Με το πολιτικό θερμόμετρο να ανεβαίνει και την κυβέρνηση να εισέρχεται σταδιακά σε εκλογική ετοιμότητα, η παρουσίαση για το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης 2026-2030 απέκτησε αναπόφευκτα χαρακτήρα πολιτικής εξαγγελίας. Τα 23 δισ. ευρώ εθνικών πόρων παρουσιάστηκαν ως η χρηματοδοτική γέφυρα προς την Ελλάδα του 2030, με επενδύσεις, περιφερειακή σύγκλιση, κοινωνική συνοχή, νέες υποδομές και πράσινη και ψηφιακή μετάβαση.
Το ερώτημα για το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης
Το κρίσιμο ερώτημα που δημιουργείται από την εμπειρία διαχείρισης αντίστοιχων αναπτυξιακών πακέτων, είναι εάν ο κρατικός μηχανισμός που θα κληθεί να το διαχειριστεί έχει ξεπεράσει τις αδυναμίες οι οποίες καθυστέρησαν, περιόρισαν ή ακύρωσαν έργα του Ταμείου Ανάκαμψης και προηγούμενων επενδυτικών προγραμμάτων.
Η ίδια η σύνθεση του ΕΠΑ αποκαλύπτει τον πρώτο μεγάλο προβληματισμό, με το συνολικό πακέτο, περίπου 5,8 δισ. ευρώ προορίζονται για την κάλυψη υποχρεώσεων και την ολοκλήρωση έργων της περιόδου 2021-2025. Σχεδόν το ένα τέταρτο του ποσού που προβλήθηκε ως η αναπτυξιακή δύναμη της επόμενης περιόδου αφορά εκκρεμότητες του παρελθόντος. Η κυβέρνηση είχε αρχικά προσδιορίσει το νέο πρόγραμμα στα 16,6 δισ. ευρώ, με πρόσθετους πόρους 5,8 δισ. για τα παλαιά έργα, πριν το συνολικό ύψος του παρουσιαστεί στρογγυλοποιημένο στα 23 δισ. ευρώ.

Το βάρος των έργων που μεταφέρονται
Η μεταφορά έργων από μία προγραμματική περίοδο στην επόμενη δεν είναι από μόνη της ασυνήθιστη, γίνεται όμως προβληματική όταν μετατρέπεται σε μόνιμο μηχανισμό απόκρυψης καθυστερήσεων στην υλοποίηση του προγράμματος . Έργα εντάσσονται, δεν ωριμάζουν εγκαίρως, δεν δημοπρατούνται ή εμπλέκονται σε αδειοδοτήσεις και προσφυγές και τελικά περνούν στο επόμενο πρόγραμμα, δεσμεύοντας πόρους που θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν νέες ανάγκες.
Αυτή είναι και η ουσία της προειδοποίησης που διατυπώθηκε από παράγοντες της αυτοδιοίκησης κατά την παρουσίαση του προγράμματος. Οι αργές εγκρίσεις, οι επικαλύψεις ελέγχων και η άρνηση διαφορετικών υπηρεσιών να αναγνωρίσουν η μία τις διαδικασίες της άλλης δημιουργούν έναν διοικητικό λαβύρινθο. Η «ακυρομανία», όπως είπε χαρακτηριστικά ο περιφερειάρχης Νοτίου Αιγαίου και προέδρος της Ένωσης Περιφερειών Ελλάδας, Γιώργος Χατζημάρκος, δηλαδή η ευκολία με την οποία ένα έργο μπορεί να μπλοκαριστεί, να ακυρωθεί ή να επιστρέψει στην αφετηρία, δεν αποτελεί απλώς θεσμική δυσλειτουργία. Μεταφράζεται σε υποδομές που δεν κατασκευάζονται, ανάγκες που μένουν ακάλυπτες και παραγωγικό δυναμικό που χάνεται.
Το νέο πρόγραμμα περιλαμβάνει σχεδόν ολόκληρο το λεξιλόγιο της σύγχρονης αναπτυξιακής πολιτικής, όπως είναι η τεχνητή νοημοσύνη, η καινοτομία, η πολιτική προστασία, η πράσινη μετάβαση, η οδική ασφάλεια, η κοινωνική ένταξη και η περιφερειακή ανάπτυξη. Αυτό που δεν έχει ακόμη παρουσιαστεί με την ίδια σαφήνεια είναι ο δεσμευτικός χάρτης υλοποίησης. Ποια έργα προηγούνται, ποια είναι ώριμα, ποιοι είναι οι μετρήσιμοι στόχοι ανά περιφέρεια και ποιος λογοδοτεί όταν ένα χρονοδιάγραμμα εκτροχιάζεται.
Στο τέλος του 2025 είχε χρησιμοποιηθεί περίπου το 39,1% του συνολικού ελληνικού πακέτου από το RRF, έναντι 53,7% στην Ε.Ε
Το προηγούμενο του Ταμείου Ανάκαμψης
Το Ταμείο Ανάκαμψης προσφέρει το πιο πρόσφατο και χρήσιμο τεστ αξιοπιστίας. Η Ελλάδα εξασφάλισε συνολικούς πόρους περίπου 36 δισ. ευρώ, από τους οποίους 18,2 δισ. ήταν επιχορηγήσεις και 17,7 δισ. δάνεια. Η υψηλή αξία του προγράμματος, όμως, δεν κρίνεται από τις εκταμιεύσεις προς το Δημόσιο, αλλά από το πόσο γρήγορα και αποτελεσματικά οι πόροι μετατράπηκαν σε ολοκληρωμένες επενδύσεις, υποδομές και μεταρρυθμίσεις.
Τα στοιχεία που συνοδεύουν την πορεία του προγράμματος εμφανίζουν την Ελλάδα κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στην πραγματική αξιοποίηση των πόρων. Στο τέλος του 2025 είχε χρησιμοποιηθεί περίπου το 39,1% του συνολικού ελληνικού πακέτου, έναντι 53,7% στην Ε.Ε., ενώ οι παραγωγικές επενδύσεις αντιστοιχούσαν στο 13,3% των διαθέσιμων πόρων, έναντι 18,5% κατά μέσο όρο στην Ένωση. Η απόσταση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή δείχνει ότι η επιτυχία ενός προγράμματος δεν ταυτίζεται με την ταμειακή απορρόφηση.
Ο κίνδυνος είναι προφανής, καθώς το ήδη υπερφορτωμένο σύστημα θα κληθεί να επιλέγει έργα όχι με βάση την αναπτυξιακή τους απόδοση, αλλά με κριτήριο πόσο εύκολα συμβασιοποιούνται και πληρώνονται
Παράλληλα, οι διαδοχικές αναθεωρήσεις του «Ελλάδα 2.0» οδήγησαν σε απεντάξεις, μειώσεις φυσικού αντικειμένου και χαμηλότερους ποσοτικούς στόχους. Από έργα ύδρευσης και σιδηροδρομικών υποδομών έως δίκτυα 5G, ηλεκτρονικά διόδια, ενεργειακές ανακαινίσεις και ψηφιακό εξοπλισμό μικρομεσαίων επιχειρήσεων, η πίεση του χρόνου επέβαλε σε πολλές περιπτώσεις την αντικατάσταση του αρχικού σχεδιασμού με παρεμβάσεις ευκολότερης εκτέλεσης.
Η κυβέρνηση απορρίπτει την κριτική και επιμένει ότι δεν θα χαθεί ούτε ένα ευρώ. Η τελική αξιολόγηση, όμως, δεν θα βασιστεί στις δηλώσεις. Η Κομισιόν έχει καταστήσει σαφές ότι όλα τα ορόσημα και οι στόχοι πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί έως τις 31 Αυγούστου 2026. Εάν κάποιος στόχος δεν εκπληρωθεί ικανοποιητικά, προβλέπεται διαδικασία αναλογικής μείωσης της χρηματοδοτικής συνεισφοράς ή του δανείου. Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε ήδη προειδοποιήσει από το 2025 ότι ο ρυθμός εφαρμογής των εθνικών σχεδίων δεν επαρκούσε για την ολοκλήρωση όλων των δεσμεύσεων εγκαίρως.


Η δοκιμασία της επόμενης ημέρας
Το ΕΠΑ καλείται να λειτουργήσει ως βασικός αναπτυξιακός μηχανισμός μετά τη λήξη του Ταμείου Ανάκαμψης. Θα ξεκινήσει, όμως, ενώ οι ίδιες υπηρεσίες θα προσπαθούν να κλείσουν παλαιά έργα, να ολοκληρώσουν το ΕΣΠΑ και να διαχειριστούν τις τελευταίες εκκρεμότητες του «Ελλάδα 2.0». Ο κίνδυνος είναι προφανής, καθώς το ήδη υπερφορτωμένο σύστημα θα κληθεί να επιλέγει έργα όχι με βάση την αναπτυξιακή τους απόδοση, αλλά με κριτήριο πόσο εύκολα συμβασιοποιούνται και πληρώνονται. Να χρηματοδοτεί αποσπασματικές παρεμβάσεις αντί για ολοκληρωμένες υποδομές και να μετρά την επιτυχία σε ευρώ που δαπανήθηκαν, αντί σε παραγωγικότητα, ανθεκτικότητα και ποιότητα ζωής.
Τα 23 δισ. ευρώ αποτελούν ισχυρό χρηματοδοτικό απόθεμα, αλλά σίγουρα απέχουν ακόμα μέχρι να αποτελέσουν χειροπιαστό αναπτυξιακό αποτέλεσμα, κάτι που θα κριθεί από τα έργα που θα ολοκληρωθούν, από τη γεωγραφική κατανομή τους και από το εάν το νέο πρόγραμμα θα σπάσει τον κύκλο των παρατάσεων και των μεταφερόμενων εκκρεμοτήτων.
Πηγή: ot.gr





