Όταν η Μαρικάρμεν Αμπασκάλ, μια 87χρονη γυναίκα με αναπηρία, εκδιώχθηκε από το σπίτι της στη Μαδρίτη, όπου ζούσε επί 71 χρόνια, εκατοντάδες άνθρωποι συγκεντρώθηκαν έξω από το κτίριο σε μια προσπάθεια να αποτρέψουν την έξωσή της. Τελικά, απομακρύνθηκε με τη βία από το σπίτι της και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο με φορείο.
Η έξωσή της πυροδότησε ένα κύμα διαμαρτυριών, το οποίο συνεχίζεται ακόμη, τη στιγμή που γράφεται το κείμενο, ενάντια στη στεγαστική κρίση που, για πολλούς, αποτελεί απόηχο της οικονομικής κατάρρευσης του 2008.
Μετά από μία εβδομάδα διαπραγματεύσεων και εκτεταμένων διαδηλώσεων, ο ιδιοκτήτης της Μαρικάρμεν – ένα ιδιωτικό επενδυτικό ταμείο που είχε αυξήσει το ενοίκιό της κατά 230% – συμφώνησε να της επιτρέψει να επιστρέψει στο σπίτι της, με νέα οκταετή μίσθωση και περιορισμένο ενοίκιο. Αναμένεται να επιστρέψει μετά την έξοδό της από το νοσοκομείο.
Η συμφωνία, ωστόσο, δεν πρόλαβε να γίνει πραγματικότητα. Η Μαρικάρμεν Αμπασκάλ πέθανε στις 7 Οκτωβρίου.
Ωστόσο, οι διαμαρτυρίες που ακολούθησαν την έξωσή της δεν αφορούν μόνο την ιστορία μιας γυναίκας. Αντανακλούν ένα βαθύτερο πρόβλημα, το οποίο εκτείνεται πέρα από τα σύνορα της Ισπανίας, όπως γράφει ο ερευνητής δημοσίου δικαίου Αντρέι Κουίντια Παστράνα σε άρθρο του στο The Conversation.
Σε ολόκληρη την Ευρώπη, αμέτρητοι άνθρωποι, όπως η Μαρικάρμεν, αντιμετωπίζουν παρόμοιες δυσκολίες στην προσπάθειά τους να βρουν και να διατηρήσουν μια στέγη πάνω από το κεφάλι τους.
Η κρίση της κοινωνικής στέγασης στην Ισπανία
Στην Ισπανία, η αντίφαση είναι εντυπωσιακή. Το άρθρο 47 του ισπανικού Συντάγματος αναγνωρίζει το δικαίωμα σε «αξιοπρεπή και επαρκή» στέγαση και απαιτεί από τις δημόσιες αρχές να δημιουργήσουν τις «απαραίτητες συνθήκες για την αποτελεσματική εφαρμογή αυτού του δικαιώματος».
Ωστόσο, η Ισπανία διαθέτει εξαιρετικά περιορισμένο απόθεμα κοινωνικών κατοικιών. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, οι κοινωνικές κατοικίες αντιπροσωπεύουν μεταξύ 1,5% και 3,3% του συνολικού αποθέματος κατοικιών, με σημαντικές διαφορές από περιοχή σε περιοχή.
Η Ισπανία κληρονόμησε από τη δικτατορία του Φράνκο ένα μοντέλο στεγαστικής πολιτικής που προσανατολιζόταν ιστορικά στην ιδιοκατοίκηση, μέσω ενός συνδυασμού επιδοτούμενων στεγαστικών δανείων, φορολογικών κινήτρων και συστηματικής ιδιωτικοποίησης των κατοικιών που είχαν χρηματοδοτηθεί με δημόσιους πόρους. Οι πολιτικές αυτές διευκόλυναν πολλά νοικοκυριά να αποκτήσουν ιδιόκτητη κατοικία κατά τις δεκαετίες που προηγήθηκαν της χρηματοπιστωτικής φούσκας, άφησαν όμως τη χώρα με έναν συγκριτικά μικρό τομέα κοινωνικής ενοικιαζόμενης κατοικίας.
Η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 έφερε αυτό το κενό στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης. Το κύμα εξώσεων που ακολούθησε ανέδειξε τα όρια ενός συστήματος που είχε κατευθύνει σημαντικό μέρος των δημόσιων επενδύσεων προς την ιδιωτική κατοικία, αφήνοντας ελάχιστες εναλλακτικές λύσεις κοινωνικής στέγασης για τα νοικοκυριά που έχαναν τα σπίτια τους.
Ο ακτιβισμός για το δικαίωμα στη στέγαση έθεσε το ζήτημα στην πολιτική ατζέντα, προωθώντας μεταρρυθμίσεις από το 2013 και μετά, τόσο σε περιφερειακό όσο και σε κεντρικό επίπεδο.
Ένα αποκεντρωμένο σύστημα
Η στέγαση αποτελεί σε μεγάλο βαθμό αρμοδιότητα των περιφερειών στην Ισπανία. Οι 17 περιφέρειες της χώρας – γνωστές ως Comunidades Autónomas, καθεμία με το δικό της κοινοβούλιο και κυβέρνηση – είναι υπεύθυνες για τον καθορισμό των δικών τους στεγαστικών πολιτικών.
Ορισμένες έχουν αξιοποιήσει την αυτονομία τους για να αποθαρρύνουν τους μεγάλους ιδιοκτήτες από το να διατηρούν κενές κατοικίες, να ρυθμίσουν τα τουριστικά καταλύματα και να ενισχύσουν την προστασία των ανθρώπων που αντιμετωπίζουν έξωση.
Άλλες, ωστόσο, έχουν επιλέξει να περιορίσουν την κρατική παρέμβαση στην αγορά κατοικίας. Οι διαφορετικές αυτές προσεγγίσεις έχουν οδηγήσει στη διαμόρφωση διαφορετικών μοντέλων στέγασης στο εσωτερικό της Ισπανίας.
Η Καταλονία και η Μαδρίτη αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της αντίθεσης. Η Μαδρίτη ακολουθεί ένα μοντέλο περισσότερο προσανατολισμένο στην αγορά, ενώ η καταλανική κυβέρνηση έχει υιοθετήσει εκτενέστερους κανονισμούς στον τομέα της στέγασης.
Την ίδια στιγμή, η κεντρική κυβέρνηση της Ισπανίας έχει διαδραματίσει ολοένα σημαντικότερο ρόλο στη διαμόρφωση της στεγαστικής πολιτικής κατά την τελευταία δεκαετία, αξιοποιώντας κυρίως τις συνταγματικές της αρμοδιότητες σε οικονομικά ζητήματα και στην ισότητα κατά την άσκηση των δικαιωμάτων.
Η εξέλιξη αυτή κορυφώθηκε με τον Νόμο περί Στέγασης του 2023, τον πρώτο κρατικό νόμο της Ισπανίας για το δικαίωμα στη στέγαση. Ο νόμος επέτρεψε στις περιφέρειες να θεσπίσουν ανώτατα όρια στα ενοίκια σε καθορισμένες «περιοχές υπό πίεση», ενώ παράλληλα ενίσχυσε την προστασία των ενοικιαστών.
Ωστόσο, η λήψη περαιτέρω μέτρων αποδείχθηκε πολιτικά δύσκολη. Ένα διάταγμα για τη στέγαση που εγκρίθηκε από την κεντρική κυβέρνηση τον Μάρτιο απορρίφθηκε από το Κοινοβούλιο, ενώ μια πρόταση που κυκλοφόρησε τον Ιούλιο δεν συγκέντρωσε την απαραίτητη κοινοβουλευτική υποστήριξη για να τεθεί σε ψηφοφορία.
Η έξωση της Μαρικάρμεν έφερε για ακόμη μία φορά τη στέγαση στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης και έχει ήδη οδηγήσει σε συμφωνία για την ψήφιση νέας νομοθεσίας στον τομέα της στέγασης.
Ωστόσο, η εμπειρία της Ισπανίας δείχνει ότι κανένα μεμονωμένο νομικό ή ρυθμιστικό μέτρο δεν μπορεί από μόνο του να επιλύσει το πρόβλημα. Τα συστήματα στέγασης οικοδομούνται επί δεκαετίες και δεκαετίες υποεπένδυσης και αδράνειας δεν μπορούν να αντιστραφούν μέσα από λίγες νομοθετικές αλλαγές. Η ουσιαστική αλλαγή απαιτεί συνεχή προσπάθεια και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.
Ευρώπη: δικαιώματα έναντι έλλειψης στέγης
Η περίπτωση της Μαρικάρμεν δεν είναι αποκλειστικά ισπανική. Τα αυξανόμενα ενοίκια, η περιορισμένη διαθεσιμότητα κοινωνικής στέγασης, οι επισφαλείς μισθώσεις και η πίεση που ασκούν ο τουρισμός και οι επενδύσεις καθιστούν την πρόσβαση σε οικονομικά προσιτή κατοικία ολοένα δυσκολότερη σε χώρες όπως οι Κάτω Χώρες, η Γερμανία και η Γαλλία.
Η κρίση στην Ιρλανδία είναι ιδιαίτερα οξεία. Η συγκριτική μας έρευνα για την Ιρλανδία και την Ισπανία διαπίστωσε ότι, παρά τις διαφορές στα νομικά συστήματα και στις παραδόσεις στον τομέα της στέγασης, και οι δύο χώρες αντιμετωπίζουν παρόμοια αποτελέσματα: σοβαρή και παρατεταμένη στεγαστική επισφάλεια, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε εξώσεις και έλλειψη στέγης.
Καθώς τα ενοίκια αυξάνονται σε ολόκληρη τη χώρα, η Ιρλανδία συζητά εδώ και αρκετά χρόνια το ενδεχόμενο να θεσπίσει ένα ρητό συνταγματικό δικαίωμα στη στέγαση. Η συνταγματική αναγνώριση θα μπορούσε να ενισχύσει το νομικό καθεστώς της στέγασης και να επηρεάσει την κατεύθυνση της στεγαστικής πολιτικής.
Η Ισπανία, όμως, αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα των ορίων μιας τέτοιας προσέγγισης. Έχει ενσωματώσει το δικαίωμα στη στέγαση στο Σύνταγμά της, αλλά οι επίσημες νομικές διακηρύξεις από μόνες τους δεν αρκούν. Ένα δικαίωμα χρειάζεται επίσης ισχυρούς θεσμούς, οι οποίοι να έχουν εδραιωθεί με την πάροδο του χρόνου και να είναι σε θέση να το εφαρμόσουν στην πράξη μέσω της κοινωνικής στέγασης, των δημόσιων επενδύσεων, της προστασίας των ενοικιαστών και πολιτικών που μπορούν να ανταποκρίνονται στις μεταβαλλόμενες συνθήκες της αγοράς.
Η εμπειρία της Ισπανίας, επομένως, αναδεικνύει ένα ευρύτερο ζήτημα. Τα έκτακτα μέτρα μπορούν να αποτρέψουν την αναγκαστική εκδίωξη ευάλωτων ανθρώπων από τα σπίτια τους, αλλά προσφέρουν κυρίως προσωρινές λύσεις. Τελικά, το δικαίωμα στη στέγαση προστατεύεται μόνο μέσω της «σταδιακής υλοποίησης» των συνθηκών που καθιστούν την επαρκή, ασφαλή και οικονομικά προσιτή κατοικία προσβάσιμη σε όλους.
Οι πρόσφατες προσπάθειες για αλλαγές στη νομοθεσία περί στέγασης σε ολόκληρη την Ευρώπη – για να μην αναφέρουμε το κύμα μαζικών δημόσιων διαμαρτυριών στις πλατείες και στους δρόμους της Ισπανίας – υποδηλώνουν μια αυξανόμενη συζήτηση γύρω από την ανάγκη επανεξέτασης του τρόπου με τον οποίο αντιμετωπίζεται η στέγαση: όχι μόνο ως περιουσιακό στοιχείο και αντικείμενο της αγοράς, αλλά και ως βασικό κοινωνικό δικαίωμα.
Πηγή: in.gr





