Του Χάρη Φλουδόπουλου
Τον πραγματικό λογαριασμό της νέας παρέμβασης για το βιομηχανικό ρεύμα αρχίζει να αποτυπώνει η εξειδίκευση του πακέτου των 95 εκατ. ευρώ, καθώς πίσω από τα υψηλά ποσοστά ενίσχυσης του CISAF και του METSAF κρύβονται σημαντικές διαφοροποιήσεις τόσο ως προς την κατανάλωση που επιδοτείται όσο και ως προς το τελικό όφελος για κάθε κατηγορία βιομηχανίας.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι δημιουργούνται ουσιαστικά δύο “ταχύτητες” δικαιούχων: από τη μία οι βιομηχανίες που σήμερα δεν λαμβάνουν αντιστάθμιση του έμμεσου κόστους CO₂ –με χαρακτηριστικό παράδειγμα την τσιμεντοβιομηχανία αλλά και μικρότερες ενεργοβόρες επιχειρήσεις– που αυτή τη στιγμή δεν ενισχύονται και είναι εκτεθειμένες περισσότερο στην κρίση, από την άλλη οι επιχειρήσεις που ενισχύονται μέσω της αντιστάθμισης και θα αποκτήσουν πρόσθετη στήριξη για το τελευταίο πεντάμηνο του έτους μέσω METSAF. Εκτός της δεύτερης κατηγορίας μένουν τα διυλιστήρια.
Σύμφωνα με την κυβερνητική εξειδίκευση, το CISAF μπορεί να μειώσει έως 50% την τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος, αλλά μόνο για έως το 50% της επιλέξιμης κατανάλωσης. Αυτό σημαίνει ότι, σε επίπεδο συνολικής κατανάλωσης, το μέγιστο όφελος αντιστοιχεί ουσιαστικά στο 25% της τιμής. Από τον Αύγουστο, μέσω METSAF, η ένταση της ενίσχυσης αυξάνεται έως το 70%, οπότε για τις μη αντισταθμιζόμενες βιομηχανίες το όφελος μπορεί να φθάσει στο 35% επί της συνολικής κατανάλωσης.
CISAF: Περίπου 18 εκατ. ευρώ για το πρώτο επτάμηνο
Με βάση τις πραγματικές μέσες τιμές της Αγοράς Επόμενης Ημέρας οι βιομηχανίες που δεν λαμβάνουν αντιστάθμιση, με ετήσια κατανάλωση που υπολογίζεται περίπου στις 1,3 TWh, θα ενισχυθούν για το πρώτο επτάμηνο μέσω CISAF περίπου 18 εκατ. ευρώ.
Για παράδειγμα, με DAM 108,67 €/MWh τον Ιανουάριο, η ενίσχυση αντιστοιχεί σε περίπου 27,2 €/MWh σε όρους συνολικής κατανάλωσης, ενώ τον Ιούνιο, με DAM 92,93 €/MWh, περιορίζεται στα 23,2 €/MWh.
Η κυβέρνηση προβλέπει ότι στην πρώτη αυτή φάση, από τον Ιανουάριο έως τον Ιούλιο, θα ενισχυθούν αποκλειστικά επιχειρήσεις του Παραρτήματος 1 των CEEAG που δεν λαμβάνουν αντιστάθμιση CO₂, με την επιδότηση να αφορά έως το 50% της επιλέξιμης κατανάλωσης.
Η εικόνα αλλάζει αισθητά από τον Αύγουστο, όταν ενεργοποιούνται οι αυξημένες δυνατότητες του METSAF. Για τις ίδιες μη αντισταθμιζόμενες βιομηχανίες η έκπτωση μπορεί πλέον να φθάνει το 70% για το 50% της κατανάλωσης. Σε όρους συνολικής κατανάλωσης αυτό μεταφράζεται σε μέγιστη μείωση 35%.
Με DAM 133,4 €/MWh τον Αύγουστο, η ενίσχυση αντιστοιχεί έτσι σε 46,7 €/MWh. Τον Σεπτέμβριο, με μέση τιμή 157,92 €/MWh, ανεβαίνει στα 55,27 €/MWh. Με παραδοχές 150 €/MWh για τον Οκτώβριο και 160 €/MWh για Νοέμβριο και Δεκέμβριο, το όφελος διαμορφώνεται αντίστοιχα στα 52,5 και 56 €/MWh.
Συνολικά, για το πεντάμηνο Αυγούστου-Δεκεμβρίου η συγκεκριμένη κατηγορία απορροφά, με αυτές τις παραδοχές, περίπου 28,9 εκατ. ευρώ. Μαζί με τα περίπου 17,9 εκατ. ευρώ του πρώτου επταμήνου, το όφελος των μη αντισταθμιζόμενων βιομηχανιών ξεπερνά τα 45 εκατ. ευρώ.
Πρόκειται για σημαντική ελάφρυνση, η οποία όμως δεν μετατρέπει αυτομάτως το βιομηχανικό ρεύμα σε “φθηνό”. Ιδίως για τις επιχειρήσεις που δεν διαθέτουν την πρόσθετη ασπίδα της αντιστάθμισης CO₂, οι υπολογισμοί της αγοράς δείχνουν ότι, όταν συνυπολογιστούν οι υπόλοιπες επιβαρύνσεις που διαμορφώνουν το τελικό κόστος ηλεκτροδότησης, η τελική τιμή εξακολουθεί να κινείται πάνω από τα 115 €/MWh ή 11,5 λεπτά/kWh, δηλαδή πάνω από την τιμή του σταθερού οικιακού προϊόντος της ΔΕΗ.
Η σύγκριση είναι ενδεικτική, καθώς πρόκειται για διαφορετικά προϊόντα και διαφορετικές κατηγορίες καταναλωτών, είναι όμως αποκαλυπτική για το ύψος του ενεργειακού κόστους που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει η ενεργοβόρος παραγωγή ακόμη και μετά την κρατική παρέμβαση.
Περίπου 50 εκατ. στους αντισταθμιζόμενους
Το δεύτερο μεγάλο κομμάτι του πακέτου κατευθύνεται στις βιομηχανίες που ήδη λαμβάνουν αντιστάθμιση CO₂.
Από τον Αύγουστο έως τον Δεκέμβριο το METSAF επιτρέπει τη σώρευση της νέας ενίσχυσης με την αντιστάθμιση. Εδώ όμως η βάση υπολογισμού είναι μικρότερη καθώς η κυβερνητική εξειδίκευση προβλέπει ότι η επιλέξιμη κατανάλωση αντιστοιχεί έως στο 25% της συνολικής κατανάλωσης, δηλαδή στο 50% του 50% της επιλέξιμης κατανάλωσης.
Με ένταση ενίσχυσης 70%, το αποτέλεσμα αντιστοιχεί σε όφελος έως 17,5% επί της συνολικής κατανάλωσης.
Η συνολική κατανάλωση των κλάδων που λαμβάνουν αντιστάθμιση υπολογίζεται περίπου στις 6,3 TWh. Από αυτές αφαιρούνται περίπου 1,8 TWh που αντιστοιχούν στη διύλιση, η οποία εξαιρείται από το νέο μέτρο. Έτσι, η βάση πάνω στην οποία γίνεται ο σχετικός υπολογισμός περιορίζεται περίπου στις 4,5 TWh.
Με τις ίδιες παραδοχές για τις τιμές χονδρικής, το κόστος του METSAF για αυτή την κατηγορία υπολογίζεται σε περίπου 50 εκατ. ευρώ για το πεντάμηνο Αυγούστου-Δεκεμβρίου.
Ειδικότερα, η ενίσχυση αντιστοιχεί σε περίπου 23,35 €/MWh τον Αύγουστο, 27,64 €/MWh τον Σεπτέμβριο, 26,25 €/MWh τον Οκτώβριο και 28 €/MWh για Νοέμβριο και Δεκέμβριο, πάντα σε όρους συνολικής κατανάλωσης.
Σε κάθε περίπτωση, το νέο σχήμα προσφέρει μια σημαντική ανάσα στις ενεργοβόρες επιχειρήσεις, χωρίς όμως να λύνει οριστικά το πρόβλημα του κόστους. Και αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στις βιομηχανίες που δεν είχαν μέχρι σήμερα πρόσβαση στην αντιστάθμιση.
Πηγή: capital.gr





