Φέτος, η γερμανική κυβέρνηση του καγκελαρίου Φρίντριχ Μερτς ενέκρινε σχέδια για την ενίσχυση των υπηρεσιών πληροφοριών, οι οποίες μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο διέθεταν πολύ πιο περιορισμένες αρμοδιότητες από πολλές αντίστοιχες υπηρεσίες συνεργαζόμενων χωρών. Ποιος όμως θα μπορεί να τις εμπιστευτεί μετά το τελευταίο σκάνδαλο;
Υπενθυμίζεται ότι η αστυνομία συνέλαβε τον πρώην επικεφαλής των γερμανικών μυστικών υπηρεσιών BND, Άουγκουστ Χάνινγκ, το πρωί της Τρίτης, στο σπίτι του στο Νόρντβαλντε, στη Γερμανία, καθώς θεωρείται ύποπτος ότι ενημέρωνε αξιωματούχους ξένων υπηρεσιών πληροφοριών χρησιμοποιώντας στοιχεία από απόρρητα τα έγγραφα.
Παραμένει ασαφές ποιες πληροφορίες διαβιβάστηκαν και ποιοι ήταν οι αποδέκτες τους.
Ο Χάνινγκ, ο οποίος αποχώρησε από την BND το 2005, ίδρυσε ιδιωτική εταιρεία συμβούλων μετά την αποχώρησή του από το Δημόσιο και αντιμετωπίζει κατηγορίες ότι συμφώνησε να πληρώνει έναν αξιωματούχο, ο οποίος κατονομάζεται ως Μάνφρεντ Ντ., προκειμένου να του προμηθεύει εμπιστευτικά έγγραφα.
Ο Μάνφρεντ Ντ., ο οποίος διετέλεσε προσωπάρχης διαδοχικών επικεφαλής της BND, συμπεριλαμβανομένου του Χάνινγκ, και συνταξιοδοτήθηκε τον Μάρτιο του 2026, κατηγορείται ότι του παρέδωσε σχεδόν 2.000 έγγραφα, τουλάχιστον ορισμένα από τα οποία είχαν χαρακτηριστεί εμπιστευτικά.
Όπως αναφέρει το Reuters, οι καταγγελίες ότι εκατοντάδες εμπιστευτικά έγγραφα διακινήθηκαν παράνομα και ότι πληροφορίες ενδέχεται να διαβιβάστηκαν σε ξένους αξιωματούχους έχουν πλήξει τη διεθνή αξιοπιστία της BND, σε μια περίοδο αυξανόμενων ανησυχιών για την ασφάλεια.
«Πρόκειται για ολοκληρωτική καταστροφή», δήλωσε Γερμανός αξιωματούχος ασφαλείας, χαρακτηρίζοντας τις πιθανές επιπτώσεις στις σχέσεις της BND με τις συνεργαζόμενες υπηρεσίες πληροφοριών «πάρα πολύ σοβαρές».
Η κοινοβουλευτική επιτροπή που εποπτεύει τις υπηρεσίες πληροφοριών χαρακτήρισε «προβληματικό» το γεγονός ότι πρώην δημόσιοι υπάλληλοι με βαθιά γνώση ζητημάτων ασφαλείας ή πληροφοριών αναλαμβάνουν θέσεις στον ιδιωτικό τομέα χωρίς να υποβάλλονται προηγουμένως σε έλεγχο.
Ο Κονσταντίν φον Νοτς, μέλος της κοινοβουλευτικής επιτροπής εποπτείας, δήλωσε ότι η υπόθεση Χάνινγκ καθιστά σαφές πως υπάρχουν «διαρθρωτικά προβλήματα» τα οποία η κυβέρνηση οφείλει να αντιμετωπίσει.
«Η εμπιστοσύνη στην ακεραιότητα του έργου που επιτελούν οι γερμανικές υπηρεσίες πληροφοριών δεν πρέπει να προδοθεί, ιδίως υπό το πρίσμα των σαφών προσδοκιών των συνεργαζόμενων υπηρεσιών πληροφοριών», δήλωσε. «Αυτό θα ήταν καταστροφικό, δεδομένης της σημερινής κατάστασης ασφαλείας».
Μετά τη νίκη του του ακροδεξιού κόμματος Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) σε περιφερειακές εκλογές στην ανατολική Γερμανία τον περασμένο μήνα, αξιωματούχοι των γερμανικών υπηρεσιών πληροφοριών είχαν εκφράσει ανησυχίες για τον κίνδυνο διαρροών προς τη Μόσχα από φιλορώσους αξιωματούχους που έχουν πρόσβαση σε εμπιστευτικές πληροφορίες.
Ωστόσο, η υπόθεση Χάνινγκ έχει προκαλέσει ιδιαίτερο σοκ, επειδή τόσο ο ίδιος όσο και ο Μάνφρεντ Ντ. προέρχονταν από τον στενό πυρήνα του κατεστημένου των υπηρεσιών ασφαλείας.
Πρόκειται για μια ιδιαίτερα ευαίσθητη περίοδο για τις υπηρεσίες πληροφοριών, καθώς η Γερμανία ενισχύει τις αμυντικές της δυνάμεις για να αντιμετωπίσει την απειλή που θεωρεί ότι προέρχεται από τη Ρωσία.
*Στην κύρια φωτογραφία: Ο Άουγκουστ Χάνινγκ, υφυπουργός Εσωτερικών της Γερμανίας και πρώην επικεφαλής της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Πληροφοριών (BND) της χώρας, παρίσταται σε συνεδρίαση κοινοβουλευτικής εξεταστικής επιτροπής στο Βερολίνο, στις 30 Νοεμβρίου 2006.
Φωτογραφία: REUTERS/Fabrizio Bensch/Αρχείο
Πηγή: in.gr





