Η ζήτηση για καύσιμα παραμένει υψηλή,…

Εισφορά αλληλεγγύης 33% στα πλεονάζοντα κέρδη των διυλιστηρίων έτους 2023 -...

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης

Πρόσθεσε το formedia.gr στη Google

Του Χάρη Φλουδόπουλου

Ένα ιδιότυπο παράδοξο διαμορφώνεται στην παγκόσμια και κυρίως στην ευρωπαϊκή αγορά καυσίμων: την ώρα που η κατανάλωση πετρελαίου και πετρελαϊκών προϊόντων παραμένει σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, η Ευρώπη διαθέτει ολοένα και μικρότερη δυνατότητα να μετατρέπει το αργό πετρέλαιο σε βενζίνη, diesel, αεροπορικά καύσιμα και άλλα προϊόντα που χρειάζεται η οικονομία.

Τα στοιχεία της νέας στατιστικής έκθεσης της FuelsEurope για το 2026 αναδεικνύουν αυτήν ακριβώς την αντίφαση. Παρά την επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης και την ισχυρή ανάπτυξη των ΑΠΕ, το πετρέλαιο εξακολουθεί να αποτελεί τη σημαντικότερη μεμονωμένη πηγή ενέργειας παγκοσμίως. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει η έκθεση, το 2024 αντιπροσώπευε περίπου το 32% της παγκόσμιας ενεργειακής κατανάλωσης. Μάλιστα, μεταξύ 2023 και 2024 η παγκόσμια κατανάλωση πετρελαίου αυξήθηκε κατά 1,3%.

Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η εικόνα στα τελικά πετρελαϊκά προϊόντα. Η παγκόσμια ζήτηση για προϊόντα διύλισης αυξήθηκε κατά 0,81% μεταξύ 2024 και 2025 και διαμορφώθηκε κατά μέσο όρο στα 103,9 εκατ. βαρέλια ημερησίως. Με άλλα λόγια, παρά τη σταδιακή διείσδυση της ηλεκτροκίνησης και των εναλλακτικών καυσίμων, οι ανάγκες της παγκόσμιας οικονομίας σε προϊόντα πετρελαίου όχι μόνο δεν έχουν εξαφανιστεί, αλλά εξακολουθούν να αυξάνονται.
Το κρίσιμο ζήτημα, επομένως, για την ενεργειακή ασφάλεια δεν είναι πλέον μόνο εάν υπάρχει διαθέσιμο αργό πετρέλαιο. Είναι και εάν υπάρχει επαρκής διυλιστική δυναμικότητα ώστε το αργό να μετατραπεί στα καύσιμα που χρειάζονται οι μεταφορές, η αεροπορία, η ναυτιλία, η βιομηχανία και η πετροχημική παραγωγή.

Η Ευρώπη χάνει διυλιστική ισχύ

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται το πρόβλημα για την Ευρώπη. Σύμφωνα με τη FuelsEurope, η ευρωπαϊκή ήπειρος αντιπροσώπευε το 2024 το 14,4% της παγκόσμιας διυλιστικής δυναμικότητας, με περίπου 15 εκατ. βαρέλια ημερησίως. Το μερίδιό της υποχώρησε κατά 0,2 ποσοστιαίες μονάδες μέσα σε έναν χρόνο και πλέον βρίσκεται πολύ πίσω από την περιοχή Ασίας-Ειρηνικού, η οποία συγκεντρώνει το 36,1% της παγκόσμιας δυναμικότητας, αλλά και από τη Βόρεια Αμερική με 21%.

Η μετατόπιση του κέντρου βάρους της διεθνούς βιομηχανίας διύλισης προς την Ασία είναι μία από τις σημαντικότερες αλλαγές της τελευταίας εικοσαετίας. Ενώ η Ευρώπη έκλεινε μονάδες και περιόριζε παραγωγική δυναμικότητα, η Κίνα περίπου διπλασίασε τις δυνατότητες διύλισής της μέσα σε δύο δεκαετίες. Αντίστοιχη είναι η εικόνα σε άλλες παραδοσιακές αγορές: το Ηνωμένο Βασίλειο, που τη δεκαετία του 1970 διέθετε 18 διυλιστήρια, έχει πλέον μόλις τέσσερα, ενώ στις ΗΠΑ δεν έχει κατασκευαστεί από το μηδέν μεγάλο νέο διυλιστήριο εδώ και δεκαετίες.

Η συρρίκνωση της ευρωπαϊκής παραγωγικής βάσης αποτυπώνεται με ακόμη μεγαλύτερη σαφήνεια στα στοιχεία για το 2025. Στο τέλος της χρονιάς λειτουργούσαν συνολικά 72 μεγάλα συμβατικά διυλιστήρια στην ΕΕ των 27, στο Ηνωμένο Βασίλειο, στη Νορβηγία και στην Ελβετία. Από αυτά, τα 66 βρίσκονταν εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μόνο μέσα στο 2025 έκλεισαν δύο διυλιστήρια στο Ηνωμένο Βασίλειο, αφαιρώντας περίπου 13 εκατ. τόνους ετήσιας δυναμικότητας σε σύγκριση με το 2024.

Χάθηκαν 167,6 εκατ. τόνοι δυναμικότητας

Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η μακροπρόθεσμη εικόνα. Τα 72 διυλιστήρια που παρέμεναν σε λειτουργία στο τέλος του 2025 διέθεταν συνολική πρωτογενή δυναμικότητα διύλισης 625,4 εκατ. τόνων ετησίως. Από αυτήν, τα 567,4 εκατ. τόνοι αντιστοιχούσαν στην ΕΕ των 27 και τα υπόλοιπα 58 εκατ. τόνοι σε Ηνωμένο Βασίλειο, Νορβηγία και Ελβετία. 

Σε σύγκριση με το 2009, όμως, έχουν εξαφανιστεί 167,6 εκατ. τόνοι ετήσιας διυλιστικής δυναμικότητας. Πρόκειται για απώλεια άνω του 21% σε σχέση με τη δυναμικότητα που διέθετε η συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή πριν από περίπου μιάμιση δεκαετία. 

Η FuelsEurope καταγράφει ότι από το 2009 έχουν κλείσει ή μετατραπεί 30 από τα περίπου 100 μεγάλα διυλιστήρια που λειτουργούσαν στην Ευρώπη –ως μεγάλα θεωρούνται όσα ξεπερνούν τα 30.000 βαρέλια ημερησίως ή το 1,5 εκατ. τόνους ετησίως. Παράλληλα, τουλάχιστον επτά ευρωπαϊκά διυλιστήρια έχουν περάσει από διαδικασία μετασχηματισμού, εγκαταλείποντας τη συμβατική επεξεργασία πετρελαίου και μετατρεπόμενα σε βιοδιυλιστήρια. 

Πρόκειται ουσιαστικά για μια σταδιακή απομείωση της δυνατότητας της Ευρώπης να καλύπτει με εγχώρια παραγωγή τις ανάγκες της σε πετρελαϊκά προϊόντα.

Η ελληνική εξαίρεση

Ενδιαφέρον παρουσιάζει μέσα σε αυτό το περιβάλλον η θέση της Ελλάδας, η οποία εξακολουθεί να διαθέτει σημαντική διυλιστική βάση σε σχέση με το μέγεθος της εγχώριας αγοράς. 

Σύμφωνα με τη FuelsEurope, στην Ελλάδα λειτουργούν τέσσερα μεγάλα διυλιστήρια, με συνολική πρωτογενή δυναμικότητα 24,9 εκατ. τόνων ετησίως. Συγκριτικά, η Γερμανία διαθέτει 11 διυλιστήρια και δυναμικότητα 98,7 εκατ. τόνων, η Ιταλία εννέα με 78,6 εκατ. τόνους και η Ισπανία οκτώ με 70,6 εκατ. τόνους. Η Γαλλία έχει περιοριστεί σε έξι διυλιστήρια συνολικής δυναμικότητας 57,4 εκατ. τόνων.

Η ελληνική περίπτωση αποκτά έτσι ιδιαίτερη σημασία, καθώς η χώρα διατηρεί μια ισχυρή εξαγωγική διυλιστική βιομηχανία σε μια περίοδο κατά την οποία μεγάλο μέρος της υπόλοιπης Ευρώπης χάνει παραγωγική δυναμικότητα.

Το νέο κέντρο βάρους βρίσκεται στην Ασία

Τα στοιχεία της FuelsEurope δείχνουν ταυτόχρονα προς τα πού μετακινείται η παγκόσμια διύλιση. Η περιοχή Ασίας-Ειρηνικού διαθέτει πλέον δυναμικότητα 37,69 εκατ. βαρελιών ημερησίως, έναντι 21,93 εκατ. βαρελιών στη Βόρεια Αμερική και 15,02 εκατ. βαρελιών στην Ευρώπη. Η Μέση Ανατολή ακολουθεί με 11,72 εκατ. βαρέλια ημερησίως. 

Η αλλαγή αυτή έχει ευρύτερες γεωπολιτικές διαστάσεις. Η διαθεσιμότητα αργού πετρελαίου δεν συνεπάγεται αυτομάτως και διαθεσιμότητα βενζίνης, diesel ή jet fuel. Για να φτάσει το προϊόν στον τελικό καταναλωτή απαιτείται ένας ενδιάμεσος κρίκος –η διύλιση– και όσο μεγαλύτερο μέρος αυτής της δραστηριότητας μεταφέρεται εκτός Ευρώπης τόσο περισσότερο η ήπειρος εξαρτάται από τις διεθνείς ροές έτοιμων προϊόντων. 

Ήδη η Ευρώπη είναι καθαρός εισαγωγέας diesel και αεροπορικών καυσίμων. Αυτό σημαίνει ότι ένα σοκ στη λειτουργία των μεγάλων διυλιστικών κέντρων της Ασίας ή της Μέσης Ανατολής, μια διαταραχή στις θαλάσσιες μεταφορές ή ένα γεωπολιτικό επεισόδιο σε κρίσιμες οδούς μπορεί να επηρεάσει την ευρωπαϊκή αγορά ακόμη και εάν υπάρχει επαρκής προσφορά αργού στις διεθνείς αγορές. 

Τα διυλιστήρια αλλάζουν χαρακτήρα

Η εικόνα, πάντως, δεν είναι μόνο αυτή της συρρίκνωσης. Είναι ταυτόχρονα και εικόνα μετασχηματισμού. Η FuelsEurope επισημαίνει ότι μεγάλος αριθμός ευρωπαϊκών διυλιστηρίων βρίσκεται ενσωματωμένος ή πολύ κοντά σε μονάδες ατμοπυρόλυσης που παράγουν πρώτες ύλες για την πετροχημική βιομηχανία. Αυτό καταδεικνύει ότι τα διυλιστήρια αποτελούν τμήμα μιας πολύ ευρύτερης ευρωπαϊκής βιομηχανικής αλυσίδας και δεν εξυπηρετούν αποκλειστικά την παραγωγή καυσίμων για τις μεταφορές. 

Παράλληλα βρίσκεται σε εξέλιξη η προσπάθεια μετάβασης σε καύσιμα χαμηλότερου ανθρακικού αποτυπώματος. Έως τον Φεβρουάριο του 2026 λειτουργούσαν στην Ευρώπη 24 projects υγρών καυσίμων χαμηλών εκπομπών άνθρακα και ακόμη 25 projects υδρογόνου. 

Αυτός ο μετασχηματισμός εξηγεί εν μέρει και γιατί ο αριθμός των παραδοσιακών διυλιστηρίων μειώνεται. Ωστόσο, το ερώτημα για την ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια είναι κατά πόσο η μείωση της συμβατικής δυναμικότητας εξελίσσεται με ταχύτερο ρυθμό από εκείνον με τον οποίο αναπτύσσονται τα νέα καύσιμα και υποχωρεί η ζήτηση για τα παραδοσιακά προϊόντα. 

Από την ασφάλεια του αργού στην ασφάλεια των καυσίμων

Εδώ βρίσκεται και το βασικό παράδοξο της σημερινής αγοράς. Η ενεργειακή μετάβαση δημιουργεί την προσδοκία μιας ταχείας μείωσης της εξάρτησης από το πετρέλαιο. Στην πραγματικότητα, όμως, η παγκόσμια οικονομία εξακολουθεί να καταναλώνει πάνω από 100 εκατ. βαρέλια προϊόντων ημερησίως, ενώ η Ευρώπη περιορίζει σταθερά την παραγωγική υποδομή που απαιτείται για την κάλυψη αυτής της ζήτησης. 

Το αποτέλεσμα είναι ότι αλλάζει η φύση του ενεργειακού κινδύνου. Για δεκαετίες το βασικό ερώτημα ήταν εάν οι χώρες κατανάλωσης είχαν πρόσβαση σε αρκετό αργό πετρέλαιο. Πλέον αποκτά εξίσου μεγάλη σημασία το εάν διαθέτουν επαρκή δυνατότητα διύλισης ή ασφαλή πρόσβαση σε εισαγόμενα τελικά προϊόντα. 

Και αυτό διότι ένα βαρέλι αργού από μόνο του δεν κινεί ένα φορτηγό, δεν ανεφοδιάζει ένα αεροσκάφος και δεν καλύπτει τις ανάγκες της βιομηχανίας. Χρειάζεται πρώτα να μετατραπεί στο κατάλληλο προϊόν.

Υπό αυτήν την έννοια, η ευρωπαϊκή συζήτηση για την ενεργειακή ασφάλεια δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στην εξασφάλιση των πρώτων υλών. Καθώς η ζήτηση για πετρελαϊκά προϊόντα παραμένει υψηλή και η εγχώρια διυλιστική βάση συρρικνώνεται, η δυνατότητα παραγωγής των καυσίμων που εξακολουθεί να χρειάζεται η οικονομία μετατρέπεται σε κρίσιμο παράγοντα στρατηγικής αυτονομίας.

Πηγή: capital.gr

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ