Ο μουσικός παραγωγός, τεχνικός ήχου και συνθέτης Γιώργος Παπαδόπουλος ζει τα τελευταία έξι χρόνια στο Λονδίνο, έχοντας πλέον το δικό του στούντιο, όπου συνεργάζεται με πλήθος καλλιτεχνών από όλο τον κόσμο. Γνωριστήκαμε στη διάρκεια μιας sold out συναυλίας της Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης και του Βασίλη Βαρβαρέσου, του οποίου υπήρξε φοιτητής στο Κρατικό Ωδείο και με τον οποίο είναι στενοί συνεργάτες μέχρι σήμερα.
Αριστούχος απόφοιτος του Τμήματος Μουσικής Επιστήμης και Τέχνης του Πανεπιστημίου Μακεδονίας και κάτοχος Πτυχίου Πιάνου, από την τάξη του Νίκου Κυριόσογλου και Πτυχίου Αντίστιξης από το Κ.Ω.Θ., με μεταπτυχιακό στη «Σύνθεση για τον Κινηματογράφο, το Θέατρο και τις Τέχνες της Παράστασης» από το Ιόνιο Πανεπιστήμιο συνεργάστηκε ως τεχνικός ήχου με κορυφαίους πολιτιστικούς φορείς και θεσμούς.
Αεικίνητος και πολυπράγμων ως συνθέτης και μουσικός παραγωγός, ο Γιώργος Παπαδόπουλος έχει δημιουργήσει πρωτότυπη μουσική και sound design για θεατρικές παραστάσεις, ταινίες μικρού και μεγάλου μήκους στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Ανάμεσα στις σημαντικότερες συνεργασίες του συγκαταλέγεται το ντοκιμαντέρ μεγάλου μήκους Palimpsest (2021), παραγωγής της Checkerboard Film Foundation, σε συνεργασία με τον πιανίστα και συνθέτη Βασίλη Βαρβαρέσο, το οποίο είναι αφιερωμένο στη ζωή και το έργο της Julie Mehretu.
Περίπου έξι χρόνια πριν αποφάσισε να αφήσει τη χώρα μας και να παρακολουθήσει το εκπαιδευτικό πρόγραμμα των Abbey Road Studios για τη μουσική παραγωγή στη βρετανική πρωτεύουσα. Και κάπως έτσι βρέθηκε να εργάζεται στο ίσως διασημότερο στούντιο ηχογραφήσεων του πλανήτη, μια εμπειρία ζωής που θα τον ακολουθεί.
Στη μακρά λίστα καλλιτεχνών που έχει συνεργαστεί ο ίδιος δουλεύοντας στα Abbey Road Studios, συμπεριλαμβάνονται κορυφαία ονόματα της παγκόσμιας μουσικής όπως ο Andrew Lloyd Webber και ο Tom Odel και παραγωγές για το West End, το Netflix, το BBC, τη Sony και τη Universal.
Έπειτα συνέχισε στο εξειδικευμένο για Dolby Atmos στούντιο της Μusic Immersive, κάνοντας μίξειςγια βραβευμένους καλλιτέχνες όπως oι Robbie Williams, David Guetta, Gorillaz, Lola Young, Chemical Brothers, Billy Joel και ο James Blunt, η Φιλαρμονική του Los Angeles υπό τη διεύθυνση του σπουδαίου Gustavo Dudamel, το σάουντρακ της ταινίας Barbie κ.α..
Η μουσική που συνέθεσε για την ταινία κινουμένων σχεδίων μικρού μήκους Tale of Water διακρίθηκε ως φιναλίστ στον διαγωνισμό του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, ενώ η ταινία επιλέχθηκε να εκπροσωπήσει την Ελλάδα στο Annecy International Animation Film Festival.
Τον συνάντησα ξανά στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, λίγο πριν επιστρέψει στη δημιουργική του καθημερινότητα στο Λονδίνο.
Από τη Θεσσαλονίκη στο Λονδίνο και τελικά στα Abbey Road Studios. Τι ήταν πιο δύσκολο τελικά; Η μετακόμιση ή η προσαρμογή στη νοοτροπία της μουσικής βιομηχανίας εκεί;
Όσο ήμουν στην Ελλάδα, είχα την αίσθηση ότι όλα αυτά – τα μεγάλα στούντιο, οι σπουδαίοι συνθέτες, αυτή η μουσική πραγματικότητα – υπήρχαν σε ένα παράλληλο σύμπαν, πολύ μακριά από εμάς. Η γνωριμία μου με ανθρώπους, που είχαν ήδη κάνει αυτή τη διαδρομή με έκανε να καταλάβω ότι υπάρχει μια τελείως διαφορετική πραγματικότητα εκτός Ελλάδας και ότι μπορώ κι εγώ να γίνω μέρος της. Έτσι αποφάσισα να φύγω για το Λονδίνο, παρότι υπήρχε φόβος, ανησυχία και αρκετό άγχος από το περιβάλλον μου. Τελικά, το πιο δύσκολο δεν ήταν μόνο η μετακόμιση, αλλά το να ξεπεράσω την ιδέα ότι “αυτό δεν είναι για εμάς”.
Ακόμη και όταν δούλευα ως ηχολήπτης και έγραφα μουσική για μικρότερα πρότζεκτ, ένιωθα ότι έλειπε ένα κομμάτι από το παζλ. Όταν ανακάλυψα το πρόγραμμα του Abbey Road Institute, κατάλαβα ότι ήταν η στιγμή να δοκιμάσω κάτι που μέχρι τότε έμοιαζε απρόσιτο. Δεν ήταν τόσο ένας απόλυτα ξεκάθαρος στόχος, όσο η ανάγκη να δω τι υπάρχει πέρα από τα όρια που είχα θέσει στον εαυτό μου. Ήθελα να καταλάβω αν αυτή η πραγματικότητα που θαύμαζα από μακριά μπορούσε να γίνει και δική μου πραγματικότητα.

Δε ξέρω πώς ακούγεται, αλλά πιο δύσκολη ήταν για μένα η φάση της μετακόμισης. Διότι φτάσαμε ψάχνοντας σπίτι σε μια πολύ δύσκολη οικονομική κατάσταση. Ψάχναμε ουσιαστικά σε εκείνες τις αγγελίες στα social που λένε “φεύγω από το σπίτι μου για τις διακοπές των Χριστουγέννων” και έτσι βρήκαμε μια κοπέλα, η οποία μας έδινε το σπίτι της. Μας δίνει τα κλειδιά και φεύγοντας ανακαλύπτουμε πως χάλασε το μπόιλερ της θέρμανσης και είναι ένας απίστευτα κρύος χειμώνας, εκείνη τη χρονιά στο Λονδίνο με χιόνια και μέτρα για τον κορονοϊό, όπου δε μπορούσες να βγεις από το σπίτι, αν δεν σου έρθει το test kit στο σπίτι. Θυμάμαι κοιμόμαστε και σκουντούσαμε ο ένας τον άλλον για να δούμε ότι δεν έχουμε παγώσει, λες και είμαστε στον Τιτανικό. Αυτό ήταν το ultimate test, αν επιβιώναμε θα τα καταφέρναμε.
Αλλά όσον αφορά τη νοοτροπία, μπορώ να πω ότι ένιωσα σαν να βρήκα επιτέλους το σπίτι μου. Δηλαδή ήταν σαν να πήρα αυτό που είχα πάρα πολύ ανάγκη όλα τα υπόλοιπα χρόνια: ένας οργανωμένος στην εντέλεια τρόπος για να δουλεύεις, με ευγένεια και επαγγελματισμό, το οποίο δεν έχει να κάνει με την ηλικία, την παλαιότητα ή τη θέση σου.
Πότε ένιωσες πρώτη φορά ότι «ανήκεις» πραγματικά σε αυτή τη σκηνή;
Νομίζω ότι το μεγαλύτερο εμπόδιο ήταν μέσα στο μυαλό μου. Για πολλά χρόνια πίστευα ότι όλα αυτά που έβλεπα να συμβαίνουν στο εξωτερικό ήταν κάτι σχεδόν απρόσιτο για έναν άνθρωπο που ξεκίνησε από την Ελλάδα. Υπήρχε πάντα η αίσθηση ότι “δεν είμαστε αρκετοί”, ότι υπάρχουν όρια που δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε.
Το αίσθημα ότι ανήκω ήρθε σταδιακά. Ήρθε όταν άρχισα να δουλεύω με ανθρώπους που θαύμαζα και κατάλαβα ότι αυτό που μετράει είναι η δουλειά, η συνέπεια και η αγάπη για αυτό που κάνεις. Από την άλλη, υπάρχουν ακόμη στιγμές αμφιβολίας. Νομίζω ότι αυτό δεν φεύγει ποτέ εντελώς. Αλλά πλέον δεν το βλέπω ως αδυναμία· το βλέπω ως κίνητρο.
Οφείλω όμως να πω ότι είχα τη μεγάλη τύχη, περνώντας στη Θεσσαλονίκη στο πανεπιστήμιο, να γνωρίσω τον Νίκο τον Κυριόσογλου, με τον οποίο έκανα πιάνο όλα τα χρόνια και ο οποίος είχε την ευαισθησία και είδε σε εμένα ότι με ενδιέφερε όχι μόνο το πώς θα έπαιζα μια συγχορδία, αλλά πως αυτή η συγχορδία θα ηχήσει για να δημιουργήσει σιγά σιγά μια ατμόσφαιρα. Να δημιουργήσει ένα φόντο στο οποίο θα εξελιχθεί η ιστορία του κομματιού, δηλαδή η ουσία της αφήγησης, που μπορεί να προσφέρει ο ήχος στη μουσική εκτέλεση. Του είμαι ευγνώμων που το είδε αυτό σε εμένα, όπως και ο Βασίλης Βαρβαρέσος, που με έκανε να συνειδητοποιήσω ότι είναι πιθανόν να υπάρχει μια άλλη πραγματικότητα για μένα εκτός Ελλάδας, την οποία είχα αναγάγει σε ένα παράλληλο σύμπαν. Όλοι αυτοί οι συνθέτες, τα άπιαστα στούντιο, οι μουσικοί που ζουν κάπου πολύ μακριά από εμάς… Ο Βασίλης αποτέλεσε έμπνευση για να σκεφτώ «οκ, ας πάω να δω περί τίνος πρόκειται» και τελικά τα κατάφερα.
Θυμάσαι την πρώτη φορά που μπήκες στο Studio 2; Υποθέτω ότι ένιωσες δέος. Πώς είναι να δουλεύεις σε έναν χώρο, όπου η ιστορία είναι σχεδόν «παρούσα»;
Τη θυμάμαι σαν χθες αυτήν τη στιγμή. Το θυμάμαι γιατί αν πιστεύει κανείς στις συμπτώσεις είχε γίνει το απόλυτο… Ήταν η μέρα των γενεθλίων μου. Είχαμε ξεκινήσει το course του Ινστιτούτου πριν από ένα μήνα και έτυχε τη συγκεκριμένη μέρα να μας πουν ότι θα πηγαίναμε στο στούντιο. Κανείς δεν ήξερε ότι ήταν τα γενέθλια μου. Απλώς ακολούθησα την ομάδα. Περάσαμε την κλασική είσοδο, το οποίο είναι από μόνο του μια ιδιαίτερη στιγμή, διασχίσαμε το διάδρομο και κατεβήκαμε κάτω στο στούντιο 2.
Σίγουρα το πρώτο συναίσθημα ήταν το δέος. Είναι ένας χώρος που κουβαλάει τεράστια ιστορία, μια άλλη ενέργεια και είναι δύσκολο να μη σκεφτείς όλα όσα έχουν συμβεί εκεί. Πάρα πολλά από αυτά που με διαμόρφωσαν μουσικά έχουν ηχογραφηθεί εκεί. Από την άλλη όμως, πολύ γρήγορα καταλαβαίνεις ότι είναι και ένας χώρος δουλειάς. Οπότε το συναίσθημα μετατρέπεται σε συγκέντρωση και ευθύνη. Θέλεις να είσαι αντάξιος αυτού του χώρου, αλλά χωρίς να σε παραλύει το βάρος της ιστορίας. Η ιστορία στο Abbey είναι παντού. Τη νιώθεις, αλλά δεν μπορείς να μείνεις μόνο σε αυτή. Αν το κάνεις, θα παραλύσεις δημιουργικά. Οφείλεις να τη σέβεσαι, αλλά ταυτόχρονα να θυμάσαι ότι ο ρόλος σου είναι να δημιουργήσεις κάτι καινούριο. Αυτό είναι ίσως το πιο όμορφο στοιχείο: ότι η ιστορία δεν είναι μουσείο, είναι κάτι ζωντανό που συνεχίζει να εξελίσσεται.

Η εμπειρία να χρησιμοποιείς εξοπλισμό που έχει χρησιμοποιηθεί σε albums όπως το The Dark Side of the Moon είναι τεχνική ή σχεδόν υπαρξιακή;
Θα έλεγα ότι είναι και τα δύο! Από τη μία πλευρά είναι εξοπλισμός, εργαλεία που πρέπει να ξέρεις να χρησιμοποιείς. Από την άλλη, όμως, γνωρίζεις ότι μέσα από αυτά τα μηχανήματα δημιουργήθηκαν έργα που επηρέασαν γενιές μουσικών. Δεν μπορείς να το αγνοήσεις αυτό. Υπάρχει μια συναισθηματική φόρτιση, μια αίσθηση σύνδεσης με την ιστορία του ήχου.
Επίσης, στο στούντιο, λόγω της ακουστικής που έχει, όλα έχουν μείνει αναλλοίωτα. Συμβαίνει κάτι μαγικό με την ακουστική των χώρων αυτών, παρά την εξέλιξη της τεχνολογίας, δεν είναι κάτι που μπορείς να το δημιουργήσεις αλλού. Για αυτό είναι πολύ προσεκτικοί να μην αλλοιώσουν καθόλου τα ηχητικά χαρακτηριστικά και υπάρχουν τα όργανα που είχαν χρησιμοποιηθεί στις ηχογραφήσεις. Υπάρχει το πιάνο του John Lenon, ο εξοπλισμός που χρησιμοποιήθηκε σε άλμπουμ όπως το Dark Side of the Moon, το πιάνο Steinway Vertegrand της θρυλικής κυρίας Μills...
Κάποια στιγμή ο βασικός καθηγητής μας ο Carlos, που λατρεύει τους Beatles όσο τίποτα στη ζωή του, ενώ το μάθημα συνεχιζόταν θέλοντας να μην είναι μόνο τεχνικό με ρώτησε αν παίζω πιάνο και μου ζήτησε να παίξω κάτι, ενώ οι υπόλοιποι μας τραβούσαν βίντεο. Εκεί νομίζω συμπληρώθηκαν όλα τα κομμάτια του παζλ.

Σε έναν χώρο όπως το Abbey Road, πώς ισορροπείς ανάμεσα στην ανθρώπινη φαντασία, την ιστορία και τη σύγχρονη τεχνολογία;
Υπάρχει μια ισορροπία ανάμεσα στον σεβασμό της ιστορίας και την απόλυτη συγκέντρωση στο παρόν. Ο χώρος κουβαλάει έντονη «ενέργεια», αλλά οι άνθρωποι που δουλεύουν εκεί σε επαναφέρουν στη δουλειά: στόχος είναι πάντα το αποτέλεσμα της ημέρας. Έτσι μπορείς να εμπνευστείς από την ιστορία χωρίς να εγκλωβιστείς σε αυτή και αυτό είναι κάτι που κράτησα από τη θητεία μου στο ιστορικό στούντιο.
Υπάρχει όμως και μια αγάπη και μια φροντίδα στις λεπτομέρειες, ακόμα και στο πως ντύνονται οι τεχνικοί, που έχει διατηρηθεί από τον κόσμου που εργάζεται εκεί. Δεν επαφίενται στις δάφνες του παρελθόντος. Έχουν δημιουργήσει μια κουλτούρα, η οποία επηρεάζει και τους καλλιτέχνες που έρχονται εκεί, όσο διάσημοι και αν είναι. Υπάρχει πάντοτε μια χαρά και ένας ενθουσιασμός. Σαν να περιμένεις ένα ραντεβού με έναν άνθρωπο, ένα κομμάτι της ιστορίας. Οπότε προσέχεις και εσύ τον εαυτό σου πριν μπεις, είναι μέρος της διαδικασίας.
Μου αρέσει πολύ η έννοια του ξεβολέματος, να διευρύνω συνεχώς τους ορίζοντες μου
Αν αφαιρέσεις όλο το prestige και τον μύθο του Abbey Road Studios τι έμεινε για σένα ως καθαρή εμπειρία δουλειάς;
Έμεινε η ουσία. Μένει ένας χώρος γεμάτος ανθρώπους που αγαπούν πραγματικά τη μουσική και αναζητούν συνεχώς νέους τρόπους έκφρασης. Αυτό είναι που με συγκινεί περισσότερο. Όχι μόνο η ιστορία του Abbey Road, αλλά το γεγονός ότι εξακολουθεί να είναι ένας χώρος δημιουργίας, εξερεύνησης και αναζήτησης.
Εγώ πάντα αναζητώ το επόμενο βήμα, κάτι που θα με ξεβολέψει, που θα με κάνει να δω τον ήχο διαφορετικά. Αυτός είναι ίσως και ο λόγος που με γοητεύει τόσο πολύ αυτό το περιβάλλον.

Ποια είναι η μεγαλύτερη αυταπάτη που έχουμε στην Ελλάδα για το εξωτερικό και τη μουσική βιομηχανία;
Η βασική αυταπάτη είναι ότι το εξωτερικό είναι ένα «άπιαστο» ή παράλληλο σύμπαν, στο οποίο δεν μπορούμε να ανήκουμε. Δημιουργείται η αίσθηση ότι υπάρχουν αόρατα όρια και ότι δεν είναι εφικτό να φτάσει κανείς εκεί επαγγελματικά ή δημιουργικά, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται κυρίως για διαφορετική δομή και οργάνωση της βιομηχανίας.
Δημιουργείται νομίζω πολλές φορές η αίσθηση ότι αυτό που κάνουν έξω, όπως έλεγα και πριν, είναι κάτι αγεφύρωτο με εμάς, κάτι που φέρνει σε ένα παράλληλο σύμπαν και δεν είναι για εμάς. Ναι, σαν να μαθαίνεις κάπως ότι μέχρι εδώ είναι τα όρια σου…

Στην Ελλάδα, ιδιαίτερα στην κλασική σκηνή, υπάρχει φόβος απέναντι στη μουσική πολυμορφία;
Υπάρχει συχνά μια κουλτούρα ελιτισμού και κατηγοριοποίησης των ειδών. Στο εξωτερικό, αντίθετα, υπάρχει μεγαλύτερη αποδοχή της μουσικής ως ενιαίας εμπειρίας χωρίς διαχωρισμούς. Στο Abbey δεν υπάρχει καμία διάκριση ή ελιτισμός. Στην Ελλάδα αυτό δεν έχει καλλιεργηθεί επαρκώς, με αποτέλεσμα να υπάρχει πιο «στενή» αντίληψη για το τι θεωρείται αποδεκτό ή σοβαρό.
Υπάρχει κάτι που η ελληνική μουσική σκηνή κάνει πιο αυθεντικά ή πιο ουσιαστικά από το Λονδίνο;
Ναι, υπάρχει μια πιο άμεση, ανθρώπινη σχέση με τη μουσική και την έκφραση. Παρότι το Λονδίνο προσφέρει τεράστια οργάνωση και επαγγελματισμό, η ελληνική σκηνή έχει συχνά περισσότερη αμεσότητα και αυθεντικότητα στην καλλιτεχνική πρόθεση.
Γεννάται εύλογα ένα ερώτημα: είναι τελικά θέμα ταλέντου ή δομών το τελικό αποτέλεσμα;
Φοβάμαι πως είναι περισσότερο θέμα δομών. Το ταλέντο μπορεί να υπάρχει παντού, αλλά το πώς οργανώνεται η βιομηχανία, οι ευκαιρίες και ο τρόπος εργασίας καθορίζουν το αποτέλεσμα. Σε καλά δομημένα περιβάλλοντα μπορείς να παράγεις πολύ περισσότερη και πιο σταθερή δουλειά σε σύντομο χρόνο.
Επέλεξες ωστόσο, να μη μείνεις μόνιμα στα Abbey Road Studios για να δώσεις χώρο και στη σύνθεση. Ήταν ρίσκο ή εσωτερική σου ανάγκη;
Ήταν εσωτερική ανάγκη. Η εμπειρία εκεί είναι πολύ «εμπνευστική» και σε «ξεκλειδώνει», αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί την ανάγκη να επιστρέψεις στη δική σου δημιουργία. Ένιωθα εξαιτίας της συνολικής αυτής εμπειρίας του να βρίσκεσαι εκεί από τους ανθρώπους που συναντάς και συνεργάζεσαι, τους συμφοιτητές και τους καθηγητές πως όλα είναι εφικτά. Δεν ήταν απόφαση ρίσκου με την κλασική έννοια, αλλά ανάγκη ισορροπίας ανάμεσα στη δουλειά στο στούντιο και στη σύνθεση και δεν το μετανιώνω, γιατί έκτοτε μου δόθηκαν πολλές ευκαιρίες για δημιουργία.
Αν έπρεπε να διαλέξεις ανάμεσα στη σύνθεση και την ηχοληψία, θα μπορούσες;
Δεν υπάρχει πραγματική ανάγκη να διαλέξεις! Τα δύο πεδία λειτουργούν συμπληρωματικά. Η γνώση της παραγωγής κάνει τη σύνθεση πιο συνειδητή και πιο ολοκληρωμένη, ενώ η σύνθεση δίνει νόημα στη τεχνική γνώση. Είναι περισσότερο ένας ενιαίος τρόπος σκέψης, παρά δύο ξεχωριστές επιλογές.
Ποιο είναι το επόμενο πράγμα που θέλεις να κατακτήσεις- τεχνικά, δημιουργικά ή προσωπικά;
Το βασικό είναι η συνεχής εξέλιξη και η εξερεύνηση νέων πραγμάτων στον ήχο. Ενδιαφέρει περισσότερο το επόμενο βήμα παρά η σταθεροποίηση σε κάτι ήδη γνωστό. Η ανάγκη είναι να δοκιμάζονται νέες τεχνολογίες, νέες μορφές ήχου και νέες αφηγηματικές δυνατότητες, ώστε να παραμένει ζωντανή η δημιουργική διαδικασία.
Έχεις βρεθεί ποτέ σε σύγκρουση ανάμεσα στο «σωστό» ηχητικά και στο «σωστό» κυρίως αισθητικά ή συναισθηματικά; Και τι επιλέγεις;
Πάρα πολλές φορές. Και τις περισσότερες φορές επιλέγω αυτό που υπηρετεί καλύτερα το συναίσθημα. Η μουσική δεν είναι μαθηματικά. Ένα τεχνικά άψογο αποτέλεσμα δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα συγκινήσει τον ακροατή. Αν κάτι έχει αλήθεια και συναίσθημα, μπορεί να είναι πιο σημαντικό από την τελειότητα.

Στην πράξη, πού τελειώνει ο ηχολήπτης και πού αρχίζει η καλλιτεχνική παρέμβαση; Εννοώ ότι στην περίπτωση σου συνυπάρχουν ο τεχνικός και ο δημιουργός. Πώς το διαχειρίζεσαι, ώστε ο ένας να μην «ακυρώνει» τον άλλο;
Νομίζω ότι σήμερα αυτά τα δύο είναι σχεδόν αδύνατο να διαχωριστούν. Ο ηχολήπτης δεν είναι απλώς κάποιος που καταγράφει ή ισορροπεί τεχνικά τον ήχο. Συμμετέχει ενεργά στην αφήγηση της μουσικής. Κάθε επιλογή – από το πού θα τοποθετηθεί ένας ήχος μέχρι το πώς θα κινηθεί στον χώρο – είναι μια καλλιτεχνική απόφαση. Ειδικά σήμερα, με τεχνολογίες όπως το Dolby Atmos, ο ένας τροφοδοτεί τον άλλον. Η τεχνική γνώση δεν έρχεται να περιορίσει τη δημιουργία, αλλά να της δώσει περισσότερες δυνατότητες. Με το Dolby Atmos, ένας δημιουργός πλέον δεν σκέφτεται μόνο την αρμονία ή τον ρυθμό, αλλά και τον τρόπο που ο ήχος δημιουργεί ένα χώρο μέσα στον οποίο βρισκόμαστε. Η τεχνική, όταν χρησιμοποιείται σωστά, ανοίγει καινούριους δρόμους στη φαντασία.
Θεωρείς ότι η γνώση της παραγωγής σε κάνει καλύτερο συνθέτη ή πιο «ελεγχόμενο» δημιουργό;
Σίγουρα καλύτερο συνθέτη. Ξέρεις περισσότερους τρόπους να εκφράσεις μια ιδέα. Δεν αισθάνομαι ότι με περιορίζει. Αντίθετα, πάντα αναζητώ κάτι καινούριο. Μου αρέσει να ασχολούμαι με πράγματα που δεν έχω ξανακάνει, με νέα είδη μουσικής ή νέες τεχνολογίες. Αυτή η αναζήτηση είναι που κρατά τη δημιουργία ζωντανή.

Η καθημερινότητα στο Λονδίνο
Μου έχεις πει ότι συμμετέχεις σε περισσότερα από 40 projects τον μήνα. Αυτό είναι αποτέλεσμα του ρυθμού της πόλης ή της ίδιας της μουσικής βιομηχανίας;
Νομίζω ότι είναι συνδυασμός και των δύο. Το Λονδίνο είναι μια πόλη που κινείται με πολύ γρήγορους ρυθμούς και η μουσική βιομηχανία εδώ δεν σταματά ποτέ, είναι ένα συνεχές κύμα μουσικής, όπου οι δισκογραφικές προσπαθούν να προλάβουν το «επόμενο μεγάλο πράγμα». Αυτό το next big thing μπορεί να μην έχει μεγάλη διάρκεια, αλλά αυτή τη στιγμή θα τους αποφέρει πολλά χρήματα. Οπότε πρέπει να προλάβουμε να φέρουμε το επόμενο και μετά το επόμενο κ.ο.κ.. Υπάρχουν συνεχώς νέα projects, νέοι καλλιτέχνες, διαφορετικά είδη μουσικής. Αυτό σε αναγκάζει να είσαι συνεχώς σε εγρήγορση και να εξελίσσεσαι. Για μένα, όμως, αυτό είναι και το πιο συναρπαστικό κομμάτι της δουλειάς.
Πώς αλλάζεις mindset όταν τη μία μέρα δουλεύεις πάνω στη 9η Συμφωνία του Μπετόβεν και την επόμενη σε κάτι κοντά στον David Guetta; Είναι κυρίως «τεχνική» η προσαρμογή ή κάτι βαθύτερο;
Είναι πολύ περισσότερο θέμα νοοτροπίας παρά τεχνικής. Κάθε είδος μουσικής έχει τη δική του αισθητική και τη δική του γλώσσα. Προσπαθώ πάντα να καταλαβαίνω τι θέλει να πει το έργο και πώς μπορώ να το υπηρετήσω καλύτερα. Δεν πιστεύω στην ιεραρχία των μουσικών ειδών. Για μένα, είτε πρόκειται για Μπετόβεν είτε για ηλεκτρονική μουσική, το ζητούμενο είναι το ίδιο: να δημιουργήσεις κάτι που θα αγγίξει τον ακροατή.

Υπάρχει burnout σε αυτό το επίπεδο παραγωγικότητας ή λειτουργεί αλλιώς όταν είσαι μέσα σε ένα τέτοιο οικοσύστημα;
Φυσικά και υπάρχει ο κίνδυνος του burnout. Όμως, όταν αγαπάς πραγματικά αυτό που κάνεις και όταν συνεχίζεις να ανακαλύπτεις καινούρια πράγματα, η κούραση μετατρέπεται συχνά σε δημιουργική ενέργεια. Εμένα με βοηθάει πολύ η ανάγκη να δοκιμάζω κάτι νέο, να βγαίνω από τη ζώνη άνεσής μου. Αυτό είναι που με κρατά δημιουργικό.
Στο stereo ισορροπείς ήχους. Στο Dolby Atmos σκηνοθετείς εμπειρία
Σε sessions με καλλιτέχνες και super stars όπως ο Andrew Lloyd Webber ή ο Robbie Williams, ποιος καθορίζει τελικά τον ήχο;
Θα έλεγα πως δεν υπάρχει μία απάντηση που να ισχύει πάντα. Κάποιες φορές λόγω του επιπέδου, στο οποίο κινείται η μουσική πραγματικότητα στο Λονδίνο, πολλά από αυτά τα πράγματα είναι προαποφασισμένα. Υπάρχει ένα πολύ καλό demo, με μεγάλη πιστότητα που βοηθά πολύ την ομάδα και της δείχνει τι χρειάζεται να ετοιμάσει, από τις παρτιτούρες και τα όργανα, ώστε να μην υπάρχει μεγάλη απόκλιση.
Κάποιες φορές ο καλλιτέχνης έχει πολύ ξεκάθαρο όραμα για το αποτέλεσμα. Άλλες φορές αφήνει μεγαλύτερη ελευθερία στην ομάδα. Αυτό που έχω μάθει είναι ότι ο καλύτερος ήχος γεννιέται μέσα από τη συνεργασία. Ο ηχολήπτης, ο παραγωγός και ο καλλιτέχνης δεν λειτουργούν ανταγωνιστικά· προσπαθούν να υπηρετήσουν το ίδιο έργο. Όταν δουλεύεις με τόσο έμπειρους ανθρώπους, καταλαβαίνεις ότι η μεγαλύτερη δύναμη δεν είναι να επιβάλεις την άποψή σου, αλλά να ακούς και να συμβάλλεις ουσιαστικά στη δημιουργική διαδικασία.
Eίναι πολύ εντυπωσιακό στην αρχή να ανακαλύπτεις πόσο προαποφασισμένα και οργανωμένα είναι όλα. Οι μεγάλες ορχήστρες στις ηχογραφήσεις των scores των ταινιών κ.α. παίζουν prima vista.Πόσο χώρο έχει ένας ηχολήπτης να πει «αυτό δεν δουλεύει» όταν απέναντί του έχει ένα μεγάλο όνομα;
Νομίζω ότι ένας καλός επαγγελματίας οφείλει να το πει, αρκεί να το κάνει με σεβασμό και επιχειρήματα. Δεν έχει σημασία ποιος είναι πιο γνωστός ή ποιος έχει μεγαλύτερη εμπειρία. Σημασία έχει να υπάρχει εμπιστοσύνη και ειλικρίνεια μέσα στη συνεργασία.

Έχει υπάρξει στιγμή που μια τεχνική επιλογή άλλαξε την καλλιτεχνική κατεύθυνση ενός κομματιού;
Πάρα πολλές φορές. Και αυτό είναι κάτι που ο κόσμος δεν βλέπει πάντα. Μια τεχνική επιλογή δεν είναι ποτέ εντελώς ουδέτερη. Ο τρόπος που θα τοποθετήσεις έναν ήχο, το πώς θα τον κάνεις να κινηθεί μέσα στον χώρο ή το πώς θα αναδείξεις μια λεπτομέρεια μπορεί να αλλάξει ολόκληρο το συναίσθημα ενός κομματιού.
Ειδικά σε τεχνολογίες όπως το Dolby Atmos, ο ρόλος του ηχολήπτη γίνεται ακόμη πιο δημιουργικός. Στο stereo ο στόχος είναι να δημιουργήσεις μια ισορροπημένη εικόνα ανάμεσα σε δύο ηχεία. Στο Atmos όμως σκέφτεσαι τρισδιάστατα. Δεν αναρωτιέσαι μόνο πόσο δυνατός θα είναι ένας ήχος, αλλά και πού θα βρίσκεται, πώς θα κινηθεί στον χώρο και πώς θα τον βιώσει ο ακροατής. Γι’ αυτό λέω συχνά ότι στο Atmos δεν κάνεις απλώς μίξη. Δεν ισορροπείς απλώς ήχους. Σκηνοθετείς, σχεδιάζεις μια εμπειρία.
Πώς βλέπεις την τεχνητή νοημοσύνη να επηρεάζει τη μουσική δημιουργία; Τη βλέπεις ως εργαλείο, συνεργάτη ή πιθανό αντίπαλο της τέχνης, όπως διατείνονται κάποιοι; Νιώθω ότι οι αποκαλούμενες δημιουργίες ΤΝ που φτάνουν τελευταία στα αυτιά μας, είναι απωθητικές.
Η τεχνητή νοημοσύνη αντιμετωπίζεται κυρίως ως εργαλείο. Δεν είναι κάτι καινούργιο ως έννοια, αλλά πλέον γίνεται πιο ορατό. Μπορεί να βοηθήσει ουσιαστικά σε πρακτικά κομμάτια της παραγωγής, όπως η επεξεργασία ήχου, η αποθορυβοποίηση ή η αποκατάσταση υλικού, κάτι που παλιότερα ήταν δύσκολο ή χρονοβόρο. Έτσι προστατεύει και τη δημιουργικότητα, γιατί αναλαμβάνει πιο «τεχνικές» ή βαρετές εργασίες. Καμιά φορά εντυπωσιάζομαι από το γεγονός ότι πολλοί άνθρωποι της μουσικής βιομηχανίας βγαίνουν τώρα να μιλήσουν για το θαύμα του AI, ενώ υπήρχε εδώ και πάρα πάρα πολύ καιρό.
Κάπως έτσι έφτασε σε εμάς το 2023 και το τελευταίο τραγούδι των Beatles “Now and then” από ένα demo του John Lennon από τα τέλη της δεκαετίας του 1970. Χάρη στην τεχνολογία απομόνωσης ήχου, που αναπτύχθηκε για το ντοκιμαντέρ The Beatles: Get Back, κατέστη δυνατό να διαχωριστεί καθαρά η φωνή του Lennon από το πιάνο και τον θόρυβο της κασέτας. Στη συνέχεια οι Paul McCartney και Ringo Starr ολοκλήρωσαν το τραγούδι, ενσωματώνοντας και παλαιότερες ηχογραφήσεις του George Harrison...
Δεν θα μπορούσε να είχε συμβεί αλλιώς και σε αυτό το κομμάτι θεωρώ ότι η χρήση της ΤΝ είναι ευεργετική. Επίσης, πολλές φορές η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να προστατεύσει τη δημιουργικότητά σου… Χάρη σε αυτήν έχουμε καταφέρει πολλές φορές να σώσουμε ήχο από ταινίες, από ηχογραφήσεις. Θα έπρεπε να μείνει μέσα ο θόρυβος ή το σπάσιμο ενός ποτηριού από το πάτημα ενός παπουτσιού.
Από τον αναλογικό ήχο, στον ψηφιακό και στο Atmos, που θεωρείται σήμερα το μέλλον. Η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να δημιουργήσει μουσική, μπορεί όμως να “νιώσει” το νόημα του ήχου;
Δεν μπορεί να νιώσει. Μπορεί να επεξεργάζεται δεδομένα και να παράγει αποτελέσματα, αλλά λείπει το ανθρώπινο στοιχείο της εμπειρίας. Η μουσική, όμως, δεν είναι μόνο σωστός συνδυασμός ήχων· είναι και το συναίσθημα, η ατέλεια, η στιγμή. Αυτό που κάνει ένα έργο να ξεχωρίζει δεν είναι η τελειότητα, αλλά η ανθρώπινη ευθραυστότητα που κουβαλά.
Γράφονται τόσα για το machine learning και τον τρόπο που εκπαιδεύονται οι μηχανές από εμάς, αλλά συνεχίζω να πιστεύω ότι είναι διαφορετικό το να συγκεντρώνεις πληροφορίες και τελείως άλλο το να νιώθεις, να αλληλεπιδράς, να συγκινείς. Στην τέχνη πηγαίνουμε για να ανατριχιάσουμε. Μπορώ πχ να ζητήσω από την ΤΝ μια ανάλυση για το Έγκλημα και Τιμωρία του Ντοστογιέφσκι. Μπορεί να μου δώσει μια σειρά προτάσεων, μία περίληψη ή τους βασικούς άξονες ή ακόμα και μια ανάλυση όπως την αντιλαμβάνεται η μηχανή. Αλλά τίποτα δε μπορεί να αντικαταστήσει αυτό που νιώθεις διαβάζοντας το βιβλίο, όταν προσπαθείς να υποθέσεις τι θα συμβεί, εκείνη η μαγική στιγμή που θα ακολουθήσεις το ταξίδι του ήρωα. Αυτό είναι τελικά που σε ικανοποιεί.
Αν ο χρόνος που χρειάζεσαι για να φτιάξεις μία μουσική είναι όσος χρόνος χρειάζεται για το πάτημα τριών κουμπιών, αυτό που θα πάρεις πίσω είναι μια πολύ επιδερμική χαρά. Αυτό σημαίνει πως θα νιώθεις πάλι «πεινασμένος», δε σε ικανοποιεί αρκετά. Αυτό νομίζω ότι είναι η διαφορά.

Το Dolby Atmos αλλάζει πραγματικά τον τρόπο που ακούμε μουσική ή απλώς τον τρόπο που την παρουσιάζουμε;
Νομίζω ότι αλλάζει και τα δύο… Από τη μία αλλάζει τον τρόπο παρουσίασης, γιατί πλέον ο ήχος δεν περιορίζεται σε μια στερεοφωνική εικόνα. Από την άλλη, αλλάζει και τον τρόπο που βιώνουμε τη μουσική, την εμπειρία. Ο ακροατής δεν βρίσκεται απέναντι από το έργο, αλλά μέσα σε αυτό, είναι σαν να… βουλιάζεις στη μουσική. Και για αυτό είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον. Επίσης και δημιουργικά σου επιτρέπει την εξερεύνηση του ήχου και αυτός είναι ο λόγος που ασχολήθηκα, ψάχνοντας πάντα για καινούργια πράγματα, που μπορούν να διευρύνουν τους ορίζοντες μου. Βέβαια, η τεχνολογία από μόνη της δεν αρκεί. Αν δεν υπάρχει ουσία στη μουσική, καμία τεχνολογία δεν μπορεί να την αντικαταστήσει.
Το Atmos αποτελεί μια ουσιαστική εξέλιξη στη μουσική και όχι ένα νέο format που η βιομηχανία προσπαθεί να επιβάλει;
Πιστεύω ότι είναι μια πραγματική εξέλιξη, αλλά όχι για όλα. Υπάρχουν έργα που λειτουργούν άψογα σε stereo και ίσως δεν έχουν ανάγκη μια νέα προσέγγιση. Το Atmos δεν είναι υποχρεωτικά καλύτερο· είναι διαφορετικό. Το σημαντικό είναι να χρησιμοποιείται όταν προσφέρει κάτι ουσιαστικό στην εμπειρία του ακροατή και όχι απλώς επειδή είναι η νέα τάση.
Αν το stereo ήταν ένας καμβάς, το Dolby Atmos είναι ένας χώρος. Εσείς σκηνοθετείτε την εμπειρία της μουσικής. Πιστεύεις ότι έχουμε μάθει πραγματικά να «γράφουμε» μέσα σε αυτόν τον χώρο ή ακόμα τον εξερευνούμε;
Νομίζω ότι ακόμα τον εξερευνούμε, είναι σαν να έχεις αποκτήσει ξαφνικά μια καινούρια διάσταση στη δημιουργία σου. Χρειάζεται χρόνος για να καταλάβεις τις δυνατότητές της και ακόμη περισσότερο για να τη χρησιμοποιήσεις με ουσιαστικό τρόπο. Η έννοια της αφήγησης της μουσικής αποκτά νέες δυνατότητες. Αυτό είναι που το κάνει συναρπαστικό: δεν υπάρχουν όλες οι απαντήσεις. Υπάρχει χώρος για πειραματισμό, για λάθη, για νέες ιδέες. Και αυτό είναι κάτι που πάντα με γοήτευε ως δημιουργό. Δεν υπάρχουν όλες οι απαντήσεις. Υπάρχει ακόμη χώρος για εξερεύνηση.
- Ευχαριστούμε τον Γιώργο Χρυσοχοΐδη για τις φωτογραφίες.
www.ertnews.gr
Πηγή: ertnews.gr





