Της Ξανθής Γούναρη
Με τις τιμές να έχουν υποχωρήσει αισθητά από τα υψηλά των προηγούμενων ετών ξεκινά η νέα σεζόν 2026/2027 για το ελληνικό ελαιόλαδο. Η κατανάλωση ανακάμπτει, όμως το υψηλό κόστος καλλιέργειας και συγκομιδής περιορίζει σημαντικά τα περιθώρια κέρδους των παραγωγών.
Οι πρώτες εκτιμήσεις τοποθετούν την ελληνική παραγωγή μεταξύ 280.000 και 330.000 τόνων, με τους 300.000 τόνους να αποτελούν σήμερα το επικρατέστερο σενάριο. Σε αυτό το εύρος συγκλίνουν οι εκτιμήσεις του προέδρου του ΣΕΒΙΤΕΛ (Σύνδεσμος Ελληνικών Βιομηχανιών Τυποποιήσεως Ελαιόλαδου), Κώστα Κουτσιούμπη, και του προέδρου της Εθνικής Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Ελαιόλαδου, Μανώλη Γιαννούλη.
Το μεγάλο ερώτημα παραμένει η Ισπανία. Οι αρχικές προσδοκίες για παραγωγή έως 1,8 εκατ. τόνους έχουν περιοριστεί, με τις εκτιμήσεις που μεταφέρει ο κ. Γιαννούλης να κινούνται πλέον στους 1,4-1,5 εκατ. τόνους, μετά τις υψηλές θερμοκρασίες και την ξηρασία του καλοκαιριού. Στην Ανδαλουσία οι θερμοκρασίες έφθασαν ακόμη και τους 42-44 βαθμούς.
“Το βαρόμετρο είναι η Ισπανία”, λέει χαρακτηριστικά ο κ. Γιαννούλης. Αυτό ακριβώς περιορίζει προς το παρόν το ενδεχόμενο μιας πραγματικής κατάρρευσης των τιμών. Μια μεγάλη ισπανική σοδειά θα δημιουργούσε πολύ μεγαλύτερη πίεση. Μια απλώς καλή παραγωγή, αντίθετα, ενισχύει το σενάριο σταθεροποίησης. Σύμφωνα με τον ίδιο, εάν η μεσογειακή παραγωγή αυξανόταν κατά επιπλέον 500.000-700.000 τόνους, οι τιμές παραγωγού θα μπορούσαν να κινηθούν ακόμη και προς τα 2,5 ευρώ το κιλό.
Από τα 9,5 ευρώ στα 4
Στην κορύφωση της κρίσης το έξτρα παρθένο ελαιόλαδο είχε φτάσει ακόμη και τα 9,5 ευρώ το κιλό στον παραγωγό, ενώ σήμερα το καλής ποιότητας προϊόν κινείται περίπου στα 3,90-4,20 ευρώ, καταγράφοντας διόρθωση 56%-59% από τα υψηλά.
Η αποκλιμάκωση έχει πλέον περάσει καθαρά και στον καταναλωτή. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, ο δείκτης τιμών του ελαιόλαδου υποχώρησε από 240,15 μονάδες τον Ιούλιο του 2024, όταν κατέγραψε ιστορικό υψηλό, στις 134,64 μονάδες τον Αύγουστο του 2026. Πρόκειται για πτώση 43,9%, ενώ σε ετήσια βάση τον Αύγουστο οι τιμές ήταν 15% χαμηλότερες.
Παρά τη μεγάλη μείωση από τα υψηλά, το ελαιόλαδο παραμένει περίπου 33% ακριβότερο από την αρχή της πληθωριστικής κρίσης, τον Ιούλιο του 2021. Η σωρευτική αύξησή του κινείται πάντως ελαφρώς χαμηλότερα από το 34,3% που καταγράφει στο ίδιο διάστημα ο συνολικός πληθωρισμός τροφίμων.
Στο ράφι οι περισσότερες τιμές βρίσκονται σήμερα περίπου στα 7,30-7,80 ευρώ, αν και το εύρος φθάνει έως τα 9,50 ευρώ. “Αν η παραγωγή επαληθευτεί, θα έχουμε και μείωση των τιμών. Πόσο θα είναι, είναι ακόμη πολύ νωρίς να το κρίνουμε”, σημειώνει ο κ. Κουτσιούμπης.
Το κόστος πιέζει
Η πτώση των τιμών είναι καλή είδηση για τα νοικοκυριά, όχι όμως απαραίτητα για τους ελαιοπαραγωγούς. Το κόστος παραγωγής υπολογίζεται περίπου στα 3-3,5 ευρώ το κιλό για μια οργανωμένη ελληνική εκμετάλλευση και μπορεί να φθάσει τα 4-5 ευρώ όταν πληρώνεται το σύνολο των εργασιών.
Το πρόβλημα εντείνεται από την άνοδο του καλλιεργητικού κόστους και του κόστους συλλογής. Από μεροκάματα 30-35 ευρώ πριν από περίπου πέντε χρόνια, σύμφωνα με τον κ. Γιαννούλη, τα τελευταία χρόνια έχουν καταγραφεί απαιτήσεις ακόμη και για 60, 70 ή 80 ευρώ, ενώ παράλληλα υπάρχει έλλειψη εργατών.
Η σύγκριση με την Ισπανία αποτυπώνει το ανταγωνιστικό μειονέκτημα. Εκεί, χάρη στην κλίμακα και την υψηλότερη εκμηχάνιση, το συνολικό κόστος υπολογίζεται περίπου στα 1,7-2 ευρώ το κιλό.
Η πίεση είναι ακόμη μεγαλύτερη στις μειονεκτικές και δύσβατες ελαιοπαραγωγικές ζώνες, όπου η εκμηχάνιση είναι περιορισμένη και το κόστος υψηλότερο. Ο πρόεδρος της ΕΔΟΕ εκτιμά ότι, εάν οι σημερινές συνθήκες διατηρηθούν, σε ορίζοντα 10-20 ετών μπορεί να χαθεί το 20%-30% της ελληνικής παραγωγής.
Επιστροφή στα σούπερ-μάρκετ
Η πτώση των τιμών έχει αλλάξει την εικόνα στις πωλήσεις. Σύμφωνα με στοιχεία Nielsen που επικαλείται ο ΣΕΒΙΤΕΛ, οι πωλήσεις ελαιόλαδου στο οργανωμένο λιανεμπόριο αυξήθηκαν σε όγκο περίπου 20% το 2025, από 14,46 εκατ. λίτρα το 2024 σε περίπου 17,3 εκατ. λίτρα. Το 2023 είχαν υποχωρήσει περίπου στα 11 εκατ. λίτρα. Στο οκτάμηνο του 2026 καταγράφεται νέα άνοδος περίπου 6%, από 10,5 εκατ. σε 11,15 εκατ. λίτρα.
Η ανάκαμψη της ζήτησης δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο. Σύμφωνα με το International Olive Council, η παγκόσμια κατανάλωση έφθασε τους 3,215 εκατ. τόνους το 2024/25, αυξημένη πάνω από 15%, ενώ για το 2025/26 προβλέπεται στους 3,248 εκατ. τόνους. Η παγκόσμια παραγωγή εκτιμάται αντίστοιχα στους 3,44 εκατ. τόνους.
Οι συνήθειες άλλαξαν
Η περίοδος της ακρίβειας άλλαξε όμως και τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιείται το ελαιόλαδο στο σπίτι. Όπως εξηγεί ο πρόεδρος της ΕΔΟΕ, όταν οι τιμές εκτοξεύθηκαν, οι καταναλωτές άρχισαν να περιορίζουν την ποσότητα ακόμη και σε καθημερινές χρήσεις, όπως στη χωριάτικη σαλάτα. “Όταν ο καταναλωτής είδε ότι τη δουλειά που έκανε με 50 γραμμάρια την κάνει με 30, δεν επανέρχεται επειδή έγινε φθηνότερο το λάδι”, επισημαίνει.
Η μεταβολή είναι βαθύτερη. Η κατά κεφαλήν κατανάλωση στην Ελλάδα έχει περιοριστεί περίπου στα 9,7 κιλά, από σχεδόν 20 κιλά πριν από τρεις δεκαετίες, ενώ η συνολική εγχώρια αγορά εκτιμάται πλέον κοντά στους 100.000 τόνους, από περίπου 200.000 τόνους στο παρελθόν.
50.000 τόνοι εξαγωγές
Θετική είναι και η εικόνα στο εξωτερικό. Σύμφωνα με τον ΣΕΒΙΤΕΛ, οι εξαγωγές τυποποιημένου ελληνικού ελαιόλαδου κινούνται περίπου στους 50.000 τόνους, με τις ιδιωτικές επιχειρήσεις να επενδύουν στην ενίσχυση της παρουσίας τους στις διεθνείς αγορές.
Ο ανταγωνισμός, ωστόσο, εντείνεται. Ο κ. Κουτσιούμπης επισημαίνει το έλλειμμα οργανωμένης προβολής του ελληνικού προϊόντος στο εξωτερικό, αντιπαραβάλλοντας την ισχυρή παρουσία της Τουρκίας στις διεθνείς εκθέσεις με την ελληνική. Την ίδια στιγμή, η Τυνησία διαθέτει σημαντική παραγωγή, χαμηλότερο κόστος και ειδικό καθεστώς για μέρος των εξαγωγών της προς την Ευρώπη.
Πηγή: capital.gr





