To Ριάντ πασχίζει να βρει στρατούς και οπλικά συστήματα που θα το προστατεύσουν έναντι του Ιράν και των Χούθι. Λίγο ως πολύ, έχουν ανταποκριθεί ΗΠΑ, Ελλάδα, Τουρκία και Πακιστάν. Η τελευταία πόρτα που χτύπησαν οι Σαουδάραβες είναι ακόμα και η… Συρία, υπό τον πρώην τρομοκράτη Αχμέντ Χουσεΐν αλ Σαράα, γνωστού και ως αλ Τζολάνι. Πόσο καλή ιδέα είναι όμως;
Σύμφωνα με δημοσιεύματα, ο Σάρα, με την έγκριση των ΗΠΑ, ενδέχεται να είναι διατεθειμένος να αποδεχθεί το σαουδαραβικό αίτημα και να αναπτύξει έως και 20.000 στρατιώτες, συμπεριλαμβανομένων μονάδων για επιθετικές επιχειρήσεις.
Σύμφωνα όμως με τον αναλυτή του φιλοϊσραηλινού Ιδρύματος για την Υπεράσπιση των Δημοκρατιών (FDD) Αχμάντ Σαράουι, αν τελικά ενδώσει στις πιέσεις του Ριάντ θα έχει προχωρήσει σε μια παρακινδυνευμένη έως και άστοχη κίνηση με σημαντικές συνέπειες για τη χώρα του.
Ο συριακός στρατός δεν θα τα καταφέρει
Δεδομένοι ότι οι πάνοπλοι περίπου 300.000 μαχητές της Υεμένης μάχονται τους Χούθι δίχως αποτέλεσμα για δεκαετίες, πιστεύεται ότι οι εμπειροπόλεμοι Σύροι μαχητές, ενδέχεται να προσφέρουν αυτό που έλειπε από τις δυνάμεις που υποστηρίζονται από τη Σαουδική Αραβία.
Όμως, όπως αναφέρει στην ανάλυσή του στο Foreign Policy ο ειδικός του FDD το να κερδίσει κανείς έναν πόλεμο στη Συρία δεν σημαίνει ότι γνωρίζει πώς να πολεμήσει έναν πόλεμο στην Υεμένη. «Οι μαχητές που ανέτρεψαν τον Άσαντ επιχειρούσαν σε γνώριμο έδαφος εναντίον ενός αποθαρρυμένου στρατού. Στην Υεμένη, θα αντιμετώπιζαν ένα κίνημα Χούθι που πολεμά εδώ και χρόνια στο δικό του έδαφος και έχει οχυρωθεί σε ορεινά προπύργια. Οι συριακές δυνάμεις δεν διαθέτουν ανάλογη εμπειρία στην Υεμένη, στερούνται μεγάλου μέρους του βαρέος εξοπλισμού που απαιτείται για μια παρατεταμένη εκστρατεία και θα αντιμετώπιζαν έναν εχθρό με αποφασιστικό πλεονέκτημα λόγω του εδάφους».
Η εμπλοκή συριακών κυβερνητικών στρατευμάτων σε μάχες εναντίον των Χούθι -οι οποίοι ακολουθούν τον ζαϊντισμό, έναν κλάδο του σιιτικού Ισλάμ- θα προσέφερε στο κίνημα την ευκαιρία να επαναπροσδιορίσει τη σύγκρουση για τον έλεγχο εδαφών ως θρησκευτική αντιπαράθεση εναντίον ξένων σουνιτών εξτρεμιστών. Η άφιξη Σύρων μαχητών θα μπορούσε να αποτελέσει ισχυρό εργαλείο στρατολόγησης και κινητοποίησης. Λογαριασμοί που πρόσκεινται στον φιλοϊρανικό άξονα έχουν ήδη παρουσιάσει τον συριακό στρατό ως μισθοφορική δύναμη διαθέσιμη σε οποιαδήποτε ξένη κυβέρνηση είναι πρόθυμη να πληρώσει, μια κατηγορία με επιπτώσεις στη φήμη της Συρίας σε ολόκληρη την περιοχή.
Πλήγμα στην εξωτερική πολιτική της ουδετερότητας
Πέραν όμως του εξαιρετικά αμφιλεγόμενου στρατιωτικού αποτυπώματος, που μπορεί να έχει μια τέτοια ενέργεια, ο Αχμάντ Σαράουι υπογραμμίζει ότι το πρώτο θύμα μιας συριακής επέμβασης θα μπορούσε να είναι η αυτοσυγκράτηση στην εξωτερική πολιτική. Υπενθυμίζεται ότι έπειτα από χρόνια εμφυλίου πολέμου, η ηγεσία του Σάρα υποσχέθηκε στον λαό ότι θα «παραμείνει εκτός οποιασδήποτε σύγκρουσης».
Από τότε που ανέλαβε την εξουσία, η εξωτερική πολιτική του Σάρα έχει επικεντρωθεί στην εξισορρόπηση των περιφερειακών δυνάμεων. Η Συρία προσεγγίζει τη Σαουδική Αραβία, διατηρεί σχέσεις με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, εμβαθύνει τη στρατιωτική συνεργασία με την Τουρκία, και ταυτόχρονα στέλνει μηνύματα στο Ισραήλ για ειρηνευτική συμφωνία. «Η λογική της Δαμασκού είναι να επιδιώκει την εύνοια ανταγωνιστικών δυνάμεων χωρίς να δεσμεύεται σε κάποιο στρατόπεδο».
Αν όμως δεσμευτεί να στείλει στρατεύματα -δεδομένου ότι το Ριάντ έχει επενδύσει οικονομικά στη Δαμασκό- τότε αυτή η πολιτική τινάζεται στον αέρα.
Θα βρει απέναντι το Ιράν
Τρίτον, ο ειδικός εκτιμά ότι η συμμετοχή στην εκστρατεία υπό την ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας εναντίον των Χούθι πιθανότατα θα έθετε ξανά τη Συρία στο στόχαστρο του Ιράν. Υπενθυμίζεται ότι ο Σάρα είχε αρνηθεί προ μηνών να ανοίξει νέο μέτωπο με τη Χεζμπολάχ. Τον Ιούλιο, πρώην Ιρανός αξιωματούχος απείλησε ότι μια επέμβαση εναντίον της Χεζμπολάχ στον Λίβανο θα προκαλούσε ιρανικές επιθέσεις με πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη εναντίον της Συρίας.
Μετά την ήττα του Άσαντ ο Σάρα έχει επιδιώξει να κρατήσει τη Συρία μακριά από μια άμεση σύγκρουση με το Ιράν και τις οργανώσεις που υποστηρίζει, προκειμένου να αποφύγει μια αντιπαράθεση που θα μπορούσε να τους δώσει το πρόσχημα να αποσταθεροποιήσουν τη χώρα του.
Πράγματι, ήδη η πιθανή ανάπτυξη συριακών δυνάμεων στην Υεμένη, εξερέθεσε τον πρώην υπουργό Εσωτερικών του Ιράκ Μπακίρ αλ Ζουμπαϊντί, πρώην μέλος της φιλοϊρανικής Οργάνωσης Μπαντρ, και απείλησε ότι, αν ο Σάρα αναπτύξει στρατεύματα, η Συρία θα μπορούσε να αντιμετωπίσει «καταστροφικά πλήγματα από τους Χούθι» και επιθέσεις «από άλλα μέτωπα».
Μίντια των Χούθι παρουσίασε την πιθανή άφιξη Σύρων στρατιωτών ως μέσο μετατροπής της σύγκρουσης σε μια «υπαρξιακή σεχταριστική αντιπαράθεση».
Ήδη από τον Μάρτιο του 2026, η Συντονιστική Επιτροπή της Ιρακινής Αντίστασης, μια οργάνωση-ομπρέλα πολιτοφυλακών που υποστηρίζονται από το Ιράν, προειδοποίησε τον Σάρα ότι η συριακή εμπλοκή εναντίον των συμμάχων του Ιράν θα ισοδυναμούσε με «κήρυξη πολέμου εναντίον ολόκληρου του Άξονα της Αντίστασης».
Στο εσωτερικό της Συρίας πολλοί, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που δεν τρέφουν ιδιαίτερη συμπάθεια προς το Ιράν ή τους Χούθι, ανησυχούν.
«Το συριακό αίμα… δεν είναι προς πώληση», δήλωσε ένας Σύρος σχολιαστής, χαρακτηρίζοντας την προτεινόμενη ανάπτυξη στρατευμάτων «απαράδεκτη». Ένας άλλος έθεσε το ενδεχόμενο ιρανικών αντιποίνων: «Αν πολεμήσουμε τους Χούθι και το Ιράν απαντήσει βομβαρδίζοντάς μας, ποιος θα το σταματήσει;». Ή, όπως δήλωσε ένας ακόμη στο X: «Είναι σκέτη ηλιθιότητα να μπούμε σε έναν πόλεμο που δεν μας αφορά».
Έτσι με τα στρατιωτικά οφέλη από τη συριακή συμμετοχή να είναι αβέβαια, ο αναλυτής του FDD εκτιμά ότι θα είναι δύσκολο να πειστούν ξένες κυβερνήσεις να επενδύσουν στη Συρία, αν αρχίσει να στέλνει στρατεύματα σε πολέμους πολύ πέρα από τα σύνορά της.
Πηγή: in.gr





