Του Κώστα Κατίκου
Αυξάνεται σε 3 έτη από 2 που είναι τώρα ο χρόνος που θα έχουν στη διάθεσή τους οι δημόσιοι υπάλληλοι για να διεκδικήσουν επιπλέον μισθούς από το Δημόσιο στις περιπτώσεις που παραβιάζεται η αρχή της ίσης αμοιβής. Μετά την τριετία οι διεκδικήσεις θα παραγράφονται.
Η νέα ρύθμιση περιλαμβάνεται στο άρθρο 19 του νόμου 5316/2026 του υπουργείου Εργασίας με το οποίο θεσπίζονται κανόνες για την ίση αμοιβή στην εργασία τόσο για τον ιδιωτικό όσο και για τον δημόσιο τομέα.
Η επέκταση κατά ένα έτος της παραγραφής των αξιώσεων των δημοσίων υπαλλήλων ισχύει κατ΄εξαίρεση μόνο για τις περιπτώσεις που μπορεί να διαπιστωθεί παραβίαση της αρχής ίσης αμοιβής, ενώ για όλες τις υπόλοιπες διεκδικήσεις ο χρόνος παραγραφής μένει στα 2 έτη.
Στον ιδιωτικό τομέα, οι αξιώσεις εργαζομένων για δεδουλευμένους μισθούς, επιδόματα, υπερωρίες, αποζημιώσεις και γενικά κάθε απαίτηση που απορρέει από τη σύμβαση εργασίας παραγράφονται, κατά κανόνα, μετά την παρέλευση πέντε ετών. Στον ίδιο χρόνο (5ετία) παραμένει και η παραγραφή των αξιώσεων που τυχόν γεννηθούν μετά την εφαρμογή του νόμου για την καταβολή ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία.
Τι ισχύει για τους συνταξιούχους
Για τους συνταξιούχους, η νομοθεσία εξακολουθεί να προβλέπει ότι οι αξιώσεις για καθυστερούμενες συντάξεις, αναδρομικά ποσά σύνταξης, επιδόματα, βοηθήματα, καθώς και οι αντίστοιχες απαιτήσεις των κληρονόμων συνταξιούχων, παραγράφονται μετά την παρέλευση δύο ετών.
Η ίδια διετής προθεσμία ισχύει ακόμη και όταν έχουν εκδοθεί οι σχετικές πράξεις κανονισμού της σύνταξης αλλά δεν έχουν καταβληθεί τα ποσά που οφείλονται.
Η διετής παραγραφή των αξιώσεων κατά του Δημοσίου από τους συνταξιούχους αφορά ακόμη τις εξής κατηγορίες διεκδικήσεων:
*Αναδρομικά από επανυπολογισμό σύνταξης, και ποσά που προκύπτουν από λανθασμένο υπολογισμό της σύνταξης.
*Επιδόματα που δεν καταβλήθηκαν.
*Διαφορές σύνταξης που διαπιστώνονται εκ των υστέρων.
*Ποσά που οφείλονται μετά από μεταβολή της συνταξιοδοτικής κατάστασης.
Εάν ο συνταξιούχος δεν προχωρήσει εγκαίρως στις απαραίτητες ενέργειες, το Δημόσιο μπορεί να προβάλλει την ένσταση της παραγραφής και η απαίτηση να χαθεί οριστικά.
Γενικός κανόνας του νόμου είναι ότι η παραγραφή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε η απαίτηση και ήταν δυνατή η δικαστική διεκδίκησή της.
Οι συνταξιούχοι μπορούν να προστατεύσουν τις αξιώσεις τους, και να μη χάσουν το δικαίωμα σε διεκδίκηση χρημάτων, διακόπτοντας το χρόνο της παραγραφής ώστε να μην εκπνεύσει η διετία, εφόσον εντός της διετίας προβούν σε μια από τις παρακάτω ενέργειες:
1.Κατάθεση αγωγής στο αρμόδιο δικαστήριο.
2.Υποβολή αίτησης στην αρμόδια δημόσια υπηρεσία για την καταβολή της οφειλής.
3.Υποβολή αίτησης στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους για αναγνώριση της απαίτησης.
Αν ο ενδιαφερόμενος υποβάλει αίτηση στην αρμόδια υπηρεσία για την ικανοποίηση της απαίτησής του, η παραγραφή διακόπτεται. Εάν η υπηρεσία δεν απαντήσει, η παραγραφή αρχίζει εκ νέου μετά την παρέλευση έξι μηνών από την υποβολή της αίτησης. Αν όμως υποβληθεί δεύτερη ίδια αίτηση, αυτή δεν διακόπτει εκ νέου την παραγραφή εκτός αν γίνει προσφυγή σε δικαστήριο.
Η παραγραφή μπορεί επίσης να ανασταλεί στις περιπτώσεις που προβλέπει ο Αστικός Κώδικας, καθώς και όταν ο δικαιούχος, λόγω ανωτέρας βίας, αδυνατεί να ασκήσει το δικαίωμά του κατά το τελευταίο εξάμηνο της προθεσμίας.
Η συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής σημαίνει ότι η απαίτηση δεν μπορεί πλέον να διεκδικηθεί δικαστικά, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για συμψηφισμό με οφειλές προς το Δημόσιο, ενώ ακόμη και αν το Δημόσιο καταβάλει χρήματα μετά την παραγραφή, διατηρεί δικαίωμα να τα αναζητήσει ως αχρεωστήτως καταβληθέντα,
Η διετής παραγραφή είναι ιδιαίτερα σύντομη και γι’ αυτό όσοι διαπιστώνουν ότι υπάρχουν εκκρεμή αναδρομικά ή διαφορές στη σύνταξή τους δεν θα πρέπει να αναμένουν την αυτόματη διόρθωση από τη διοίκηση. Η έγκαιρη υποβολή αίτησης προς τον αρμόδιο φορέα ή η άσκηση των προβλεπόμενων ένδικων μέσων μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική για τη διατήρηση του δικαιώματος διεκδίκησης των οφειλόμενων ποσών.
Πηγή: capital.gr






