Φονικές πυραυλικές επιθέσεις οδήγησαν στο κλείσιμο του αεροδρομίου του Ριάντ. Ρωσικά πλήγματα στην Ουκρανία στοίχισαν τη ζωή σε περισσότερους από 100 αμάχους σε όλη τη χώρα. Η Πολωνία προειδοποιεί για τον κίνδυνο ρωσικών επιθέσεων εντός της ΕΕ, που θα μπορούσαν να προκαλέσουν θύματα. Η Κίνα ξεκινά εξαήμερη άσκηση με πραγματικά πυρά κατά μήκος των ακτών της.
Όλα αυτά τα γεγονότα σημειώθηκαν μόλις την περασμένη εβδομάδα και αποτελούν μέρος μιας αυξανόμενης αίσθησης παγκόσμιας ανασφάλειας, με πολύ κόσμο να φοβάται πια ότι πράγματι οδηγούμαστε σε έναν ακόμη παγκόσμιο πόλεμο.
Περιοχές και χώρες που επί δεκαετίες θεωρούσαν την ειρήνη δεδομένη – η Δυτική Ευρώπη, η Ανατολική Ασία, τα κράτη του Κόλπου – καλούνται πλέον να αντιμετωπίσουν την προοπτική, ή ακόμα και την πραγματικότητα του πολέμου.
Ποιο ήταν όμως το ακριβές χρονικό σημείο κατά το οποίο ο πόλεμος άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο; Όπως σημειώνεται σε ανάλυση των Financial Times, ήταν κατά τη διάρκεια της τριήμερης Διάσκεψης του Μονάχου για την Ασφάλεια, η οποία ολοκληρώθηκε στις 20 Φεβρουαρίου 2022 – μόλις τέσσερις ημέρες πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Οι εκπρόσωποι των μηχανισμών ασφαλείας και των υπηρεσιών πληροφοριών των ΗΠΑ και της Βρετανίας που συμμετείχαν στη διάσκεψη ήταν απολύτως κατηγορηματικοί, επιμένοντας ότι οι δυνάμεις του Βλαντίμιρ Πούτιν επρόκειτο να κινηθούν εναντίον του Κιέβου.
Η International Crisis Group κατέγραψε πρόσφατα 65 εν εξελίξει συγκρούσεις ανά τον κόσμο, τον υψηλότερο αριθμό από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Κατά τη διάρκεια ενός δείπνου σε ξενοδοχείο του Μονάχου, ο Άντριου Σίρερ – τότε επικεφαλής του Γραφείου Εθνικών Πληροφοριών της Αυστραλίας – περιέγραψε μια συζήτηση που είχε μόλις προηγουμένως με τον Άντονι Μπλίνκεν. Οι δύο άνδρες εξέταζαν τα σχέδια εισβολής της Ρωσίας, όταν ο Σίρερ στράφηκε προς τον τότε υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ και είπε: «Δεν μπορώ να πιστέψω ότι κάνουμε αυτή τη συζήτηση στον 21ο αιώνα».
Ήταν μια παρατήρηση που αποτύπωνε τα αντικρουόμενα συναισθήματα εκείνης της στιγμής. Από τη μία πλευρά, υπήρχε η απόλυτη βεβαιότητα ότι η Ρωσία επρόκειτο να εξαπολύσει μια εισβολή πλήρους κλίμακας, έναν πόλεμο. Από την άλλη, υπήρχε δυσπιστία για το γεγονός ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί στη σύγχρονη Ευρώπη. Ορισμένοι από τους Ουκρανούς και τους Ευρωπαίους που βρίσκονταν στο Μόναχο αρνούνταν απλώς να πιστέψουν ότι επρόκειτο να συμβεί – ελπίζοντας ότι όλα αυτά αποτελούσαν μια τεράστια μπλόφα του Πούτιν ή ότι οι πληροφορίες των μυστικών υπηρεσιών ήταν, κατά κάποιο τρόπο, λανθασμένες.
«Μπορεί εσείς να μην ενδιαφέρεστε για τον πόλεμο, αλλά ο πόλεμος ενδιαφέρεται για εσάς»
Αυτή η άρνηση να πιστέψει κανείς ότι η ειρήνη στην Ευρώπη βρισκόταν στα πρόθυρα της κατάρρευσης, θύμιζε έντονα μια φράση που αποδίδεται ευρέως στον Τρότσκι: «Μπορεί εσείς να μην ενδιαφέρεστε για τον πόλεμο, αλλά ο πόλεμος ενδιαφέρεται για εσάς!».
Έχουν περάσει περισσότερα από τέσσερα χρόνια από τότε που ο Πούτιν εξαπέλυσε την «ειδική στρατιωτική επιχείρησή» του στην Ουκρανία. Στο διάστημα αυτό, το παγκόσμιο πολιτικό κλίμα έχει μεταβληθεί ριζικά. Μάλιστα, έχει γίνει πλέον σύνηθες φαινόμενο οι ηγέτες ανά τον κόσμο να συζητούν δημόσια το ενδεχόμενο ξεσπάσματος ενός τρίτου παγκόσμιου πολέμου.
Στην περίφημη τηλεοπτική αντιπαράθεση με τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι τον Φεβρουάριο του 2025, ο Ντόναλντ Τραμπ κατηγόρησε τον Ουκρανό πρόεδρο ότι «παίζει το χαρτί του Γ’ Παγκοσμίου Πολέμου». Ο Τραμπ πίστευε τότε – και πιθανότατα πιστεύει ακόμα και σήμερα – ότι η δυτική στήριξη προς την Ουκρανία ενείχε τον κίνδυνο να παρασύρει τις ΗΠΑ σε πόλεμο με την Ρωσία.
Ο Ζελένσκι έχει επίσης υποστηρίξει επανειλημμένα ότι ο κόσμος βρίσκεται στο χείλος μιας παγκόσμιας σύγκρουσης. Ωστόσο, για τον Ουκρανό ηγέτη, ο πραγματικός κίνδυνος πηγάζει από την αποτυχία να νικηθεί η ρωσική επιθετικότητα. Ο ίδιος έχει δηλώσει ότι «ολόκληρος ο κόσμος πρέπει να αποφασίσει αν θέλουμε να σταματήσουμε τον Πούτιν ή αν θέλουμε να δώσουμε το έναυσμα για έναν τρίτο παγκόσμιο πόλεμο».
Θα περίμενε κανείς από έναν ηγέτη σε καιρό πολέμου, που αγωνιά να συγκεντρώσει υποστήριξη για τη χώρα του, να τονίσει δραματικά το τι διακυβεύεται για τον υπόλοιπο κόσμο. Ωστόσο, και οι ηγέτες της Δυτικής Ευρώπης αντιμετωπίζουν την απειλή από την Ρωσία με μεγάλη σοβαρότητα. Τις ημέρες που ακολούθησαν τη ρωσική εισβολή, η γερμανική κυβέρνηση ανακοίνωσε μια «Zeitenwende» – ένα ιστορικό σημείο καμπής – η οποία θα οδηγούσε την Γερμανία στη διάθεση δισεκατομμυρίων για τον επανεξοπλισμό της.
Ο Μαρκ Ρούτε, γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, προειδοποίησε τους Ευρωπαίους ηγέτες το 2025: «Είμαστε ο επόμενος στόχος της Ρωσίας και πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι για μια πολεμική σύρραξη της κλίμακας εκείνης που βίωσαν οι παππούδες ή οι προπαππούδες μας».
«Η παγίδα του Θουκυδίδη»
Ο φόβος ότι ενδέχεται να κυοφορείται μια παγκόσμια σύγκρουση εκτείνεται πολύ πέρα από τα όρια της Ευρώπης. Ο Σι Τζινπίνγκ προειδοποιεί επανειλημμένα για τους κινδύνους να παγιδευτούν οι ΗΠΑ και η Κίνα στην αποκαλούμενη «Παγίδα του Θουκυδίδη». Ο Κινέζος ηγέτης αναφέρεται σε μια θεωρία που διατύπωσε ο Γκράχαμ Άλισον, ακαδημαϊκός στο Χάρβαρντ, σύμφωνα με την οποία, ιστορικά, η κυρίαρχη παγκόσμια δύναμη τείνει τελικά να έρχεται σε σύγκρουση με την ανερχόμενη δύναμη.
Ωστόσο, οι ίδιες οι πολιτικές του Σι συμβάλλουν στις εντάσεις μεταξύ μεγάλων δυνάμεων, για τις οποίες εκείνος προειδοποιεί. Υπό την ηγεσία του, η Κίνα έχει διοχετεύσει τεράστια κονδύλια στις ένοπλες δυνάμεις της. Πλέον διαθέτει μεγαλύτερο ναυτικό από τις ΗΠΑ. Παράλληλα, το Πεκίνο εντείνει σταθερά τη στρατιωτική και πολιτική πίεση προς την Ταϊβάν, για την οποία έχει δεσμευτεί ότι θα την καταλάβει διά της βίας, εάν χρειαστεί. Ως πρόεδρος των ΗΠΑ, ο Τζο Μπάιντεν δήλωσε τέσσερις φορές ότι η Αμερική θα υπερασπιστεί την Ταϊβάν σε περίπτωση κινεζικής εισβολής.
Αν και οι ηγέτες ανά τον κόσμο έχουν συνηθίσει να χρησιμοποιούν κατά κόρον τη φράση «τρίτος παγκόσμιος πόλεμος», σπάνια σταματούν για να δώσουν έναν ορισμό στον όρο. Ωστόσο, σε γενικές γραμμές, ένας παγκόσμιος πόλεμος θα είχε δύο βασικά χαρακτηριστικά. Το πρώτο είναι ότι τα ισχυρότερα έθνη του κόσμου θα έπρεπε να βρίσκονται σε άμεση σύγκρουση – όπως συνέβη κατά τον Α’ και τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το δεύτερο είναι ότι η σύγκρουση θα έπρεπε να εκτείνεται σε διάφορες ηπείρους.
«Δεν βρισκόμαστε σε πόλεμο, αλλά δεν βρισκόμαστε πλέον ούτε σε ειρήνη»
Μέχρι στιγμής, κανένα από τα δύο όρια δεν έχει ξεπεραστεί. Ωστόσο, η πιθανότητα αυτή υπήρχε ανέκαθεν. Ο ρωσικός υβριδικός πόλεμος εναντίον των ευρωπαϊκών κρατών που στηρίζουν την Ουκρανία – συμπεριλαμβανομένων δολιοφθορών, εμπρησμών και δολοφονιών – αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο μιας ακούσιας κλιμάκωσης. Όπως δήλωσε πέρυσι ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς: «Δεν βρισκόμαστε σε πόλεμο, αλλά δεν βρισκόμαστε πλέον ούτε σε ειρήνη».
Θα μπορούσε, όμως, ο ρωσο-ουκρανικός πόλεμος να εξελιχθεί σε μια πραγματικά παγκόσμια σύγκρουση; Στα μάτια ορισμένων εκ των εμπλεκομένων, αυτό έχει ήδη συμβεί. Όταν βορειοκορεατικά στρατεύματα έφτασαν στην πρώτη γραμμή για να στηρίξουν τους Ρώσους στον αγώνα τους κατά της Ουκρανίας, ο Ζελένσκι χαρακτήρισε την εξέλιξη αυτή ως «το πρώτο βήμα προς έναν παγκόσμιο πόλεμο».
Παράλληλα, η αντιπαράθεση μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν έχει διασταυρωθεί με τη σύγκρουση στην Ουκρανία. Υπάρχει η ευρεία πεποίθηση ότι το Ιράν έλαβε βοήθεια από την Ρωσία για τον εντοπισμό στόχων – αμερικανικών βάσεων – στη Μέση Ανατολή. Την ίδια στιγμή, η Ουκρανία έχει προσφέρει την τεχνογνωσία της στον τομέα της αντιμετώπισης των μη επανδρωμένων αεροσκαφών (drones) στα κράτη του Κόλπου.
Και φυσικά, δεν θα πρέπει να παραβλέπουμε τον απρόβλεπτο παράγοντα που ακούει στο όνομα «Ντόναλντ Τραμπ».
Ωστόσο, οι αξιωματούχοι ασφαλείας της Δύσης ανησυχούν ολοένα και περισσότερο για τους στενούς δεσμούς μεταξύ ενός «άξονα αντιπάλων», στον πυρήνα του οποίου βρίσκονται η Ρωσία, η Κίνα, το Ιράν και η Βόρεια Κορέα. Ο όρος «άξονας» προκαλεί επιφυλάξεις σε ορισμένους αναλυτές. Όμως, οι δεσμοί είναι σαφώς υπαρκτοί και διακηρύσσονται ανοιχτά. Η Ρωσία και η Βόρεια Κορέα υπέγραψαν συνθήκη αμοιβαίας άμυνας στην Πιονγιάνγκ το 2024. Λίγο πριν από την εισβολή του Πούτιν στην Ουκρανία, ο Ρώσος πρόεδρος επισκέφθηκε την Κίνα και οι δύο χώρες ανακοίνωσαν μια «εταιρική σχέση χωρίς όρια». Η κινεζική οικονομική και τεχνική βοήθεια υπήρξε καθοριστική, επιτρέποντας στη Ρωσία να αντιμετωπίσει τις δυτικές κυρώσεις και να συνεχίσει τις πολεμικές επιχειρήσεις στην Ουκρανία.
Οι τέσσερις χώρες του άξονα ενώνονται από τη δυσαρέσκειά τους για την παγκόσμια τάξη ασφαλείας, υπό την ηγεσία των ΗΠΑ. Η Ρωσία δυσαρεστείται από τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ και επιδιώκει να δει τη Συμμαχία να υποχωρεί. Το Ιράν έχει εξαπολύσει επιθέσεις εναντίον αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων σε όλη τη Μέση Ανατολή. Η Βόρεια Κορέα απειλεί τη Νότια Κορέα, η οποία βασίζεται στις ΗΠΑ για την προστασία της. Η Κίνα διεκδικεί την Ταϊβάν και το μεγαλύτερο μέρος της Νότιας Σινικής Θάλασσας ως επικράτειά της – και φαίνεται αποφασισμένη να εκτοπίσει τις ΗΠΑ από τη θέση της κυρίαρχης δύναμης στον Ειρηνικό. Ο Μαρκ Ρούτε, από την πλευρά του ΝΑΤΟ, έχει αναφερθεί επανειλημμένα στο ενδεχόμενο η Κίνα και η Ρωσία να εξαπολύσουν συντονισμένες στρατιωτικές επιθέσεις στην Ασία και την Ευρώπη ταυτόχρονα.
Από τι εξαρτάται η παγκόσμια ειρήνη;
Η Ιστορία υποδεικνύει ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για έναν Γ’ Παγκόσμιο Πόλεμο ίσως έγκειται σε μία αβεβαιότητα: οι τελικές κρίσεις που οδήγησαν στον Α’ και τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο αφορούσαν, και στις δύο περιπτώσεις, συστήματα συμμαχιών και δεσμεύσεις ασφαλείας που είχαν απολέσει την αξιοπιστία τους. Το 1914, η Βρετανία είχε εγγυηθεί την ουδετερότητα του Βελγίου, ωστόσο η γερμανική κυβέρνηση πίστευε ότι το Ηνωμένο Βασίλειο δεν θα εμπλεκόταν σε πόλεμο για χάρη ενός «κουρελόχαρτου» που είχε υπογραφεί το 1839. Επρόκειτο για εσφαλμένο υπολογισμό.
Το 1939, η Βρετανία και η Γαλλία παρείχαν εγγύηση ασφαλείας στην Πολωνία, σε μια προσπάθεια να αποτρέψουν τους Ναζί. Ωστόσο, οι προηγούμενες επαφές του Χίτλερ με Βρετανούς και Γάλλους ηγέτες τον είχαν πείσει ότι εκείνοι θα έκαναν πάλι πίσω. Έκανε λάθος.
Σήμερα, ο Σι καλείται να εξετάσει αν ο αμερικανικός «Νόμος περί Σχέσεων με την Ταϊβάν» – ο οποίος δεσμεύει τις ΗΠΑ να αντιδράσει στη χρήση βίας κατά του νησιού – εξακολουθεί να έχει κάποια ουσιαστική σημασία. Ο Πούτιν οφείλει να κάνει έναν αντίστοιχο υπολογισμό όσον αφορά στο Άρθρο 5 του ΝΑΤΟ – το οποίο δεσμεύει και τα 32 μέλη της Συμμαχίας να υπερασπίζονται το ένα το άλλο. Πρόκειται άραγε για μια δέσμευση απολύτως αδιασάλευτη, ή μήπως για ένα ακόμη «κουρελόχαρτο»;
Αυτά είναι τα ερωτήματα από τα οποία ενδέχεται να εξαρτάται η παγκόσμια ειρήνη.
Πηγή: in.gr





