Λιγοστεύουν τα διαθέσιμα ακίνητα και συνεχίζονται οι ανοδικές…

Τριπλάσιοι οι αγοραστές κατοικίας από τους πωλητές

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης

Πρόσθεσε το formedia.gr στη Google

Του Νίκου Ρουσάνογλου

Λιγότερο από το 10% των ανθρώπων που υπέβαλαν αιτήσεις μέσω του Σπίτι Μου 2, κατόρθωσαν τελικά να “φτάσουν στην πηγή” της εξασφάλισης χρηματοδότησης, μιας και η εύρεση του κατάλληλου ακινήτου αποδείχθηκε – για τους περισσότερους – ανυπέρβλητο εμπόδιο, πέραν ασφαλώς επιμέρους ζητημάτων, όπως το κατά πόσο τελικά μπορούσαν να λάβουν στεγαστικό δάνειο. Σύμφωνα με τα σχετικά στοιχεία, που συζητήθηκαν χθες, στο πλαίσιο σχετικής ημερίδας της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Μεσιτών Αστικών Συμβάσεων (ΠΟΣΜΑΣ), που πραγματοποιήθηκε στην Prodexpo 2026, από τις περίπου 120.000 αιτήσεις που υποβλήθηκαν, ο τελικός αριθμός όσων τελικά προχώρησαν σε αγορά ακινήτου προσέγγισε τις 14.500.

Ασφαλώς, πρόκειται για μια θετική εξέλιξη, αλλά οι επαγγελματίες της αγοράς εξέφρασαν και τον προβληματισμό τους για την επίδραση των δύο τελευταίων προγραμμάτων (Σπίτι Μου 1 και 2), αλλά και του επόμενου Σπίτι Μου 3, στις τιμές. “Είδαμε ότι τελικά, σπίτια που πωλούνταν 150.000 – 170.000 ευρώ και συγκέντρωναν λιγοστή ζήτηση, τελικά να φτάνουν σε αξίες τα 180.000 – 200.000 ευρώ και δεκάδες υποψήφιους αγοραστές. Ουσιαστικά, το κέρδος των δικαιούχων από την επιδότηση του επιτοκίου, το καρπώθηκαν οι ιδιοκτήτες μέσω της αυξημένης τιμής πώλησης”, σημείωσε ο κ. Δημήτρης Μπινιάρης, μέλος του Δ.Σ. της ΠΟΣΜΑΣ. Παρότι αναγνώρισε ότι πράγματι τέτοιες παρεμβάσεις βοηθούν τους οικονομικά ασθενέστερους, ελλοχεύει και ο κίνδυνος εμφάνισης νέων “κόκκινων” δανείων, καθώς ίσως κάποιοι δανειολήπτες, να έχουν δανειστεί στο όριο των οικονομικών τους δυνατοτήτων, ειδικά αν συνυπολογιστούν και οι απαιτούμενες δαπάνες ανακαίνισης, ή επισκευών, καθώς τα ακίνητα που αποκτήθηκαν είναι ηλικίας άνω των 40 ετών, ειδικά στα δύο μεγάλα αστικά κέντρα.

Εν τω μεταξύ, όπως σημείωσε ο κ. Δημήτρης Ανδρίτσος, πρόεδρος του Δ.Σ. της Cerved Property Services, από το πρώτο πρόγραμμα και μέχρι το νέο Σπίτι Μου 3, έχουν αυξηθεί τόσο η ανώτατη επιτρεπόμενη αξία, όσο και το ανώτατο ύψος στεγαστικού δανείου σε ποσοστό άνω του 50% (από 200.000 ευρώ σε 300.000 ευρώ η αξία και από 150.000 ευρώ σε 230.000 ευρώ το ύψος του δανείου), ενώ το όριο ηλικίας διευρύνθηκε από τα 39 στα 55 έτη. Το ίδιο φυσικά έγινε και με τα εισοδηματικά όρια των δικαιούχων. Έχουμε λοιπόν μια ζήτηση που συνεχώς την διευρύνουμε, τη στιγμή που η προσφορά δεν είναι ξεκάθαρο το κατά πόσο μπορεί να ακολουθήσει”.

Οι αλλαγές έχουν έρθει, συνεπεία των αυξήσεων στις τιμές. Σύμφωνα με τα όσα επισήμανε ο κ. Κώστας Γεωργάκος, συνιδρυτής της Prelevits & Georgakos Real Estate Solutions, “ενώ σε ετήσια βάση, πανελλαδικά, η αύξηση των τιμών των κατοικιών κινείται πέριξ του 5% πλέον, στα συγκεκριμένα επιλέξιμα ακίνητα του προγράμματος, κυρίως σε παλιότερες κατασκευές, οι αυξήσεις προσεγγίζουν ακόμα και το 30%. Είναι ξεκάθαρο ότι προκλήθηκε στρέβλωση της αγοράς”.

Σύμφωνα με τα στελέχη της αγοράς, μία λύση θα ήταν να δημιουργηθεί μια πλατφόρμα ακινήτων, στην οποία θα τοποθετηθούν εξαρχής τα ακίνητα που είναι ήδη μεταβιβάσιμα, είτε αυτά προέρχονται από ιδιώτες, είτε από φορείς του δημοσίου, δηλαδή να έχουν ξεκάθαρο νομικό και τεχνικό καθεστώς, προκειμένου να είναι πιο εύκολη η διαδικασία της ολοκλήρωσης της αγοραπωλησίας. Αυτό θα πρέπει να γίνεται με δέσμευση τιμής, ώστε να μην παρατηρούνται κερδοσκοπικά φαινόμενα κάθε φορά που τρέχει κάποιο πρόγραμμα επιδότησης επιτοκίου.

Πάντως, η πραγματικότητα στην αγορά δείχνει το μέγεθος της ανισορροπίας μεταξύ προσφοράς και ζήτησης, κάτι που εντοπίζει πλέον και σε σχετική του έρευνα και ο Spitogatos. Με βάση αυτήν, στις αγοραπωλησίες, το μεγαλύτερο έλλειμμα προσφοράς, αφορά κατοικίες αξίας έως 300.000 ευρώ, όπου συγκεντρώνεται και η πλειονότητα των αναζητήσεων από Έλληνες ενδιαφερομένους. Αντίθετα, στα ακριβότερα ακίνητα, ιδιαίτερα πάνω από τις 550.000 ευρώ, η σχέση προσφοράς και ζήτησης εμφανίζεται περισσότερο ισορροπημένη. Όπως ανέφερε, ο κ. Δημήτρης Μελαχροινός, διευθύνων σύμβουλος του Spitogatos.gr, η προσιτή κατοικία δέχεται κατά μέσο όρο οκταπλάσια πίεση σε σχέση με την ακριβότερη, ενώ μεταξύ κοντινών περιοχών οι αποκλίσεις μπορούν να φτάσουν τις 12 έως 14 φορές.

Με τη σειρά του, ο κ. Δημήτρης Τσατίρης, επιχειρησιακός διευθυντής της εταιρείας, επισήμανε ότι προγράμματα ενίσχυσης της ζήτησης, όπως το “Σπίτι μου”, παρότι έχουν κοινωνικό πρόσημο, εντείνουν την ανισορροπία όταν δεν συνοδεύονται από αύξηση του διαθέσιμου αποθέματος. “Αυτό που κατά την άποψή μας πρέπει να γίνει είναι αυτό το σοκ προσφοράς, να μπουν πολλά ακίνητα στην αγορά”, ανέφερε, τονίζοντας ότι τα μέτρα πρέπει να είναι στοχευμένα και όχι οριζόντια, καθώς οι ελλείψεις διαφοροποιούνται σημαντικά από περιοχή σε περιοχή.

Η ζήτηση από το εξωτερικό

Έντονη παραμένει και η ζήτηση από ξένους αγοραστές για την απόκτηση ακινήτων στην Ελλάδα, ειδικά εξοχικών κατοικιών. Όπως όμως ανέφερε ο κ. Λευτέρης Ποταμιάνος, πρόεδρος της ΠΟΣΜΑΣ, “ναι μεν είδαμε ότι το πρώτο εξάμηνο, ανέκαμψαν οι ροές κεφαλαίων από το εξωτερικό στην ελληνική αγορά κι έφτασαν το 1 δις ευρώ, ωστόσο, αυτό συνέβη ενώ το περιβάλλον στην Ελλάδα είναι εκ νέου ρευστό, με αλλαγές των κανόνων των επενδύσεων εν κινήσει, χωρίς την δέουσα σταθερότητα”. Ο κ. Ποταμιάνος στηλίτευσε το επικείμενο μέτρο του πενταπλασιασμού του φόρου μεταβίβασης σε 15%, ειδικά για τους πολίτες από χώρες εκτός της Ε.Ε. “Πολύ φοβάμαι ότι στο τέλος δεν θα εφαρμοστεί, καθώς δεν πρόκειται να έχει καμία απολύτως θετική επίδραση και φυσικά είναι εντελώς προσχηματική η θεσμοθέτησή του, λόγω της στεγαστικής κρίσης. Άλλωστε, οι ξένοι δεν αγοράζουν πλέον κατοικίες στις τιμές που ενδιαφέρονται και μπορούν να αγοράσουν οι Έλληνες”, επισήμανε ο κ. Ποταμιάνος.

Ιδιαίτερα ανοδική είναι πάντως η τάση στην αγορά των εξοχικών κατοικιών από ξένους. Όπως επισήμανε στην τοποθέτησή του ο κ. Γιώργος Γαβριηλίδης, διευθύνων σύμβουλος της Elxis-At Home in Greece, “το 75% των πελατών μας προέρχεται από χώρες της Ε.Ε. και το υπόλοιπο 25% από χώρες εκτός Ε.Ε., όπως οι ΗΠΑ, η Ελβετία, η Αυστραλία και ο Καναδάς. Άλλωστε, συγκριτικά με τον υπόλοιπο ευρωπαϊκό νότο, η Ελλάδα συνεχίζει να προσφέρει ελκυστικότερες τιμές, έναντι της Ισπανίας, της νότιας Γαλλίας και της Ιταλίας”. Σύμφωνα με τον κ. Γαβριηλίδη, ιδιαίτερα σημαντική κρίνεται και η τάση για μόνιμη εγκατάσταση που έχουν πλέον όλο και περισσότεροι ξένοι αγοραστές. “Αυτοί που θέλουν να μείνουν μόνιμα στην Ελλάδα, είναι άνθρωποι 45-60 ετών, όπως επίσης και νεότερης ηλικίας εργαζόμενοι εξ αποστάσεως. Σε ό,τι αφορά τις περιοχές υψηλής ζήτησης, το μεγαλύτερο μέρος των ενδιαφερόμενων κινείται στην αγορά της Κρήτης, ενώ ακολουθούν με μερίδιο 23% η Πελοπόννησος (κυρίως Μεσσηνία και Αργολίδα) και με 13% τα νησιά του Ιονίου.
 

Πηγή: capital.gr

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ