Αναβάθμισε σε θετικές από σταθερές τις προοπτικές για την Ελλάδα,…

Επιβεβαίωσε το ΒΒΒ για την πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας η DBRS -...

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης

Πρόσθεσε το formedia.gr στη Google

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ: 23.32

Σε θετικές από σταθερές αναβάθμισε τις τάσεις για την πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας ο καναδικός οίκος Morningstar DBRS, επιβεβαιώνοντας παράλληλα τη μακροπρόθεσμη πιστοληπτική αξιολόγηση της χώρας στη βαθμίδα BBB.

Ο οίκος επιβεβαίωσε στη βαθμίδα R-2 (high) τις βραχυπρόθεσμες αξιολογήσεις της Ελλάδας, αναβαθμίζοντας και σε αυτή την περίπτωση τις τάσεις σε θετικές από σταθερές.

Η αλλαγή των τάσεων αντανακλά, σύμφωνα με τη Morningstar DBRS, την εκτίμηση ότι ο λόγος του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ θα συνεχίσει να μειώνεται σημαντικά τα επόμενα χρόνια. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ότι το ακαθάριστο χρέος της γενικής κυβέρνησης θα μειωθεί από 143,5% του ΑΕΠ τον Μάρτιο του 2026 σε 134,4% στο τέλος του 2027, καθώς η δυναμική ανάπτυξης της οικονομίας αναμένεται να παραμείνει συγκριτικά ισχυρή και η κυβέρνηση προβλέπεται να συνεχίσει να καταγράφει σημαντικά πρωτογενή πλεονάσματα.

Η ελληνική οικονομία έχει μέχρι στιγμής αποδειχθεί ανθεκτική στο ενεργειακό σοκ, με τις τουριστικές αφίξεις να συνεχίζουν να αυξάνονται σημαντικά κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ανάπτυξη του πραγματικού ΑΕΠ κατά 1,8% το 2026 και 1,6% το 2027.

Οι δημοσιονομικές επιδόσεις έχουν βελτιωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, καθώς οι λογαριασμοί της γενικής κυβέρνησης επωφελήθηκαν όχι μόνο από την ισχυρή οικονομική ανάπτυξη, αλλά και από τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, οι οποίες ενίσχυσαν τη φορολογική συμμόρφωση και διεύρυναν τη φορολογική βάση.

Παρά την υιοθέτηση ορισμένων επεκτατικών μέτρων φέτος, όπως οι μειώσεις φόρων εισοδήματος, η δημοσιονομική επίδοση αναμένεται να παραμείνει ισχυρή. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει πρωτογενές πλεόνασμα 4% του ΑΕΠ το 2026 και 3,7% το 2027, έναντι 4,9% το 2025.

Την ίδια ώρα, η Morningstar DBRS επισημαίνει ότι οι τρέχουσες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ενδέχεται να υπάρξει δυσκολία γύρω από τον σχηματισμό κυβέρνησης μετά τις επόμενες βουλευτικές εκλογές. Ωστόσο, ο οίκος θεωρεί ότι ο κίνδυνος ως προς την οικονομική πολιτική παραμένει περιορισμένος, καθώς υπάρχει ευρεία συναίνεση μεταξύ των βασικών πολιτικών κομμάτων σε σημαντικά ζητήματα πολιτικής.

Η αξιολόγηση BBB της Ελλάδας στηρίζεται στη βελτιωμένη χρηματοοικονομική κατάσταση του εγχώριου τραπεζικού τομέα, στο αξιόπιστο πλαίσιο πολιτικής της χώρας και στην ιδιότητά της ως μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ευρωζώνης.

Οι διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις έχουν υλοποιήσει βασικές μεταρρυθμίσεις που ενίσχυσαν τη διακυβέρνηση, βελτίωσαν το επιχειρηματικό περιβάλλον και στήριξαν τη βιωσιμότητα του χρέους.

Ωστόσο, η πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελλάδας εξακολουθεί να περιορίζεται από το υψηλό δημόσιο χρέος, το συγκριτικά χαμηλό επίπεδο παραγωγικότητας της εργασίας και το μικρό μέγεθος της οικονομίας, που την καθιστά ευάλωτη σε εξωτερικούς κλυδωνισμούς. Επιπλέον, οι εξωτερικές ανισορροπίες, όπως το χρόνιο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, επιβαρύνουν το πιστωτικό προφίλ της χώρας.

Πρωτογενή πλεονάσματα

Η Ελλάδα κατέγραψε τα τελευταία χρόνια σημαντικά ισχυρότερες δημοσιονομικές επιδόσεις από τις περισσότερες άλλες χώρες της ΕΕ. Το 2025 το πρωτογενές πλεόνασμα της γενικής κυβέρνησης διαμορφώθηκε στο 4,9% του ΑΕΠ, έναντι μέσου πρωτογενούς ελλείμματος 1% στις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ.

Η ισχυρή αυτή δημοσιονομική επίδοση προέκυψε από τον περιορισμό των δαπανών, ιδιαίτερα όσον αφορά τη μισθολογική δαπάνη του Δημοσίου και τις κοινωνικές παροχές, καθώς και από την ισχυρή αύξηση των φορολογικών εσόδων.

Τα δημόσια φορολογικά έσοδα ενισχύθηκαν όχι μόνο από το ευνοϊκό περιβάλλον οικονομικής ανάπτυξης αλλά και από τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, μεταξύ των οποίων η συνεχιζόμενη ψηφιακή μεταμόρφωση της φορολογικής διοίκησης, η οποία έχει ενισχύσει σημαντικά τη φορολογική συμμόρφωση.

Μεταξύ 2019 και 2025, το συνολικό μερίδιο των φόρων εισοδήματος και του ΦΠΑ ως ποσοστό του ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 3,2 ποσοστιαίες μονάδες.

Για τα επόμενα χρόνια, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναμένει ότι η δημοσιονομική επίδοση της Ελλάδας θα παραμείνει ισχυρή, με το πρωτογενές πλεόνασμα να προβλέπεται στο 4% του ΑΕΠ το 2026 και στο 3,7% το 2027.

Η μέτρια υποχώρηση των πρωτογενών πλεονασμάτων οφείλεται κυρίως στην υιοθέτηση επεκτατικών μέτρων, όπως οι μειώσεις του φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων, οι αυξήσεις των συντάξεων και τα προσωρινά μέτρα ενεργειακής στήριξης.

Παράλληλα, τα δημόσια έσοδα αναμένεται να συνεχίσουν να επωφελούνται από τις διαρθρωτικές βελτιώσεις στη φορολογική συμμόρφωση.

Αν και οι πιέσεις στις δαπάνες αναμένεται να αυξηθούν τα επόμενα χρόνια, ιδιαίτερα λόγω της άμυνας, της γήρανσης του πληθυσμού και της μετάβασης στην κλιματική ουδετερότητα, η Morningstar DBRS εκτιμά ότι η δημοσιονομική στάση της κυβέρνησης θα παραμείνει συνετή.

Το δημόσιο χρέος παραμένει πολύ υψηλό, αλλά ακολουθεί καθοδική πορεία

Ο λόγος του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ έχει μειωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, αλλά παραμένει ο υψηλότερος μεταξύ των χωρών της ευρωζώνης.

Τον Μάρτιο του 2026, το ακαθάριστο χρέος της γενικής κυβέρνησης ανήλθε στο 143,5% του ΑΕΠ, από 152,9% έναν χρόνο νωρίτερα, ενώ ο μέσος όρος για το σύνολο της ευρωζώνης διαμορφώθηκε στο 88,9%.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει περαιτέρω μείωση του λόγου του δημόσιου χρέους στο 140,7% του ΑΕΠ το 2026 και στο 134,4% το 2027, με βάση την ισχυρή ονομαστική ανάπτυξη, το σημαντικό πρωτογενές πλεόνασμα και τις περαιτέρω πρόωρες αποπληρωμές του κρατικού χρέους, κυρίως των δανείων του Greek Loan Facility (GLF).

Παρά το υψηλό βάρος του χρέους, οι κίνδυνοι αναχρηματοδότησης μετριάζονται σε μεγάλο βαθμό από την πολύ ευνοϊκή διάρθρωση του χρέους και τα υψηλά ταμειακά διαθέσιμα της κυβέρνησης.

Η σταθμισμένη μέση διάρκεια του χρέους της γενικής κυβέρνησης διαμορφώθηκε στα 18,3 έτη τον Ιούνιο του 2026, καθώς μεγάλο μέρος του χρέους αποτελείται από δάνεια με ευνοϊκούς όρους από τον επίσημο τομέα, όπως ο ESM και ο EFSF, με πολύ μακροπρόθεσμες λήξεις.

Τα ταμειακά διαθέσιμα της γενικής κυβέρνησης ανήλθαν σε 31,1 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 12,4% του ΑΕΠ. Επιπλέον, το 100% του ελληνικού χρέους διατηρείται με σταθερά επιτόκια, μετά την αντιστάθμιση κινδύνου.

Οι παράγοντες αυτοί στηρίζουν τη θετική ποιοτική προσαρμογή της Morningstar DBRS στην αξιολόγηση για το χρέος και τη ρευστότητα.

Μακροπρόθεσμα, η διατήρηση της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους θα εξαρτηθεί κυρίως από την ικανότητα της χώρας να διατηρήσει τα πρωτογενή πλεονάσματα και τους ισχυρούς ρυθμούς ονομαστικής ανάπτυξης, καθώς το χρέος προς τον επίσημο τομέα σταδιακά θα αντικαθίσταται από χρηματοδότηση μέσω των αγορών, αυξάνοντας την έκθεση της Ελλάδας στη μεταβλητότητα των αγορών.

Οι κίνδυνοι για τα δημόσια οικονομικά προέρχονται από τις κρατικές εγγυήσεις, οι οποίες ανήλθαν σε 23,9 δισ. ευρώ, ή 9,5% του ΑΕΠ, εκ των οποίων περίπου 69% συνδέονται με το πρόγραμμα “Ηρακλής”.

Ισχυρή ανάπτυξη, αλλά παραμένουν οι διαρθρωτικές προκλήσεις

Η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε με ισχυρούς ρυθμούς τα τελευταία χρόνια. Το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά μέσο όρο 2,1% ετησίως μεταξύ 2023 και 2025, με τη στήριξη της αύξησης των τουριστικών αφίξεων, των ευνοϊκών εξελίξεων στην αγορά εργασίας και των εισροών άμεσων ξένων επενδύσεων και ευρωπαϊκών πόρων.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ότι η ανάπτυξη θα επιβραδυνθεί μέτρια, στο 1,8% το 2026 και 1,6% το 2027. Ωστόσο, οι ρυθμοί αυτοί παραμένουν υψηλότεροι από τις προβλέψεις για το σύνολο της ευρωζώνης, όπου η ανάπτυξη εκτιμάται στο 0,9% το 2026 και στο 1,2% το 2027.

Η επιβράδυνση της δυναμικής το 2026 οφείλεται κυρίως στην ηπιότερη ιδιωτική κατανάλωση, καθώς η προσωρινή αύξηση των πληθωριστικών πιέσεων λόγω του ενεργειακού σοκ επηρεάζει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών, παρά την υιοθέτηση μέτρων δημοσιονομικής στήριξης από την κυβέρνηση.

Αντίθετα, η αύξηση των διεθνών τιμών ενέργειας δεν έχει αποδυναμώσει τη δυναμική ανάπτυξης στον μεγάλο κλάδο του ελληνικού τουρισμού. Κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, οι τουριστικές αφίξεις αυξήθηκαν κατά 15,4% σε ετήσια βάση.

Η επενδυτική δραστηριότητα αναμένεται να παραμείνει ισχυρή το 2026, αλλά να εξασθενήσει στη συνέχεια, καθώς ολοκληρώνονται οι εκταμιεύσεις επιχορηγήσεων από το ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.

Η οικονομική προοπτική παραμένει εκτεθειμένη σε εξωτερικούς καθοδικούς κινδύνους, όπως μια κλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων.

Παρά τη συγκριτικά ισχυρή δυναμική ανάπτυξης, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές διαρθρωτικές προκλήσεις. Η διατήρηση της πρόσφατης αύξησης της επενδυτικής δραστηριότητας μεσοπρόθεσμα πιθανότατα θα απαιτήσει συνεχιζόμενες μεγάλες εισροές ξένου κεφαλαίου, δεδομένου του χαμηλού ποσοστού εγχώριων αποταμιεύσεων.

Το μικρό μέγεθος της οικονομίας καθιστά επίσης την Ελλάδα ευάλωτη σε εξωτερικούς κλυδωνισμούς, ιδιαίτερα στον τουρισμό, ο οποίος παραμένει βασικός κλάδος σε μια οικονομία που βασίζεται στις υπηρεσίες. Οι ταξιδιωτικές υπηρεσίες αντιπροσώπευαν το 89% των συνολικών καθαρών εξαγωγών υπηρεσιών το 2025, έναντι 73% το 2019.

Παράλληλα, η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα έχει βελτιωθεί τα τελευταία χρόνια, αλλά παραμένει σημαντικά χαμηλότερη από τον μέσο όρο της ΕΕ. Σύμφωνα με τη Eurostat, η ονομαστική παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο στην Ελλάδα αντιστοιχούσε μόλις στο 67% του μέσου όρου της ΕΕ των 27 το 2025, με βάση τα πρότυπα αγοραστικής δύναμης.

Η Morningstar DBRS εκτιμά, πάντως, ότι η εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων τα τελευταία χρόνια έχει ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας και πιθανότατα θα στηρίξει την αύξηση της παραγωγικότητας μεσοπρόθεσμα.

Εξωτερικές ανισορροπίες

Το μεγάλο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών της Ελλάδας και η αυξημένη αρνητική καθαρή διεθνής επενδυτική θέση εξακολουθούν να επιβαρύνουν το πιστωτικό προφίλ της χώρας.

Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών περιορίστηκε στο 5,7% του ΑΕΠ το 2025, από 7,2% το 2024, λόγω της μείωσης των ενεργειακών εισαγωγών, αλλά παραμένει σημαντικά υψηλότερο από τα επίπεδα πριν από την πανδημία.

Η επιδείνωση οφείλεται κυρίως στην ενίσχυση της εγχώριας ζήτησης τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα της επενδυτικής δραστηριότητας, η οποία συνέβαλε στην αύξηση των εισαγωγών. Η επίδραση αυτή υπεραντιστάθμισε την αύξηση των εξαγωγών τουριστικών υπηρεσιών.

Η Τράπεζα της Ελλάδος προβλέπει ότι το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών θα διευρυνθεί στο 6,2% του ΑΕΠ το 2026, πριν περιοριστεί στο 5,8% το 2027.

Η διεύρυνση του ελλείμματος φέτος αποδίδεται στην άνοδο των διεθνών τιμών ενέργειας από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν και στην ισχυρή εγχώρια επενδυτική δραστηριότητα, η οποία ενισχύει τις εισαγωγές κεφαλαιουχικών αγαθών.

Ωστόσο, η Morningstar DBRS θεωρεί ότι η εξωτερική θέση της Ελλάδας είναι σήμερα πιο ανθεκτική σε σχέση με το παρελθόν, καθώς σημαντικό μέρος του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών χρηματοδοτείται από εισροές που δεν δημιουργούν χρέος, όπως επενδύσεις σε μετοχές και επιχορηγήσεις επενδύσεων.

Το ακαθάριστο εξωτερικό χρέος της ελληνικής οικονομίας διαμορφώθηκε στο 238% του ΑΕΠ τον Μάρτιο του 2026, από 243% έναν χρόνο νωρίτερα. Η καθαρή διεθνής επενδυτική θέση της οικονομίας ήταν αρνητική κατά 133% του ΑΕΠ.

Ωστόσο, μεγάλο μέρος των εξωτερικών υποχρεώσεων αφορά δημόσιο χρέος προς επίσημους πιστωτές, με χαμηλό κόστος επιτοκίου και μακροπρόθεσμες λήξεις. Ο παράγοντας αυτός, καθώς και ο σημαντικός ρόλος σταθερών πηγών εξωτερικής χρηματοδότησης, όπως οι άμεσες ξένες επενδύσεις, στηρίζουν τη θετική ποιοτική προσαρμογή στην αξιολόγηση του ισοζυγίου πληρωμών.

Η χρηματοοικονομική κατάσταση των τραπεζών

Η ανθεκτικότητα του ελληνικού τραπεζικού τομέα έχει βελτιωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, χάρη στα μέτρα κρατικής στήριξης και την ανάκαμψη της οικονομίας.

Η ποιότητα του ενεργητικού των τραπεζών επωφελήθηκε από το κρατικά υποστηριζόμενο πρόγραμμα “Ηρακλής”, το οποίο απομάκρυνε παλαιά μη εξυπηρετούμενα δάνεια από τους ισολογισμούς των τραπεζών.

Ως αποτέλεσμα, ο δείκτης NPL των εγχώριων τραπεζών υποχώρησε στο 3,4% τον Μάρτιο του 2026, από 40,6% τον Δεκέμβριο του 2019.

Παράλληλα, η Morningstar DBRS επισημαίνει ότι η διαχείριση των προβληματικών δανείων που έχουν μεταφερθεί στους servicers παραμένει μέχρι στιγμής αργή. Το ΔΝΤ εκτιμά ότι το συνολικό ύψος των μη εξυπηρετούμενων δανείων που παραμένουν εκτός τραπεζικού τομέα ανέρχεται στο 37% του ΑΕΠ, γεγονός που περιορίζει τον αριθμό των δυνητικών δανειοληπτών για τις εγχώριες τράπεζες.

Οι τράπεζες διαθέτουν ισχυρά αποθέματα ρευστότητας και χρηματοδοτούνται σε μεγάλο βαθμό από εγχώριες καταθέσεις.

Παράλληλα, η κερδοφορία του κλάδου έχει βελτιωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, χάρη στην αύξηση των χορηγήσεων, την προσωρινή διεύρυνση του καθαρού περιθωρίου επιτοκίου, τη διαφοροποίηση των εσόδων, τον έλεγχο του κόστους και τη μείωση των προβλέψεων για ζημίες.

Σύμφωνα με την EBA, η μέση απόδοση ενεργητικού (ROA) του κλάδου διαμορφώθηκε στο 1,2% το α’ τρίμηνο του 2026.

Η αύξηση των κερδών συνέβαλε στην ενίσχυση των κεφαλαιακών αποθεμάτων των τραπεζών, με τον δείκτη CET1 να διαμορφώνεται στο 15,2% το α’ τρίμηνο του 2026, από 12,6% τέσσερα χρόνια νωρίτερα.

Ωστόσο, η ποιότητα της κεφαλαιακής βάσης των τραπεζών παραμένει ασθενής, καθώς οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις (DTC) αποτελούν σημαντικό, αν και μειούμενο, μέρος των εποπτικών κεφαλαίων. Τον Δεκέμβριο του 2025, οι DTC αντιστοιχούσαν στο 40,1% του CET1. Οι DTC προβλέπεται να αποσβεστούν σταδιακά έως το 2034.

Πολιτική σταθερότητα παρά τις εκλογικές αβεβαιότητες

Το πολιτικό περιβάλλον της Ελλάδας χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό πολιτικής σταθερότητας τα τελευταία χρόνια. Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας υπό τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη διαθέτει ισχυρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία από τις εκλογές του 2023.

Αυτό επέτρεψε την υιοθέτηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και την ολοκλήρωση στόχων και οροσήμων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, με στόχο την ενίσχυση της ανθεκτικότητας της οικονομίας.

Οι επόμενες βουλευτικές εκλογές θα πρέπει να διεξαχθούν έως το τέλος Ιουλίου του 2027.

Παρότι οι τρέχουσες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ενδέχεται να υπάρξει μια περίοδος δυσκολιών γύρω από τον σχηματισμό κυβέρνησης μετά τις επόμενες εκλογές, η Morningstar DBRS δεν αναμένει σημαντικές ανατροπές στην οικονομική πολιτική μεσοπρόθεσμα, καθώς υπάρχει ευρεία συναίνεση μεταξύ των βασικών πολιτικών κομμάτων σε βασικά ζητήματα πολιτικής, συμπεριλαμβανομένης της δημοσιονομικής πολιτικής.

Η θεσμική ποιότητα της Ελλάδας εξακολουθεί να επηρεάζεται από αδυναμίες στη διακυβέρνηση, όπως η μεγάλη διάρκεια των δικαστικών διαδικασιών. Οι δείκτες διακυβέρνησης της Παγκόσμιας Τράπεζας για την Ελλάδα είναι χαμηλότεροι από εκείνους των περισσότερων χωρών της ΕΕ, ιδιαίτερα στον δείκτη Κράτους Δικαίου.

Ωστόσο, η Morningstar DBRS εκτιμά ότι η θεσμική ποιότητα τα επόμενα χρόνια είναι πιθανό να επωφεληθεί από τις συνεχιζόμενες μεταρρυθμίσεις στη Δικαιοσύνη, όπως η αναθεώρηση του δικαστικού χάρτη και το κτηματολόγιο.

Τα σημεία-“κλειδιά” για περαιτέρω αναβάθμιση

Η Morningstar DBRS θα μπορούσε να προχωρήσει σε αναβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης της Ελλάδας εάν ο λόγος του δημόσιου χρέους μειωθεί σύμφωνα με τις προβλέψεις βραχυπρόθεσμα και αναμένεται να παραμείνει σε σταθερή καθοδική πορεία μεσοπρόθεσμα, στηριζόμενος στις ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις.

Αναβάθμιση θα μπορούσε επίσης να προκύψει από τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων που ενισχύουν τις επενδύσεις και βελτιώνουν τις μακροπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης.

Αντίθετα, η Morningstar DBRS θα μπορούσε να επαναφέρει τις τάσεις σε σταθερές, εάν η προβλεπόμενη μείωση του λόγου του δημόσιου χρέους υπολείπεται σημαντικά των προσδοκιών της.

Υποβάθμιση θα μπορούσε να προκύψει σε περίπτωση παρατεταμένης εξασθένησης της δημοσιονομικής πειθαρχίας, υλοποίησης ενδεχόμενων υποχρεώσεων που θα έθεταν το δημόσιο χρέος σε σταθερά ανοδική τροχιά, αντιστροφής των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων ή σημαντικής επιδείνωσης της εξωτερικής θέσης της Ελλάδας.

Γ.Δ. Παυλόπουλος

Πηγή: capital.gr

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ