Τον παραγωγικό μετασχηματισμό της ελληνικής οικονομίας ως βασική προϋπόθεση για την ασφάλεια της πατρίδας μας και την αντιμετώπιση των μεγάλων προκλήσεων της εποχής ανέδειξε ο υπουργός Ανάπτυξης, Τάκης Θεοδωρικάκος, σε συνάντηση που διοργάνωσε η Ελληνοαμερικανική Ένωση, με επίκεντρο τις διεθνείς εξελίξεις και την αναπτυξιακή πορεία της ελληνικής οικονομίας.
Ο κ. Θεοδωρικάκος αναφέρθηκε στο ιστορικό βάθος και τη στρατηγική σημασία των ελληνοαμερικανικών σχέσεων, τονίζοντας πως «είναι σήμερα ισχυρότερες από ποτέ». Υπογράμμισε πως η Ελλάδα αποτελεί πυλώνα ασφάλειας και σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο και τόνισε την ανάγκη περαιτέρω εμβάθυνσης της στρατηγικής συνεργασίας των δύο χωρών στην άμυνα, την ενέργεια, τις επενδύσεις, τη βιομηχανία και την καινοτομία.
Στο επίκεντρο της ομιλίας του βρέθηκε η ενίσχυση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. «Χρειαζόμαστε μια οικονομία πιο ανταγωνιστική, με υψηλότερη παραγωγικότητα. Αυτή ακριβώς είναι η εθνική ανάγκη του παραγωγικού μετασχηματισμού της ελληνικής οικονομίας, που έχουμε θέσει στο επίκεντρο της πολιτικής μας, με προτεραιότητα στη βιομηχανία και στη μεταποίηση, στην καινοτομία, στην αναγέννηση του πρωτογενούς τομέα και στη σύνδεση της παραγωγής με τις νέες τεχνολογίες», σημείωσε.
Παράλληλα, επισήμανε την ανάγκη αντιμετώπισης των κοινωνικών και περιφερειακών ανισοτήτων, υπογραμμίζοντας πως δεν μπορεί να υπάρξει πραγματικά ισχυρή και παραγωγική Ελλάδα, χωρίς ισχυρή περιφερειακή ανάπτυξη.
Ισχυροί οι ελληνοαμερικανικοί δεσμοί
«Η Ελληνοαμερικανική Ένωση έχει μια ξεχωριστή και διαχρονική παρουσία στην ελληνική κοινωνία. Από το 1957, με το σημαντικό εκπαιδευτικό και πολιτιστικό έργο της, συμβάλλει ενεργά στην ενίσχυση των ιστορικών δεσμών φιλίας και συνεργασίας ανάμεσα στην Ελλάδα και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Δεσμών που στηρίζονται σε κοινές αξίες και στην αμοιβαία εμπιστοσύνη. Οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις είναι σήμερα ισχυρότερες από ποτέ. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν τον σημαντικότερο στρατηγικό μας σύμμαχο. Και η Ελλάδα είναι ένας ισχυρός και αξιόπιστος πυλώνας ασφάλειας και σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο. Και θέλουμε να ενισχύουμε διαρκώς αυτή τη στρατηγική σχέση, με ουσιαστική συνεργασία σε όλους τους τομείς», είπε ο υπουργός ξεκινώντας την ομιλία του διευκρινίζοντας ότι η άμυνα και η ενέργεια, οι παραγωγικές επενδύσεις, η βιομηχανία και η ναυπηγική, η έρευνα και η καινοτομία, αλλά και η παιδεία και ο πολιτισμός είναι τομείς υψηλού ενδιαφέροντος.
Περίοδος μεγάλων μεταβολών
Ο κ. Θεοδωρικάκος επεσήμανε ότι διανύουμε μία περίοδο μεγάλων γεωστρατηγικών μεταβολών, τη γεωπολιτική και την αύξηση του ενεργειακού κόστους, μέχρι την ΑΙ και την πρόσβαση σε κρίσιμες πρώτες ύλες.
«Μέσα σε αυτό το συγκλονιστικά μεταβαλλόμενο παγκόσμιο πλαίσιο, κάθε χώρα οφείλει να διαμορφώνει μια στρατηγική που θα εξασφαλίζει τη βιωσιμότητα και την προοπτική της οικονομίας της. Μια στρατηγική που θα ενισχύει την ανταγωνιστικότητά της και θα διασφαλίζει την οικονομική και εθνική της ασφάλεια. Αυτή είναι μια τεράστια πρόκληση όχι μόνο για την πατρίδα μας, αλλά συνολικά για την Ευρώπη, η οποία συμπιέζεται από τον ισχυρό ανταγωνισμό των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας και καθυστερεί πολύ να δώσει τη μάχη της ανταγωνιστικότητας. Και αυτή η καθυστέρηση, μέσα σε συνθήκες διεθνούς αστάθειας και αύξησης των αμυντικών δαπανών, δημιουργεί πολύ σοβαρές απειλές για την κοινωνική συνοχή. Τροφοδοτεί την άνοδο της ακροδεξιάς, την πολιτική πόλωση και τις κοινωνικές συγκρούσεις, φαινόμενα που παρακολουθούμε, με διαφορετικές εκφάνσεις, στη Γερμανία, στη Γαλλία και στην Ισπανία», σημείωσε.
Πρόσθεσε ακόμη ότι «ο Μάριο Ντράγκι, στην έκθεσή του για την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα, είχε προειδοποιήσει πως εάν η Ευρώπη δεν προχωρήσει στις αναγκαίες αλλαγές, κινδυνεύει να οδηγηθεί σε μια “αργή παρακμή”. Η Ευρώπη δείχνει, πλέον, ότι αντιλαμβάνεται το πρόβλημα: χωρίς ισχυρή παραγωγική και βιομηχανική βάση δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική στρατηγική αυτονομία. Και η Ελλάδα οφείλει και θέλει να είναι ενεργό μέρος αυτής της προσπάθειας, με ισχυρότερη παραγωγική βάση, περισσότερες επενδύσεις, μεγαλύτερη εξωστρέφεια, καινοτομία και ισχυρότερη παρουσία στις ευρωπαϊκές αλυσίδες αξίας.
Ειδικά για την Ελλάδα σημείωσε: «Για την πατρίδα μας, όμως, η ανάγκη μιας τέτοιας στρατηγικής αποτελεί και ζήτημα εθνικής ισχύος και ασφάλειας. Ζούμε σε μια δύσκολη γειτονιά, στην οποία χώρες με τις οποίες παραδοσιακά είχαμε σοβαρές δυσκολίες στις σχέσεις μας, όπως η Τουρκία, έχουν ενισχυθεί σημαντικά» και μεταξύ άλλων υπογράμμισε ότι «η πατρίδα μας οφείλει να έχει πανίσχυρες Ένοπλες Δυνάμεις, γιατί αποτελούν την εγγύηση της εδαφικής μας ακεραιότητας και της εθνικής μας κυριαρχίας. Και αυτά τα επτά χρόνια, έχουμε προχωρήσει σε ουσιαστική ενίσχυση της αποτρεπτικής τους ισχύος, με σημαντικά εξοπλιστικά προγράμματα και αναβάθμιση των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων».
Ισχυρές ένοπλες δυνάμεις και ανταγωνιστική οικονομία
«Η πραγματική ισχύς μιας χώρας στηρίζεται στο δίπτυχο των ισχυρών Ενόπλων Δυνάμεων και μιας εξίσου ισχυρής, παραγωγικής και ανταγωνιστικής οικονομίας. Χωρίς οικονομική ισχύ, δεν θα είμαστε σε θέση να συνεχίσουμε να διαθέτουμε τα ποσά που απαιτούνται για να συντηρούμε πανίσχυρες ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις. Γι’ αυτό και ο παραγωγικός μετασχηματισμός της ελληνικής οικονομίας είναι υπόθεση εθνικής σημασίας», υπογράμμισε ο υπουργός Ανάπτυξης αναφέροντας την πρόοοδο που έχει συντελεστεί στους δείκτες της ελληνικές οικονομίας τα τελευταία χρόνια.
Ωστόσο, πρόσθεσε ότι «παρά τη βελτίωση που καταγράφεται και στους δύο δείκτες, τα δύο αυτά ελλείμματα ως ποσοστά του ΑΕΠ παραμένουν υψηλά – κοντά στα επίπεδα του 2001, τη χρονιά που η πατρίδα μας μπήκε στην Ευρωζώνη. Για να το αντιμετωπίσουμε αυτό, δεν αρκεί η δημοσιονομική σταθερότητα. Χρειαζόμαστε μια οικονομία πιο ανταγωνιστική, με υψηλότερη παραγωγικότητα. Μια οικονομία που θα παράγει περισσότερο και θα εξάγει περισσότερο. Αυτή ακριβώς είναι η εθνική ανάγκη του παραγωγικού μετασχηματισμού της ελληνικής οικονομίας, που έχουμε θέσει στο επίκεντρο της πολιτικής μας. Δίνοντας προτεραιότητα στη βιομηχανία και στη μεταποίηση, στην καινοτομία, στην αναγέννηση του πρωτογενούς τομέα και στη σύνδεση της παραγωγής με τις νέες τεχνολογίες».
Μεταξύ άλλων ανέφερε ότι «κερδίσαμε το στοίχημα της αξιοπιστίας απέναντι στην αγορά. Οι αξιολογήσεις του Αναπτυξιακού Νόμου γίνονταν συνήθως σε χρονικά διαστήματα που έφταναν έως και τα δυο χρόνια. Δεσμευτήκαμε πως τα επενδυτικά σχέδια που υποβάλλονται προς ένταξη στον αναπτυξιακό νόμο θα αξιολογούνται σε 90 ημέρες, με σαφή κριτήρια και διαφάνεια. Και το κάναμε πράξη. Είναι ο ταχύτερος χρόνος στην Ευρώπη για τέτοιου είδους προγράμματα. Πήραμε πίσω 150 εκατομμύρια ευρώ από επιχειρήσεις που είχαν επιδοτηθεί τα προηγούμενα είκοσι χρόνια για να κάνουν επενδύσεις, τις οποίες δεν έκαναν. Αυτό οφείλεται στην επιλογή μας να αποδεικνύουμε σε όλους τους Έλληνες ότι σεβόμαστε και το τελευταίο ευρώ του Έλληνα φορολογουμένου. Ο νόμος πρέπει να ισχύει για όλους, ακόμη και όταν χρειάζεται να πάρουμε επώδυνες αποφάσεις. Και πιστεύω ότι κάναμε το σωστό. Βασικοί κλάδοι της ελληνικής βιομηχανίας παρουσιάζουν ισχυρή δυναμική ανάπτυξης, με σημαντικές επενδύσεις, καινοτομία και εξαγωγές».
Κρίσιμες πρώτες ύλες
Ακόμη, ο κ. Θεοδωρικάκος αναφέρθηκε στις κρίσιμες πρώτες ύλες, η πρόσβαση στις οποίες εξελίσσεται σε μία από τις σημαντικότερες προϋποθέσεις για τη στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης, όπως είπε.
«Διότι κανείς δεν μπορεί να μιλά σοβαρά για Τεχνητή Νοημοσύνη, ημιαγωγούς, ηλεκτροκίνηση και προηγμένα αμυντικά συστήματα, χωρίς να εξασφαλίζουμε τις πρώτες ύλες που είναι απαραίτητες για την ανάπτυξη και την παραγωγή τους. Σε αυτό το πεδίο, η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να αποκτήσει ένα σημαντικό γεωστρατηγικό πλεονέκτημα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η εμβληματική επένδυση της Metlen για την παραγωγή γαλλίου. Μια στρατηγική επένδυση 340 εκατομμυρίων ευρώ, την οποία εντάξαμε στις Εμβληματικές Επενδύσεις και ενισχύουμε ως Υπουργείο Ανάπτυξης με 120 εκατομμύρια ευρώ, ώστε η Ελλάδα να αποκτήσει τη δυνατότητα παραγωγής 50 τόνων γαλλίου τον χρόνο – όση είναι η συνολική ετήσια ανάγκη της ΕΕ. Σκεφτείτε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής χρειάζονται περίπου 20 τόνους γαλλίου τον χρόνο. Η Ελλάδα, λοιπόν, με αυτή την εμβληματική επένδυση μπήκε στον χάρτη των κρίσιμων πρώτων υλών. Στον ίδιο στρατηγικό ορίζοντα εντάσσεται και η μεγάλη επένδυση της Ελληνικός Χρυσός στις Σκουριές της Χαλκιδικής, ύψους άνω των 2 δισεκατομμυρίων δολαρίων, για την αξιοποίηση των κοιτασμάτων χαλκού και χρυσού»,σημείωσε μεταξύ άλλων.
Κρίσιμος παράγοντας η ενέργεια
«Φυσικά, εξίσου κρίσιμος παράγοντας είναι η ενέργεια. Δεν μπορεί να υπάρξει ανταγωνιστική βιομηχανία χωρίς ανταγωνιστικό ενεργειακό κόστος», υπογράμμισε αναφέροντας την πρόοδο στην παραγωγή ενέργειας από ΑΠΕ.
«Στόχος μας, είπε, «είναι να αξιοποιήσουμε αυτή τη δυναμική, εξασφαλίζοντας φθηνότερη ενέργεια για την ελληνική βιομηχανία και τη μεταποίηση και ενισχύοντας την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων. Σε αυτή την κατεύθυνση, έχει ιδιαίτερη σημασία και η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Αιγύπτου, το GREGY, που προβλέπει τη μεταφορά 3.000 μεγαβάτ πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας. Ένα στρατηγικό έργο που, με την υλοποίησή του, θα δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για πρόσβαση σε φθηνότερη ενέργεια και, συνεπώς, για τη μείωση του κόστους παραγωγής των ελληνικών προϊόντων».
Πηγή: ot.gr





