Με το ιδιωτικό χρέος προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία να ξεπερνά τα 160 δισ. ευρώ, η κυβέρνηση ενεργοποιεί δύο κρίσιμα εργαλεία για την αντιμετώπιση των ληξιπρόθεσμων οφειλών, τη ρύθμιση οφειλών σε έως 72 δόσεις και τον διευρυμένο εξωδικαστικό μηχανισμό. Παρότι και οι δύο διαδικασίες έχουν ως κοινό σκοπό τη διευκόλυνση των οφειλετών για τη σταδιακή αποπληρωμή των χρεών τους, πρόκειται για δύο διαφορετικά εργαλεία, με πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα, κόφτες και παγίδες, τα οποία πρέπει να τα ζυγίσει καλά ο οφειλέτης πριν λάβει τις οριστικές αποφάσεις του. Η ρύθμιση των 72 δόσεων έχει πιο περιορισμένο και ειδικό χαρακτήρα, ενώ ο εξωδικαστικός μηχανισμός αποτελεί ευρύτερη διαδικασία συνολικής αναδιάρθρωσης οφειλών.
Ρύθμιση 72 δόσεων
Στη ρύθμιση των 72 δόσεων μπορούν να ενταχθούν οφειλές που είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμες έως και την 31η Δεκεμβρίου 2023, εφόσον δεν βρίσκονταν σε ενεργή ρύθμιση κατά την 21η Απριλίου 2026. Η δυνατότητα αυτή αφορά οφειλέτες που έχουν παλαιά χρέη προς την εφορία, τα οποία δεν είχαν τακτοποιηθεί με άλλη ρύθμιση. Αντιθέτως, αποκλείονται οφειλές που είναι ήδη ενταγμένες στην πάγια ρύθμιση των 24 ή των 48 δόσεων, καθώς και περιπτώσεις όπου ο οφειλέτης έχασε ρύθμιση μετά την 21η Απριλίου 2026 ή δημιούργησε νέα ρύθμιση μετά την ημερομηνία αυτή με σκοπό να μεταπηδήσει ευνοϊκότερα στις 72 δόσεις. Η αίτηση υπαγωγής στη ρύθμιση πρέπει να γίνει μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2026.
Βασικό γνώρισμα της ρύθμισης των 72 δόσεων είναι ότι δεν προβλέπει διαγραφή βασικής οφειλής, τόκων ή προσαυξήσεων. Σε αντίθεση με παλαιότερα σχήματα ρυθμίσεων, όπου υπήρχαν εκπτώσεις σε προσαυξήσεις ή τόκους ανάλογα με τον αριθμό των δόσεων, η συγκεκριμένη ρύθμιση στηρίζεται στην πλήρη εξόφληση του ποσού όπως έχει διαμορφωθεί. Δηλαδή στην οφειλή εντάσσεται το σύνολο του χρέους, μαζί με τις ήδη βεβαιωμένες προσαυξήσεις. Το πλεονέκτημα για τον οφειλέτη δεν είναι η μείωση του ποσού, αλλά η επιμήκυνση της αποπληρωμής, ώστε η μηνιαία επιβάρυνση να καταστεί πιο διαχειρίσιμη.
Η διαδικασία υπαγωγής είναι σχετικά απλή. Ο οφειλέτης υποβάλλει αίτηση και η ένταξη στη ρύθμιση ολοκληρώνεται με την πληρωμή της πρώτης δόσης εντός τριών εργάσιμων ημερών από την υποβολή του αιτήματος. Οι επόμενες δόσεις καταβάλλονται μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα κάθε μήνα. Το ελάχιστο ποσό κάθε δόσης ορίζεται στα 30 ευρώ, ενώ το επιτόκιο ανέρχεται σε 5,84%. Παράλληλα, για να γίνει δεκτή η αίτηση, ο οφειλέτης πρέπει να έχει τακτοποιήσει ή να τακτοποιήσει τις νεότερες οφειλές του, δηλαδή όσες έχουν βεβαιωθεί από την 1η Ιανουαρίου 2024 και μετά. Επίσης, τίθενται πρόσθετες προϋποθέσεις φορολογικής και ποινικής συμμόρφωσης, όπως η υποβολή δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος των τελευταίων πέντε ετών και η μη ύπαρξη αμετάκλητης καταδίκης για φοροδιαφυγή ή λαθρεμπορία.
Η υπαγωγή στις 72 δόσεις παρέχει σημαντικά ευεργετήματα. Ο οφειλέτης μπορεί να λάβει αποδεικτικό ενημερότητας, αναστέλλεται η ποινική δίωξη που έχει ασκηθεί για τα ρυθμισμένα χρέη και αναστέλλονται τα μέτρα αναγκαστικής είσπραξης, όπως κατασχέσεις επί απαιτήσεων, κινητών και ακινήτων. Ωστόσο η προστασία αυτή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι ο οφειλέτης τηρεί απαρέγκλιτα τη ρύθμιση. Αν δεν καταβάλει δύο συνεχόμενες μηνιαίες δόσεις ή αν δεν τακτοποιεί τις λοιπές φορολογικές του υποχρεώσεις εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών, η ρύθμιση χάνεται και το υπόλοιπο καθίσταται άμεσα απαιτητό.
Εξωδικαστικός μηχανισμός
Ο εξωδικαστικός μηχανισμός έχει διαφορετική στόχευση. Δεν περιορίζεται αποκλειστικά σε παλαιές φορολογικές οφειλές, αλλά αφορά τη συνολική ρύθμιση χρεών προς Δημόσιο και Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης. Μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας, ο οφειλέτης υποβάλλει αίτηση, δηλώνει τα οικονομικά και περιουσιακά του στοιχεία και, στη συνέχεια, παράγεται πρόταση ρύθμισης με βάση τη δυνατότητα αποπληρωμής του. Στον μηχανισμό μπορούν να ενταχθούν φυσικά πρόσωπα, επιχειρήσεις, ελεύθεροι επαγγελματίες και νομικά πρόσωπα, εφόσον πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις. Η διαδικασία έχει αυτοματοποιημένα χαρακτηριστικά ως προς τη συμμετοχή του Δημοσίου και των ασφαλιστικών φορέων.
Με τη νέα ρύθμιση, το όριο συνολικών οφειλών μειώνεται από τα 10.000 ευρώ στα 5.000 ευρώ. Η μεταβολή αυτή διευρύνει σημαντικά τον κύκλο των δικαιούχων, καθώς επιτρέπει και σε μικρότερους οφειλέτες να προσφύγουν στον μηχανισμό. Το σημαντικότερο πλεονέκτημα του εξωδικαστικού μηχανισμού σε σχέση με τη ρύθμιση των 72 δόσεων είναι ότι μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να περιλαμβάνει μερική διαγραφή απαιτήσεων. Η διαγραφή αυτή δεν είναι αυτόματη ούτε δεδομένη, αλλά εξαρτάται από την οικονομική κατάσταση του οφειλέτη, την αξία της περιουσίας του, τη δυνατότητα αποπληρωμής και τους κανόνες που διέπουν τη συμμετοχή των πιστωτών.
Eπίσης, το σταθερό επιτόκιο 3% καθιστά τη ρύθμιση πιο ευνοϊκή σε σχέση με άλλες επιλογές. Ωστόσο ο εξωδικαστικός έχει και μειονεκτήματα. Η διαδικασία είναι πιο σύνθετη και χρονοβόρα, καθώς απαιτεί συγκέντρωση οικονομικών στοιχείων και αναμονή μέχρι την έκδοση της πρότασης. Επιπλέον, ο οφειλέτης δεν γνωρίζει εξαρχής με απόλυτη βεβαιότητα τον αριθμό των δόσεων ή το τελικό ποσό, αφού αυτά προκύπτουν από τον αλγόριθμο. Ο οφειλέτης που επιλέγει τον εξωδικαστικό πρέπει να συναινέσει στην άρση του τραπεζικού και φορολογικού απορρήτου, ώστε οι πιστωτές, το Δημόσιο και ο ΕΦΚΑ να αποκτήσουν πλήρη εικόνα της οικονομικής του κατάστασης.
Ποια ρύθμιση συμφέρει
Συγκριτικά, η ρύθμιση των 72 δόσεων είναι πιο απλή, άμεση και πιο προβλέψιμη. Απευθύνεται σε οφειλέτες που έχουν παλαιές φορολογικές οφειλές και θέλουν να τις αποπληρώσουν χωρίς να εισέλθουν σε μια πιο σύνθετη διαδικασία. Δεν απαιτεί διαπραγμάτευση με πιστωτές και προσφέρει καθαρό χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής. Ωστόσο δεν μειώνει το ποσό της οφειλής και δεν αντιμετωπίζει συνολικά το ιδιωτικό χρέος του οφειλέτη. Αν ο οφειλέτης έχει παράλληλα χρέη σε τράπεζες, ασφαλιστικά ταμεία ή εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων, η ρύθμιση των 72 δόσεων δεν αρκεί για συνολική οικονομική εξυγίανση. Ωστόσο, για τον οφειλέτη που μπορεί να πληρώσει και θέλει άμεση τακτοποίηση, οι 72 δόσεις είναι πρακτική λύση.
Ο εξωδικαστικός μηχανισμός, αντίθετα, είναι πιο σύνθετος, αλλά και πιο ολοκληρωμένος. Μπορεί να ρυθμίσει ταυτόχρονα διαφορετικές κατηγορίες οφειλών, να επιμηκύνει την αποπληρωμή και, σε ορισμένες περιπτώσεις, να οδηγήσει σε διαγραφή μέρους των απαιτήσεων. Είναι καταλληλότερος για οφειλέτες με πολλαπλά χρέη και συνολική οικονομική αδυναμία. Από την άλλη, απαιτεί πληρέστερη οικονομική αποτύπωση, περισσότερα στοιχεία, αξιολόγηση βιωσιμότητας και αποδοχή της πρότασης από τους εμπλεκόμενους πιστωτές.
Πηγή: capital.gr





