα τρόφιμα, το ενοίκιο και την ενέργεια περιορίζουν άμεσα τα χρήματα που απομένουν για τις υπόλοιπες ανάγκες.
Ιδιαίτερα επιβαρυμένοι εμφανίζονται οι ενοικιαστές, οι οποίοι διαθέτουν κατά μέσο όρο το 23,4% των συνολικών μηνιαίων δαπανών τους για στέγαση, με το ενοίκιο να απορροφά από μόνο του το 17,3%.
Πηγή: ot.gr





