Του Τάσου Δασόπουλου
Σε μια αναταραχή η οποία τείνει να λάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις εξελίσσεται η πίεση στα ευρωπαϊκά ομόλογα, την οποία συντηρεί σε μεγάλο βαθμό η κοινωνικοοικονομική κρίση της Γαλλίας.
Η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της ευρωζώνης επιχειρεί εδώ και περίπου 2,5 χρόνια να διορθώσει τα δημοσιονομικά της προβλήματα με μέτρα λιτότητας. Φέτος πρέπει να κάνει περικοπές 45 δισ. ευρώ, με στόχο να μειωθεί το έλλειμμα κάτω από 5,4% του ΑΕΠ, που αναμένεται να φτάσει στο τέλος του χρόνου. Το πρόβλημα αυτό έχει την αντανάκλασή του και στην αγορά χρήματος, η οποία έχει διαμορφώσει το επιτόκιο δανεισμού της χώρας για 10 χρόνια στο 5% καθιστώντας το χρέος της Γαλλίας μη βιώσιμο.
Η επικεφαλής του ΔΝΤ, Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, κάλεσε τη Γαλλία να προσαρμοστεί, αν και καθησύχασε ότι η Ευρώπη και η ΕΚΤ έχουν τους μηχανισμούς να αποτρέψουν τη μετάδοση της κρίσης. Ο Γάλλος κεντρικός τραπεζίτης Εμανουέλ Μουλέν παραδέχθηκε ότι η κατάσταση είναι σοβαρή, αλλά τόνισε ότι “η Γαλλία δεν είναι η Ελλάδα της κρίσης”. Αρνήθηκε να σχολιάσει το ενδεχόμενο μιας παρέμβασης της ΕΚΤ μέσω της ενεργοποίησης του TPI, για να αποσυμπιεστεί η κατάσταση.
Η αγορά δεν έμεινε στα γαλλικά ομόλογα, αλλά επιτέθηκε στα ομόλογα των χωρών με υψηλό χρέος –τα ελληνικά, τα ιταλικά, τα ισπανικά και τα βελγικά– στέλνοντας τις αποδόσεις πάνω από το 4% και το spread για τα ελληνικά ομόλογα πάνω από τις 100 μονάδες βάσης.
Στην πράξη η δυσκολία της Γαλλίας παρασύρει και την Ιταλία, της οποίας το επιτόκιο για το 10ετές ομόλογο έφτασε στο 4,8% και την Ελλάδα, η οποία λόγω του ύψους του χρέους της πληρώνει το τίμημα της γενικότερης αβεβαιότητας. Άλλωστε ακόμη και η Γερμανία, η μεγαλύτερη οικονομία της Ε.Ε., πληρώνει και αυτή το τίμημα των οικονομικών της προβλημάτων, αφού πλέον, χωρίς να έχει υψηλό χρέος, βρίσκεται σήμερα στη δυσμενή θέση να δανείζεται για 10 χρόνια με επιτόκιο 3,5%-3,6%, ενώ πριν από πέντε χρόνια δανειζόταν με αρνητικό επιτόκιο.
Η θέση της Ελλάδας
Η άμυνα της Ελλάδας στην τρέχουσα κατάσταση είναι ότι έχει μια πολύ ισχυρή δημοσιονομική θέση, με το χρέος της να υποχωρεί με μέσο ετήσιο ρυθμό 8% του ΑΕΠ τον χρόνο, ενώ ο κρατικός Προϋπολογισμός παράγει για τρίτη συνεχόμενη χρονιά φέτος υψηλά πρωτογενή αλλά και δημοσιονομικά πλεονάσματα.
Ασφάλεια αποτελεί και το απόθεμα ταμειακών διαθεσίμων ύψους 35 δισ. ευρώ, με το οποίο –θεωρητικά τουλάχιστον– μπορεί να καλύψει τις δανειακές της ανάγκες για περισσότερα από 3,5 χρόνια, χωρίς να δανειστεί ούτε ένα ευρώ από τις αγορές.
Στην πράξη όμως η Ελλάδα δεν έχει ακόμη χτίσει την αγορά ομολόγων της μετά την κατάρρευση του PSI τo 2012. Για να το καταφέρει, χρειάζεται συνεχή πρόσβαση στις αγορές, ώστε να μπορεί να πετυχαίνει καλύτερες τιμές και όρους δανεισμού. Όλα αυτά, βέβαια, σε ομαλές περιόδους. Ακόμη και τώρα, όμως, οι εκδόσεις των ομολόγων έχουν μηχανισμούς αντιστάθμισης κινδύνου, οι οποίοι διατηρούν τα επιτόκια δανεισμού κοντά στο 2,5%, ανεξάρτητα από τα επιτόκια αγοράς.
Όλα αυτά ωστόσο δεν θα μπορέσουν να την προστατέψουν, αν έχουμε το φαινόμενο του ντόμινο στις μεγάλες χρεωμένες οικονομίες της Ευρωζώνης και η νέα κρίση χρέους μεταδοθεί σε όλη την Ε.Ε. Πόσο είναι πιθανό αυτό, θα φανεί από τις κινήσεις της ΕΚΤ, η οποία σήμερα βρίσκεται με εξαιρετικά περιορισμένη “ισχύ πυρός”.
Η αντίδραση της ΕΚΤ
Η ΕΚΤ αντέδρασε πρώτη στην αύξηση του πληθωρισμού αυξάνοντας τα επιτόκια 2 φορές από τον Ιούνιο μέχρι σήμερα, από το 2% στο 2,5%. Οι προβλέψεις της τράπεζας θέλουν τον πληθωρισμό της Ευρωζώνης να διαμορφώνεται στο 3% για το 2026, με προοπτική να μειωθεί στο 2,5% το 2027. Πρόσφατα αναβάθμισε και την πρόβλεψη για την ανάπτυξη στην Ευρωζώνη από το 0,8% στο 0,9%. Το μήνυμα είναι ότι η ευρωπαϊκή οικονομία αντέχει και υψηλότερα επιτόκια, αφού δεν επηρεάζουν αρνητικά την ανάπτυξη. Το πότε και πόσο θα αυξηθούν τα επιτόκια θα καθοριστεί από την πορεία του πληθωρισμού, η οποία αναμένεται ότι θα είναι ανοδική.
Σε ό,τι αφορά τις εξελίξεις στην αγορά ομολόγων, η ΕΚΤ τηρεί μια προς το παρόν αδιάφορη στάση. Στην τελευταία αύξηση επιτοκίων τον περασμένο μήνα, ερωτώμενη σχετικά, η κ. Λαγκάρντ απάντησε ότι η αύξηση των αποδόσεων είναι παγκόσμιο φαινόμενο. “Παρατηρούμε τις εξελίξεις για τα μακροπρόθεσμα ομόλογα”, κατέληξε.
Από την άλλη, για να παρέμβει η ΕΚΤ, θα πρέπει να ενεργοποιήσει το εργαλείο κατά του κατακερματισμού της αγοράς ομολόγων (το γνωστό TPI). Θα πρέπει, δηλαδή, να αρχίσει να αγοράζει γαλλικά, ιταλικά και ίσως και ελληνικά ομόλογα, για να πέσουν οι αποδόσεις. Κάτι τέτοιο, όμως, θα αποτελέσει μια ένεση ρευστότητας στις χώρες που κινδυνεύουν και ως πρακτική θα έρθει σε πλήρη αντίθεση με την προσπάθεια για μείωση του πληθωρισμού. Τώρα το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να επιβραδύνει τις αυξήσεις επιτοκίων, οι οποίες έχουν άμεση επίδραση στις αποδόσεις ομολόγων.
Καταλύτης η κρίση στον Περσικό
Καταλύτης των εξελίξεων για την αγορά χρέους της Ευρωζώνης, άρα και της Ελλάδας, θα είναι η προσπάθεια επίλυσης της κρίσης στον Περσικό Κόλπο. Αν μετά τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ έχουμε νέες πολεμικές επιχειρήσεις στο Ιράν, οι τιμές της ενέργειας, οι οποίες έχουν σταθεροποιηθεί πάνω από 100 δολάρια το βαρέλι για το πετρέλαιο και πάνω από 70 ευρώ ανά θερμική μεγαβατώρα για το φυσικό αέριο, θα βρεθούν ακόμη υψηλότερα, απειλώντας την ενεργειακή επάρκεια της Ευρώπης και μάλιστα εν μέσω χειμώνα, δηλαδή την εποχή με τη μεγαλύτερη ζήτηση για ενεργειακά προϊόντα. Αυτό θα φέρει τα πάνω κάτω και στην αγορά ομολόγων.
Πηγή: capital.gr





