Του Τάσου Δασόπουλου
Με την μείωση του χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες στο 136,7% του ΑΕΠ στο τέλος του χρόνου, από 147,7% του ΑΕΠ, η Ελλάδα θα καταφέρει να έχει το δεύτερο υψηλότερο χρέος εντός της ΕΕ στο τέλος του 2026.
Η ταχύτητα μείωσης του χρέους και οι πολύ καλές δημοσιονομικές επιδόσεις της Ελλάδας (υψηλά πρωτογενή και δημοσιονομικά πλεονάσματα) αλλά και η διατηρήσιμη ανάπτυξη, έπεισαν την SCOPE να αναβαθμίσει την περασμένη Παρασκευή την οικονομία στην βαθμίδα ΒΒΒ+ η οποία αποτελεί παράλληλα τον προθάλαμο για την βαθμίδα Α. Από την άλλη, η Moody’s, ο μεγαλύτερος αμερικανικός οίκος αξιολόγησης, ο οποίος είναι επιφυλακτικός σχετικά με την πρόοδο της Ελλάδας την οποία διατηρεί στην ελάχιστη επενδυτική βαθμίδα (Baa3) έκανε ένα βήμα, αναβαθμίζοντας τις προοπτικές τις οικονομίας από “σταθερές” σε “θετικές”, προαναγγέλλοντας αναβάθμιση του αξιόχρεου της οικονομίας μέσα στο επόμενο 12μήνο.
Να θυμίσουμε ότι σε αναβάθμιση των προοπτικών της οικονομίας από σταθερές σε θετικές είχε προχωρήσει πριν δύο εβδομάδες ο καναδικός οίκος DBRS. Πληροφορίες θέλουν το παράδειγμα του να ακολουθούν η Standard & Poors, η οποία έχει προγραμματισμένη αξιολόγηση για τις 23 Οκτωβρίου αλλά και η Fitch, η οποία θα αξιολογήσει την οικονομία στις 6 Νοεμβρίου.
Η πιστοληπτική αξιολόγηση θα είναι ένα από τα στοιχεία που θα κρίνουν την πορεία του χρέους και τα επόμενα χρόνια, καθώς η ένταξη της Ελλάδας στην βαθμίδα Α θα βάλει στη διεκδίκηση και τις αγορές της Ασίας και περισσότερους θεσμικούς επενδυτές οι οποίες θα σταθεροποιήσεων τις αποδόσεις σε χαμηλότερα επίπεδα.
Δύσκολη πορεία
Τίποτα από εδώ και πέρα δεν θα είναι εύκολο. Η Ελλάδα θα αναβαθμιστεί και επίσημα στη βαθμίδα ΒΒΒ+ μάλλον την επόμενη άνοιξη όταν θα υπάρξει άλλος ένας ή και δύο οίκοι αξιολόγησης που θα προχωρήσουν σε αναβάθμιση του αξιόχρεου σε αυτή την βαθμίδα. Η βαθμίδα Α θα είναι πιο δύσκολη, αφού οι οίκοι αξιολόγησης βάζουν από τώρα ακόμη πιο ψηλά το πήχη για τις μεταρρυθμίσεις.
Ως πρώτο μεγάλο πρόβλημα θέτουν την αύξηση της παραγωγικότητας της οικονομίας από το 55% του μέσου όρου της Ε.Ε. που είναι σήμερα.
Ένα επίσης δύσκολο στοίχημα, θα είναι οι επενδύσεις και ειδικά οι ιδιωτικές, να συνεχίσουν την ανοδική τους πορεία, ειδικά μετά το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.
Το τρίτο μεγάλο στοίχημα, είναι να βρεθούν λύσεις για την αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος, το οποίο απειλεί να επιβραδύνει σημαντικά την ανάπτυξη τα επόμενα χρόνια.
Αυτές οι τρεις κομβικές μεταρρυθμίσεις θα εξασφαλίσουν αφενός την αναπτυξιακή δυναμική της οικονομίας και αφετέρου τις δημοσιονομικές επιδόσεις και κυρίως τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα. Και τα δύο αυτά στοιχεία, είναι απαραίτητα για τη σταθερή μείωση του χρέους στο 100% του ΑΕΠ στο τέλος του 2035.
Ειδικότερα, ο στόχος για την μείωση του χρέους κάτω από το 120% ως το 2030, από 136,7% του ΑΕΠ που αναμένεται να φτάσει φέτος, θα απαιτήσει μια μέση ετήσια μείωση του χρέους κατά περίπου 5,6%. Αυτό σημαίνει, ότι θα πρέπει να έχουμε πρωτογενές πλεόνασμα 2,5% – 3% του ΑΕΠ και ονομαστικό ΑΕΠ (δηλαδή πραγματικό ΑΕΠ και πληθωρισμό) από 3,1% ως 2,6%. Η δεύτερη φάση, από 2031 μέχρι και το 2035, όταν το χρέος θα μειωθεί επιπλέον κατά 20% του ΑΕΠ, θα χρειαστεί μια μέση ετήσια μείωση του χρέους κατά του 4% του ΑΕΠ που θα είναι και πάλι ο συνδυασμός του πρωτογενούς πλεονάσματος και την ονομαστικής ανάπτυξης.
Πηγή: capital.gr





