Του Τάσου Δασόπουλου
Εν μέσω μιας οξύτατης κρίσης στα ευρωπαϊκά ομόλογα, ο οίκος Standard & Poor’s έχει προγραμματίσει για την Παρασκευή τη δεύτερη αξιολόγηση της ελληνικής οικονομίας για το 2026.
Στην πρώτη αξιολόγηση του οίκου, στις 14 Απριλίου, η S&P διατήρησε την Ελλάδα στη βαθμίδα BBB και την προοπτική της οικονομίας σταθερή. Η δεύτερη αξιολόγηση δεν αναμένεται να επηρεαστεί ιδιαίτερα από την έντονη νευρικότητα στις αγορές χρήματος. Οι οίκοι αξιολόγησης μπορούν να αντιληφθούν ότι η οριζόντια αύξηση των αποδόσεων για τις οικονομίες της Ευρώπης είναι συγκυριακή και συνδέεται με την αβεβαιότητα που προκαλεί η ενεργειακή κρίση.
Σε ό,τι αφορά τα θεμελιώδη μεγέθη της ελληνικής οικονομίας, ο οίκος γνωρίζει ότι η Ελλάδα διατηρεί την αναπτυξιακή της δυναμική και ότι η κυβέρνηση είναι προσηλωμένη στη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων. Στα δημοσιονομικά της, η Ελλάδα μείωσε πέρυσι το χρέος της κατά 9,5% του ΑΕΠ και φέτος αναμένεται να καταγράψει, για τέταρτη συνεχή χρονιά, υψηλό πρωτογενές πλεόνασμα, το οποίο ίσως υπερβεί το 3,6% του ΑΕΠ που έχει θέσει ως στόχο το προσχέδιο του προϋπολογισμού του 2027. Επίσης, θα είναι μία από τις ελάχιστες χώρες οι οποίες θα έχουν φέτος και το 2027 δημοσιονομικό πλεόνασμα.
Η S&P θα συνεκτιμήσει στην έκθεσή της και το γεγονός ότι η Ελλάδα, εν μέσω κρίσης, θα αποπληρώσει πρόωρα άλλα 12 δισ. ευρώ σε δάνεια που έλαβε κατά τη διάρκεια του πρώτου και του δεύτερου προγράμματος διάσωσης, συνεχίζοντας την προσπάθεια που ξεκίνησε το 2019.
Το στοιχείο που θα βαρύνει περισσότερο στην αξιολόγηση του συγκεκριμένου οίκου θα είναι η εντύπωση που θα έχει αποκομίσει από τις επαφές που είχε με τις ελληνικές αρχές σχετικά με το αν και κατά πόσο η Ελλάδα θα συνεχίσει την ίδια οικονομική πολιτική μετά τις εθνικές εκλογές της ερχόμενης άνοιξης.
Τελευταία αξιολόγηση από τη Fitch
Η τελευταία αξιολόγηση της χρονιάς θα γίνει στις 6 Νοεμβρίου από τον οίκο Fitch. Στην πρώτη αξιολόγησή του, τον Μάιο, ο οίκος διατήρησε την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας στη βαθμίδα BBB, με την προοπτική της οικονομίας “σταθερή”.
Ωστόσο, σε έκθεση που δημοσίευσε την περασμένη εβδομάδα για τις οικονομίες της Δυτικής Ευρώπης, εμφανιζόταν ιδιαίτερα θετικός για τις προοπτικές της Ελλάδας, σημειώνοντας ότι η χώρα έχει ενισχύσει τα θεμελιώδη μεγέθη της και την αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής.
Η Fitch σημείωνε ότι το δημόσιο χρέος της γενικής κυβέρνησης μειώθηκε κατά σχεδόν 20 ποσοστιαίες μονάδες την περίοδο 2024-2025, φθάνοντας στο 146,1% του ΑΕΠ το 2025, χάρη στην ανθεκτική οικονομική ανάπτυξη και τα δημοσιονομικά πλεονάσματα. Εκτιμούσε επίσης ότι θα υπάρξει περαιτέρω υποχώρηση του χρέους στο 139,3% του ΑΕΠ το 2026, στο 134,1% το 2027 και στο 129,4% το 2028. Στο βασικό της σενάριο, εκτιμά ότι το χρέος θα προσεγγίσει το 120% του ΑΕΠ έως το 2030.
Υπογράμμιζε, όμως, ότι το επίπεδο του ελληνικού χρέους παραμένει ιδιαίτερα υψηλό, περίπου 2,5 φορές το διάμεσο επίπεδο του 58% για τις χώρες της κατηγορίας “BBB”. Πρόσθετε, ωστόσο, ότι πλεονέκτημα για το ελληνικό χρέος αποτελεί το ευνοϊκό προφίλ του, με μέση διάρκεια περίπου 19 ετών και ευνοϊκά επιτόκια.
Η Fitch κατέληγε στο συμπέρασμα ότι τα χαρακτηριστικά αυτά περιορίζουν τους κινδύνους χρηματοδότησης και λειτουργούν ως προστασία απέναντι σε πιθανές αναταράξεις στην αγορά ομολόγων. Σε αυτό συνυπολογίζονται και τα υψηλά ταμειακά διαθέσιμα.
Η εκτίμηση του οικονομικού επιτελείου είναι ότι, παρά την κρίση, το 2026 θα κλείσει με όλους τους μεγάλους οίκους αξιολόγησης, πλην της Scope, η οποία αναβάθμισε το αξιόχρεο, να έχουν αναθεωρήσει τουλάχιστον την προοπτική της οικονομίας από σταθερή σε θετική.
Πηγή: capital.gr




