Η βιομηχανία του φόβου: Γιατί η Ακροδεξιά σαρώνει ακόμα και χωρίς «ξένους»

Η βιομηχανία του φόβου: Γιατί η Ακροδεξιά σαρώνει ακόμα και χωρίς «ξένους»

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης

Πρόσθεσε το formedia.gr στη Google

Το να σπέρνεις σκόπιμα τον φόβο στην κοινωνία για να αντλήσεις ψήφους «πουλάει» σταθερά καλύτερα από την παρουσίαση πραγματικών δεδομένων και ουσιαστικών λύσεων.

Τη διαπίστωση αυτή, η οποία επιβεβαιώνεται εμφατικά στο τρέχον ευρωπαϊκό πολιτικό σκηνικό, αναλύει στο Social Europe η Ελληνίδα ερευνήτρια και διδάκτωρ Διεθνών Σχέσεων, Ιωάννα Δημοπούλου.

Η εξέταση των πρόσφατων εκλογικών αναμετρήσεων στη Γερμανία, σε συνδυασμό με τα δεδομένα από την Ισπανία, προσφέρει μια ανησυχητική ανάγνωση: η άνοδος της Ακροδεξιάς δεν αποτελεί μια απλή αντίδραση στον αριθμό των μεταναστών, αλλά μια ιδεολογική κατασκευή που προσαρμόζεται στις εκάστοτε τοπικές δυσαρέσκειες.

Στις πρόσφατες εκλογές στο γερμανικό κρατίδιο της Σαξονίας-Άνχαλτ, το ακροδεξιό κόμμα «Εναλλακτική για τη Γερμανία» (AfD) κατέγραψε το ισχυρότερο ποσοστό του σε πολιτειακό επίπεδο, αγγίζοντας το 43,8% και καταλαμβάνοντας 39 από τις 83 έδρες. Παράλληλα, το Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα (CDU), που κυβερνούσε από το 2002, κατέρρευσε στο 17,2%.

Η κυρίαρχη ερμηνεία που ακολούθησε ήταν γνώριμη: η Σαξονία-Άνχαλτ έχει ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά ξένων κατοίκων στη Γερμανία.

Σύμφωνα με αυτό το αφήγημα, η ακροδεξιά ψήφος γιγαντώνεται εκεί όπου υπάρχει η ελάχιστη επαφή με μετανάστες, υποδηλώνοντας ότι το πραγματικό πρόβλημα είναι η οικονομική παρακμή, η αποπληθυσμοποίηση και η αναζήτηση αποδιοπομπαίου τράγου.

Το συμπέρασμα αυτό, ωστόσο, καταρρίπτεται όταν η εξίσωση αντιστραφεί στην περίπτωση της Ισπανίας, η οποία οδηγεί ακριβώς στο ίδιο πολιτικό αποτέλεσμα.

Το παράδοξο των αριθμών: Σαξονία-Άνχαλτ εναντίον Ελ Εχίδο

Στην πόλη Ελ Εχίδο της ισπανικής επαρχίας Αλμερία, η δημογραφική πραγματικότητα είναι εκ διαμέτρου αντίθετη από τη γερμανική.

Από τους περίπου 90.600 κατοίκους, το 32% είναι εγγεγραμμένοι ξένοι —ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην Ισπανία— με σχεδόν τα δύο τρίτα να προέρχονται από το Μαρόκο, αποτελώντας το εργατικό δυναμικό της τοπικής γεωργίας θερμοκηπίων.

Στις περιφερειακές εκλογές της Ανδαλουσίας, το ακροδεξιό κόμμα Vox συγκέντρωσε εκεί το 31,4% των ψήφων, υπερδιπλάσιο από το συνολικό περιφερειακό του ποσοστό (13,8%).

Η αντιπαραβολή αυτών των δύο περιπτώσεων αποκαλύπτει τον πυρήνα του προβλήματος. Στη Σαξονία-Άνχαλτ, οι ξένοι κάτοικοι αποτελούν μόλις το 8% του πληθυσμού. Στο Ελ Εχίδο, αγγίζουν το ένα τρίτο. Ωστόσο, η ισχυρή νατιβιστική (εθνικιστική και ξενοφοβική) κινητοποίηση κυριαρχεί και στα δύο περιβάλλοντα.

Τα κοινωνικά παράπονα διαφέρουν ριζικά: στη Γερμανία κυριαρχεί το αίσθημα της εγκατάλειψης, ενώ στην Ισπανία η κοινωνική εγγύτητα και ο εργασιακός ανταγωνισμός.

Παρ’ όλα αυτά, και οι δύο δυσαρέσκειες στοχεύουν στον ίδιο ακριβώς «εχθρό». Ο στόχος δεν προκύπτει φυσικά από το πρόβλημα· αντίθετα, κατασκευάζεται και προσφέρεται ως έτοιμη λύση στην υπάρχουσα δυσαρέσκεια.

Καταλονία: Η ευελιξία του «εσωτερικού εχθρού»

Αν η σύγκριση Γερμανίας-Ισπανίας αναδεικνύει την ευελιξία ως προς τον «εξωτερικό εχθρό» (τον μετανάστη), η περίπτωση της Καταλονίας αποδεικνύει την ευελιξία ως προς τον «γηγενή». Πρόκειται για ένα σπάνιο ευρωπαϊκό περιβάλλον όπου δύο ριζοσπαστικά δεξιά κόμματα ανταγωνίζονται σκληρά, προτάσσοντας εντελώς ασύμβατες ιδέες για το ποιο είναι το έθνος.

Από τη μία πλευρά, το Vox, το οποίο εισήλθε στο καταλανικό κοινοβούλιο το 2021, πρεσβεύει τον απόλυτο ισπανικό εθνικισμό. Από την άλλη, το κόμμα Aliança Catalana, το οποίο κέρδισε έδρες το 2024, προωθεί την πλήρη ανεξαρτησία της Καταλονίας. Στο κορυφαίο ζήτημα που διχάζει την περιοχή εδώ και 15 χρόνια, τα δύο κόμματα αλληλοεξουδετερώνονται.

Κι όμως, μοιράζονται τον ίδιο ακριβώς νατιβιστικό πυρήνα. Αναλύσεις δείχνουν ότι η Aliança Catalana αντλεί ψηφοφόρους τόσο από το παραδοσιακό καταλανικό εθνικιστικό κόμμα (Junts) σε ποσοστό 28%, όσο και από το ίδιο το Vox σε ποσοστό 23%.

Η μετακίνηση αυτή αποδεικνύει ότι ο νατιβισμός δεν έχει ανάγκη από ένα συγκεκριμένο ή σταθερό έθνος για να επιβιώσει. Απαιτεί απλώς τη δημιουργία μιας κλειστής «ομάδας γηγενών» και την ύπαρξη ενός «εξωτερικού εχθρού». Το πολιτικό προϊόν που προσφέρει η Ακροδεξιά, μπορεί να «ταξιδέψει» και να εφαρμοστεί ακόμη και κάτω από αντίπαλα εθνικά οράματα.

Η αποτυχία της συστημικής στρατηγικής

Τα παραπάνω ευρήματα εγείρουν σοβαρά ερωτήματα για την κυρίαρχη ευρωπαϊκή πολιτική στρατηγική. Από το 2015, τα συστημικά κόμματα προσπαθούν να ανακόψουν την Ακροδεξιά υιοθετώντας αυστηρότερες μεταναστευτικές πολιτικές, θεωρώντας ότι, μειώνοντας τις ροές, θα εξαλείψουν την πηγή της δυσαρέσκειας.

Εάν, ωστόσο, η μετανάστευση ήταν η πραγματική, αντικειμενική πηγή της οργής, η μείωσή της θα οδηγούσε αυτόματα σε πτώση των ακροδεξιών ποσοστών. Η πραγματικότητα δείχνει το αντίθετο.

Όταν τα συστημικά κόμματα υιοθετούν το αφήγημα της Ακροδεξιάς —ότι δηλαδή η μετανάστευση είναι ο πυρήνας του προβλήματος— δεν την αποδυναμώνουν. Αντιθέτως, νομιμοποιούν τη ρητορική της, επιβεβαιώνοντας τον επιλεγμένο «ένοχο» με το βάρος της θεσμικής τους εξουσίας και εδραιώνοντας την ατζέντα της.

Όπως προκύπτει από την ανάλυση της κ. Δημοπούλου, εν όψει των επόμενων εκλογικών αναμετρήσεων (όπως σε Βερολίνο και Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία), το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πόσοι μετανάστες ζουν σε μια περιοχή.

Το πραγματικό ζήτημα είναι ποια άλλα προβλήματα (οικονομικά, στεγαστικά, εργασιακά) έχουν αφεθεί άλυτα σε τοπικό επίπεδο, και ποιος ακραίος πολιτικός φορέας έχει σπεύσει πρώτος για να τα εκμεταλλευτεί, κατονομάζοντας έναν βολικό αποδιοπομπαίο τράγο.

Πηγή: in.gr

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ