Του Κώστα Κατίκου
Χαμηλά παραμένει η παραγωγικότητα της εργασίας στην ελληνική οικονομία και, παρά τη βελτίωση των δεικτών στην τριετία 2022-2024, δεν έχει επιστρέψει στα προ κρίσης επίπεδα. Στις μικρές επιχειρήσεις, μάλιστα, η παραγωγικότητα υπολείπεται του εθνικού μέσου όρου, γεγονός που αντανακλά και σε χαμηλά επίπεδα ανταγωνιστικότητας.
Παρά το γεγονός ότι η ελληνική οικονομία καταγράφει τους υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης στην Ευρωζώνη τα τελευταία χρόνια, ενώ έχει πετύχει σημαντική μείωση της ανεργίας, στα επίπεδα του 8,6% τον Οκτώβριο του 2025, από 16,8% που ήταν το φθινόπωρο του 2019 και 25% το φθινόπωρο του 2015, η παραγωγικότητα της εργασίας δεν ακολούθησε τους ίδιους ανοδικούς ρυθμούς.
Πέντε είναι οι λόγοι που κρατούν χαμηλά την παραγωγικότητα, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου για το 2024:
1. Η επιδείνωση των δημογραφικών δεικτών και κυρίως η γήρανση του πληθυσμού, καθώς αποτελεί τροχοπέδη στην ανανέωση του εργατικού δυναμικού και, κατ’ επέκταση, στην ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Η ανάσχεση των επιπτώσεων του δημογραφικού εκτιμάται ότι θα επιτρέψει την αύξηση των μισθών και, άρα, τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων κατά τρόπο βιώσιμο, δηλαδή χωρίς να πλήττεται η ανταγωνιστικότητα και η βιωσιμότητα των επιχειρήσεων.
2. Η ανάγκη για περισσότερες επενδύσεις σε σύγχρονο κεφαλαιουχικό εξοπλισμό, υψηλή τεχνολογία και καινοτομία, όπως και η ενίσχυση της ψηφιακής μετάβασης, που μπορούν να συμβάλουν στη βελτίωση της παραγωγικότητας χωρίς αύξηση των ωρών εργασίας των εργαζομένων.
3. Η ανάγκη για περαιτέρω βελτίωση των μεθόδων οργάνωσης των επιχειρήσεων, όπως και η υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών που θεραπεύουν σημαντικές αναντιστοιχίες δεξιοτήτων και διευκολύνουν τη μεταφορά ανθρώπινου δυναμικού από τομείς χαμηλής σε τομείς υψηλότερης παραγωγικότητας.
4. Η ανάγκη για πλήρη διασύνδεση των πανεπιστημίων με την αγορά εργασίας, ώστε να μειωθεί το χάσμα μεταξύ δεξιοτήτων και εκπαίδευσης και να αντιμετωπιστεί η έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού.
5. Η χαμηλή ροή επαναπατρισμού των Ελλήνων που έφυγαν και εργάζονται στο εξωτερικό, αλλά και η μικρή συμμετοχή των γυναικών και των νέων στην αγορά εργασίας. Για τις δύο αυτές κατηγορίες θα πρέπει να προβλεφθούν κατάλληλα κίνητρα για να ενταχθούν ή να επαναπατριστούν στην ελληνική αγορά εργασίας.
Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ), η παραγωγικότητα ανά ώρα εργασίας το 2024 βρίσκεται περίπου 14% χαμηλότερα από το 2009, ενώ η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο είναι ακόμα χαμηλότερα, περίπου 18% κάτω από το επίπεδο βάσης του 2009.
Ωστόσο την τριετία 2022-2024 η παραγωγικότητα σημείωσε αύξηση, υψηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Είναι όμως μακριά από την πραγματική σύγκλιση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές οικονομίες. Το 2024 η παραγωγικότητα της εργασίας παρουσίασε αύξηση κατά 0,8% σε σχέση με το 2023 και, από τις 96,73 μονάδες, ανήλθε στις 97,51 μονάδες.
Σε κλαδικό επίπεδο, η εικόνα είναι ιδιαίτερα ανομοιογενής. Ο πρωτογενής τομέας εμφανίζει μεγάλες διακυμάνσεις, η βιομηχανία παραμένει κοντά στο επίπεδο του 2009 (έτος βάσης = 100 μονάδες), ενώ οι κατασκευές παρουσιάζουν τη βαθύτερη πτώση, αγγίζοντας το 2014 τις 51,97 μονάδες. Ο κλάδος εμπορίου – μεταφορών -εστίασης παραμένει σε μόνιμα χαμηλή τροχιά (61,47 το 2024), ενώ η ενημέρωση – επικοινωνία επίσης δεν έχει ανακάμψει.
Αντίθετα, οι χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες αποτελούν τον μοναδικό τομέα που υπερβαίνει σαφώς το προ κρίσης επίπεδο, φτάνοντας τις 107,08 μονάδες το 2024. Ένα ενδιαφέρον συμπέρασμα που προκύπτει από τα στοιχεία αυτά είναι ότι οι διεθνώς εμπορεύσιμοι κλάδοι (πρωτογενής τομέας και βιομηχανία) επηρεάστηκαν σε μικρότερο βαθμό.
Πώς επηρεάζονται οι αποδοχές από την παραγωγικότητα
Η παραγωγικότητα επηρεάζει και τους μισθούς. Χαμηλή παραγωγικότητα σημαίνει και χαμηλούς μισθούς, με μικρότερες αυξήσεις. Όπως αποκαλύπτεται στην τελευταία έκθεση του ΟΟΣΑ για τις συντάξεις (Pensions at a Glance 2025), οι μισθοί στις χώρες του ΟΟΣΑ ήταν κατά μέσο όρο 44.439 δολάρια το 2024, ενώ στην Ελλάδα οι μέσες ετήσιες αποδοχές από μισθωτή εργασία ήταν 26.220 δολάρια. Στις μέσες αποδοχές περιλαμβάνονται τα μικτά ποσά προ φόρων και ασφαλιστικών κρατήσεων, με επιδόματα, υπερωρίες και τα Δώρα όσον αφορά τους εργαζομένους του ιδιωτικού τομέα.
Το μέγεθος της επιχείρησης, από την άλλη, αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την παραγωγικότητα, με τις μεγάλες εταιρείες να υπερέχουν ξεκάθαρα των μικρότερων. Οι επιχειρήσεις με πάνω από 250 εργαζομένους στην Ελλάδα παράγουν περίπου διπλάσιο προϊόν ανά ώρα σε σχέση με εκείνες των 10-19 εργαζομένων, ενώ είναι κατά 75% πιο παραγωγικές από τις μεσαίες επιχειρήσεις και περίπου κατά ένα τρίτο πιο παραγωγικές από όσες απασχολούν 100-249 άτομα, επισημαίνεται στην έκθεση του ΚΕΦΙΜ.
Στις μεγάλες επιχειρήσεις με πάνω από 250 εργαζομένους η πραγματική παραγωγικότητα ήταν περίπου 51.000 ευρώ ανά εργαζόμενο το 2023, παρουσιάζοντας σημαντική ανάκαμψη τα τελευταία δύο χρόνια.
Οι επιχειρήσεις με 50-249 εργαζομένους σταθεροποιούνται γύρω στα 41.000 ευρώ, ενώ ακολουθούν οι επιχειρήσεις με 10-49 εργαζομένους, που κινούνται γύρω στα 31.000 ευρώ ανά εργαζόμενο.
Το χάσμα μεταξύ των μικρών και των μεγάλων επιχειρήσεων γίνεται ακόμα πιο εμφανές στα πολύ μικρά μεγέθη. Επιχειρήσεις με 1-9 εργαζομένους παραμένουν καθηλωμένες σε επίπεδα κοντά στα 11.000 ευρώ, παρουσιάζοντας οριακή βελτίωση μόνο μετά το 2021.
Πηγή: capital.gr





