Η έννοια της αφήγησης τα τελευταία χρόνια, χάρη στο έργο μεγάλων θεωρητικών όπως ο Χάιντεν Ουάιτ, o Πολ Ρικέρ, αλλά και νεότερων ακαδημαϊκών, όπως ο Ιβάν Γιαμπλόνκα, έχει συνδεθεί στενά με την Ιστορία, η οποία βρήκε σε αυτή (και) έναν τρόπο σύνδεσης ατομικού και συλλογικού, κάνοντας έτσι τα γεγονότα όχι μόνο περισσότερο κατανοήσιμα αλλά ταυτόχρονα επικοινωνήσιμα σε ένα αρκετά ευρύ κοινό. Το βιβλίο των Βενσάν Αζουλέ και Πολέν Ισμάρ, γνωστών σε εμάς από τον «Περικλή» του πρώτου και τον «Καθρέφτη του Οιδίποδα» του δεύτερου (εκδ. Πόλις), Αθήνα 403, με τον υπότιτλο «Η ιστορία ως χορικό», μεταφρασμένο από τον Δημήτρη Δημακόπουλο, έρχεται να προστεθεί σε αυτή την παράδοση, εστιάζοντας σε ένα σημαντικό για τη δημοκρατική Αθήνα του 5ου αι. π.Χ. γεγονός, την τυραννία των Τριάκοντα.
Το έργο οργανώνεται γύρω από μια συνειδητή ρήξη με τη συμβατική, γραμμική ιστορική αφήγηση των γεγονότων του 403 π.Χ., όπως αυτή έχει παγιωθεί στην ιστοριογραφική παράδοση. Αντί να προχωρούν σε μια ενιαία εξιστόρηση ή σε μια αυστηρή ανάλυση «παρατάξεων» και πολιτικών ομάδων, οι συγγραφείς επιλέγουν ένα πολυκεντρικό και «χορωδιακό» στήσιμο του κειμένου, το οποίο βασίζεται στην εναλλαγή δέκα προσώπων, άλλοτε ιστορικά αναγνωρίσιμων, όπως ο Κριτίας ή ο Θρασύβουλος, κι άλλοτε περιθωριακών, που λειτουργούν ως αφηγηματικοί άξονες. Κάθε κεφάλαιο, λοιπόν, συγκροτεί ένα αυτόνομο αλλά και διασυνδεδεμένο επεισόδιο, μέσα από το οποίο αναδύεται ένα διαφορετικό κοινωνικό και πολιτικό «σύνολο», ενώ σταδιακά συντίθεται μια πολυφωνική εικόνα της αθηναϊκής κοινωνίας της εποχής. Η δομή αυτή, θα λέγαμε, ενσαρκώνει τη βασική μεθοδολογική επιλογή των συγγραφέων: την απόρριψη των σταθερών συλλογικών κατηγοριών και την αντικατάστασή τους από ρευστές, μεταβαλλόμενες μορφές συνύπαρξης και συμμετοχής στην ιστορική εμπειρία.
Η μεθοδολογική επιλογή των συγγραφέων συνδέεται άρρηκτα με τον τρόπο με τον οποίο χειρίζονται το υλικό των πηγών και, κυρίως, με τη συνειδητή αξιοποίηση της ιστορικής αφήγησης ως εργαλείου ερμηνείας. Για τους συγγραφείς, οι πηγές δεν είναι ουδέτερα τεκμήρια μιας ήδη δεδομένης πραγματικότητας, αλλά αφετηρίες για τη συγκρότηση πολλαπλών ιστορικών αφηγήσεων, μέσα από τις οποίες αναδεικνύονται διαφορετικές οπτικές της κοινωνίας των Αθηνών. Στο πλαίσιο αυτό, η χρήση αναλογιών και αναχρονιστικών παραλληλισμών, αν και μπορεί να εγείρει ενστάσεις ως προς την ιστορική αυστηρότητα, εντάσσεται σε μια συνειδητή θεωρητική επιλογή που επιδιώκει να γεφυρώσει διαφορετικά χρονικά επίπεδα και καθεστώτα και να καταστήσει ορατές δομές πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης πέρα από το στενό ιστορικό γεγονός. Παράλληλα, η μεταφορά του «Χορού» λειτουργεί ως κεντρικό ερμηνευτικό σχήμα: επιτρέπει να ιδωθεί η αθηναϊκή κοινωνία ως ένα δυναμικό πεδίο σχέσεων, εντός του οποίου τα άτομα εντάσσονται σε προσωρινές, μεταβαλλόμενες και συχνά αλληλοεπικαλυπτόμενες συλλογικότητες.
Μέσα από αυτή τη μεθοδολογική και αφηγηματική επιλογή, αναδεικνύεται με ιδιαίτερη ένταση η πολυφωνία της αθηναϊκής κοινωνίας του 403 π.Χ., ως ιστορική συνθήκη που προκύπτει από την ίδια τη δομή των γεγονότων και των τρόπων με τους οποίους αυτά μνημονεύονται, ερμηνεύονται και αφηγούνται. Η πόλη δεν παρουσιάζεται στους αναγνώστες του έργου ως ένα ενιαίο και συνεκτικό πολιτικό σώμα, αλλά ως ένα πεδίο διαρκών ανακατατάξεων, ένα πεδίο όπου διαφορετικές συλλογικότητες συγκροτούνται προσωρινά γύρω από πρόσωπα, πρακτικές και συγκυρίες. Από τη μία πλευρά λ.χ., η μορφή του Κριτία, όπως αναδεικνύεται μέσα από την αρχαία παράδοση, συμπυκνώνει τη βίαιη και υπερθετική ηθικοποίηση της ολιγαρχικής εξουσίας, λειτουργώντας ως συμβολική φιγούρα που απορροφά και εκφράζει τον τρόμο της τυραννικής εμπειρίας. Από την άλλη, η σκηνή της επιστροφής των δημοκρατικών δυνάμεων με τον Θρασύβουλο στην Ακρόπολη αποκαλύπτει μια διαφορετική όψη της πόλης: ένα ετερογενές πλήθος που συνυπάρχει στην ίδια τελετουργική στιγμή, κατά την οποία πολίτες, ξένοι, δούλοι και απελεύθεροι εντάσσονται σε μια κοινή αλλά εύθραυστη πολιτική πράξη, ενώ ταυτόχρονα ορισμένες ομάδες, όπως είναι οι γυναίκες, παραμένουν σχεδόν πλήρως αόρατες. Η αντιπαραβολή ακριβώς αυτών των δύο εικόνων αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο η ιστορική μνήμη και η αφηγηματική ανασύνθεση οργανώνουν την κοινωνική πραγματικότητα μέσα από επιλογές ένταξης και αποκλεισμού. Ετσι, η Αθήνα του 403 π.Χ. προβάλλει ως ένα πολυκεντρικό και ρευστό σύνολο, όπου η πολιτική σύγκρουση, η κοινωνική διαφοροποίηση και η τελετουργική επανένταξη της πόλης συνυπάρχουν, συγκροτώντας μια ιστορική εμπειρία βαθιά πολυφωνική και εσωτερικά αντιφατική.
Οι συγγραφείς στο κλείσιμο του βιβλίου τους διερωτώνται: «Είναι δυνατόν να εξετάσουμε την πόλη και το σύνολο των ομάδων που την απαρτίζουν σαν χορωδιακό τραγούδι;» (σ. 380). Το ερώτημα αυτό μπορεί εύκολα να χαρακτηριστεί συμπύκνωση της συνολικής τους προσπάθειας να επανασχεδιάσουν τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε την αθηναϊκή κοινωνία του 403 π.Χ. Η μεταφορά του «Χορού» προτείνει έναν εναλλακτικό τρόπο ιστορικής κατανόησης, σύμφωνα με τον οποίο η πόλη γίνεται αντιληπτή ως ένα πλέγμα σχέσεων και φωνών που συνυπάρχουν, αλληλεπιδρούν και διαμορφώνουν διαρκώς μεταβαλλόμενες μορφές συλλογικότητας. Στο πλαίσιο αυτό, η αξία του βιβλίου είναι πρωτίστως θεωρητική, καθώς συμβάλλει ουσιαστικά στον επαναπροσδιορισμό της ιστορικής γραφής ως πολυφωνικής και αφηγηματικά συγκροτημένης διαδικασίας, αναδεικνύοντας τα όρια των παραδοσιακών διχοτομικών μοντέλων ερμηνείας της αρχαιότητας. Ταυτόχρονα, η αναγνωστική εμπειρία που προσφέρει είναι εξίσου σημαντική, καθώς το κείμενο συνδυάζει τη φιλολογική ακρίβεια με μια ζωντανή, αφηγηματική ροή που επιτρέπει στον αναγνώστη να προσεγγίσει την ίδια την ιστορική πραγματικότητα ως ένα πολυσύνθετο και δυναμικό πεδίο ανθρώπινων εμπειριών και σχέσεων.
Ο Μάριος-Κυπαρίσσης Μώρος διδάσκει στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας
Vincent Azoulay, Paulin Ismard
Αθήνα 403
Η ιστορία ως χορικό
Μτφ. Δημήτρης Δημακόπουλος
Εκδ Πόλις 2025, σελ. 550
Τιμή 22 ευρώ
Πηγή: tanea.gr



