ΤτΕ: Τα 7 ισχυρά σήματα “υγείας” των ελληνικών τραπεζών

Σε ποιες μη συστημικές τράπεζες εισέρχονται νέοι επενδυτές

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης

Πρόσθεσε το formedia.gr στη Google

του Νίκου Κωτσικόπουλου

Με ισχυρή καταθετική βάση, κεφάλαια που στηρίζουν την επέκταση των εργασιών τους, δάνεια προς καταθέσεις κάτω από 70% και βελτίωση των δεικτών ασφαλείας, οι ελληνικές τράπεζες συνδυάζουν ανάπτυξη και ανθεκτικότητα. Επτά βασικοί δείκτες που παρακολουθεί η Τράπεζα της Ελλάδος αποτυπώνουν πολύ ισχυρή  εικόνα η οποία βελτιώθηκε περαιτέρω από το 2025, ενώ η εποπτική αρχή διαπιστώνει ότι οι κίνδυνοι για το τραπεζικό σύστημα παραμένουν περιορισμένοι.

Με αυτή την αξιολόγηση, η ΤτΕ αποφάσισε να διατηρήσει στο 0,5% το αντικυκλικό κεφαλαιακό απόθεμα ασφαλείας, που τέθηκε σε εφαρμογή την 1η Οκτωβρίου 2026.

Πρόκειται για πρόσθετα κεφάλαια που υποχρεούνται να διατηρούν οι τράπεζες, ώστε να μπορούν να απορροφήσουν ενδεχόμενες ζημιές όταν η οικονομία αντιμετωπίσει δυσκολίες. Το ποσοστό αυξάνεται όταν χρειαστεί, εάν πιστωτική επέκταση γίνει υπερβολική και οι τράπεζες καταστούν ευάλωτες. Αντίστοιχα το απόθεμα μπορεί να μειωθεί σε περιόδους κρίσης για να διευκολύνει τη χρηματοδότηση. 

Η ΤτΕ έκρινε ότι “οι κίνδυνοι αυτοί παραμένουν περιορισμένοι και το περιβάλλον κινδύνου είναι ουδέτερο” και έτσι δεν χρειαζόταν να αλλάξει κάτι βάσει της τριμηνιαίας αξιολόγησής της.

Τι δείχνουν οι επτά βασικότεροι δείκτες για τις τράπεζες: 

1. Η χρηματοδότηση του ιδιωτικού τομέα (επιχειρήσεις και νοικοκυριά), αντιστοιχούσε τον Ιούνιο στο 52,8% του ΑΕΠ, (η χρηματοδότηση των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων αντιστοιχούσε στο 33,6% του ΑΕΠ).

Το μέγεθος της χρηματοδότησης σε σχέση με την οικονομία είναι σε συντηρητικά επίπεδα. Ενδεικτικά, ο ειδικός δείκτης που συγκρίνει την πίστωση προς το ΑΕΠ σε σχέση με τη μακροχρόνια τάση δανεισμού, είναι σημαντικά χαμηλότερα. Παρέμενε αρνητικός, 17,5% κάτω από τη μακροχρόνια τάση δανεισμού της οικονομίας, στο πρώτο τρίμηνο. Η ΤτΕ κάνει ειδική αναφορά στην ανακοίνωσή της στο μέγεθος αυτό. 

Αυτό δεν σημαίνει ότι μειώνονται τα δάνεια, αλλά ότι η σχέση τους με το ΑΕΠ βρίσκεται κάτω από την ιστορική τάση αναφοράς. Συγκρίνει πόσο μεγάλος είναι σήμερα ο δανεισμός σε σχέση με το μέγεθος της οικονομίας και πόσος θα ήταν με βάση την ιστορική τάση.

2. Τα δάνεια των νοικοκυριών αντιστοιχούν στο 22,6% του διαθέσιμου εισοδήματος. Ο δείκτης, με στοιχεία Μαρτίου, συγκρίνει τα δάνεια με το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.

Αποτελεί βασική ένδειξη για τη δανειακή επιβάρυνση των ιδιωτών. Όσο μεγαλύτερο είναι το χρέος σε σχέση με το εισόδημα, τόσο πιο ευάλωτοι μπορούν να γίνουν οι δανειολήπτες εάν μειωθούν τα εισοδήματα ή αυξηθούν τα επιτόκια

 3. Οι δόσεις των δανείων ειδικά των στεγαστικών, απορροφούν κατά μέσο όρο το 32,1% του εισοδήματος για τα δάνεια που δίνονται. Το δεύτερο τρίμηνο, ο δείκτης εξυπηρέτησης χρέους προς εισόδημα για νέα δάνεια με εξασφάλιση κατοικίας, διαμορφώθηκε στο 32,1%.

Αυτό σημαίνει ότι, κατά τη χορήγηση, οι υποχρεώσεις εξυπηρέτησης χρέους αντιστοιχούσαν κατά μέσο όρο περίπου στο ένα τρίτο του εισοδήματος των συγκεκριμένων δανειοληπτών. 

Ο δείκτης είναι αρκετά χαμηλότερα από τα ανώτατα όρια που έχει θεσπίσει η ΤτΕ για τα νέα στεγαστικά δάνεια. Η ΤτΕ από τον Ιανουάριο του 2025, εφαρμόζει δύο ανώτατα όρια για τις δόσεις των δανείων σε σχέση με το εισόδημα. Να φθάνουν μέχρι το 50% για όσους αποκτούν για πρώτη φορά κατοικία με στεγαστικό δάνειο και το 40% για τους υπόλοιπους δανειολήπτες.

Επιπλέον όμως στην Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας του Μαΐου 2026, η ΤτΕ σημείωνε ότι το 2025 μειώθηκε το ποσοστό των νέων στεγαστικών δανείων με ιδιαίτερα υψηλή επιβάρυνση των δανειοληπτών. Από 10,5% που ήταν τα δάνεια με επιβάρυνση πάνω από το όριο 50% του εισοδήματος για τις δόσεις το 2023-2024, υποχώρησαν έως το 2025 στο 7,8% των στεγαστικών.

Η ΤτΕ ανέφερε τότε ότι οι τράπεζες διατήρησαν συνετά κριτήρια χορήγησης και περιόρισαν τα δάνεια με αυξημένο κίνδυνο αθέτησης. 

4. Ο δείκτης μόχλευσης βρίσκεται στο 7,5%. Ο δείκτης συγκρίνει τα κεφάλαια Tier 1 με το συνολικό μέγεθος των ανοιγμάτων των τραπεζών κι όχι απλώς των δανείων χωρίς να μειώνει τη βαρύτητά τους ανάλογα με τον κίνδυνο.

Όσο υψηλότερος είναι ο δείκτης, τόσο περισσότερα κεφάλαια διαθέτουν οι τράπεζες σε σχέση με τα ανοίγματά τους. Τον Ιούνιο διαμορφώθηκε περίπου στο 7,5% λέει η ΤτΕ. Σύμφωνα με τα στοιχεία του SSM του εποπτικού οργάνου της ΕΚΤ μετρήθηκε κατά μέσο όρο στο 7,45% για τις 4 συστημικές τράπεζες και είναι ο 5ος υψηλότερος στην Ευρώπη, πίσω μόνον από Ιρλανδία (7,62%), Αυστρία (7,87%), Λιθουανία (8,47%) και Σλοβενία (10,08%). Και οι 4 συστημικές έχουν δείκτη μόχλευσης πάνω από 6%, δηλαδή τουλάχιστον διπλάσιο των απαιτήσεων της ΕΚΤ.

Ο δείκτης σημαίνει ότι για κάθε 100 ευρώ ανοιγμάτων, οι ελληνικές τράπεζες διαθέτουν 7,5 ευρώ βασικών εποπτικών κεφαλαίων. Το γενικό ελάχιστο εποπτικό όριο της Βασιλείας ΙΙΙ και της ΕΚΤ, είναι 3%. Οι ελληνικές τράπεζες έχουν δείκτη 2,5 φορές πάνω από το γενικό ελάχιστο όριο.

5. Τα δάνεια αντιστοιχούν μόλις στο 69,4% των καταθέσεων, με στοιχεία Ιουνίου.
Για κάθε 100 ευρώ καταθέσεων, οι τράπεζες έχουν χορηγήσει περίπου 69,4 ευρώ δανείων. Διαθέτουν επομένως καταθετική βάση μεγαλύτερη από το δανειακό τους χαρτοφυλάκιο και δεν χρειάζεται να στηρίζονται σε άλλες ακριβότερες πηγές χρηματοδότησης. Σύμφωνα με τα στοιχεία του SSM μόνον η Λιθουανία είχε χαμηλότερο δείκτη από την Ελλάδα τον Ιούνιο. Ο μέσος όρος δείκτη δανείων προς καταθέσεις των συστημικών τραπεζών στην Ευρώπη είναι 101,68%. 

6. Η χρηματοδότηση επιχειρήσεων αυξάνεται με 9%. Τον Αύγουστο, η συνολική χρηματοδότηση του εγχώριου ιδιωτικού τομέα αυξήθηκε κατά 7,1% σε ετήσια βάση. Στις επιχειρήσεις η άνοδος έφτασε το 9%, ενώ στα νοικοκυριά τα δάνεια αυξήθηκαν κατά 1,8%.

Η διαφορά δείχνει ότι οι επιχειρήσεις απορροφούν το μεγαλύτερο μέρος της πιστωτικής ανάπτυξης. Η επέκταση αυτή ενισχύει τη χρηματοδότηση της οικονομίας, αλλά δεν είναι αρκετά ισορροπημένη, ωστόσο η συγκέντρωση δεν αποτελεί κίνδυνο με βάση τις εξασφαλίσεις των τραπεζών και την φερεγγυότητα των επιχειρήσεων σύμφωνα με το ΔΝΤ. 

7. Το καθαρό περιθώριο επιτοκίου βρίσκεται στο 2,4%. Πρόκειται για έναν από τους βασικούς δείκτες κερδοφορίας των τραπεζών, με στοιχεία δεύτερου τριμήνου.

Στη λιανική τραπεζική, το καθαρό περιθώριο τόκων αντικατοπτρίζει τη διαφορά στους τόκους που καταβάλλουν οι τράπεζες για τις καταθέσεις σε σύγκριση με αυτά που κερδίζουν από τα δάνεια, επηρεάζοντας την κερδοφορία. Υπολογίζεται με διαίρεση του ποσού με το μέσο ενεργητικό που παράγει τόκους.
 

Πηγή: capital.gr

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ