Κ. Πιερρακάκης: Το ελληνικό τρόφιμο μπορεί να γίνει top παγκοσμίως

Κ. Πιερρακάκης: Το ελληνικό τρόφιμο μπορεί να γίνει top παγκοσμίως

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης

Πρόσθεσε το formedia.gr στη Google

“Η ελληνική βιομηχανία τροφίμων είναι υποδομή εθνικής ασφάλειας και θα πρέπει να αντιμετωπιστεί και ως τέτοια”, δήλωσε ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης στην ετήσια Γενική Συνέλευση του Συνδέσμου Βιομηχανιών Τροφίμων (ΣΕΒΤ) με θέμα: “Βιομηχανία Τροφίμων και Ποτών: Ανθεκτικότητα και Παραγωγικότητα σε ένα περιβάλλον παγκόσμιας αβεβαιότητας”.

Ο ίδιος τόνισε μεταξύ άλλων ότι “το ελληνικό τρόφιμο μπορεί να γίνει top παγκοσμίως. Έχει το προϊόν, έχει την ιστορία, έχει το κλίμα και τη γη που το γεννούν. Έχει τον τουρισμό που το διαφημίζει. Έχει το brand Ελλάδα που σε πολλές αγορές πουλάει από μόνο του. Αυτό που λείπει είναι ενδεχομένως ο επαρκής συντονισμός και τα επαρκή κεφάλαια για να μπορέσει να απελευθερωθεί όλο αυτό το δυναμικό και όλη αυτή η δυνατότητα”.

“Η ελληνική βιομηχανία μπορεί να είναι ανταγωνιστική, εξωστρεφής και να διεκδικεί με αξιώσεις τη θέση στις διεθνείς αγορές. Η δική μας δέσμευση είναι να συνεχίσουμε να δουλεύουμε μαζί με σταθερότητα, με επενδύσεις, με τεχνολογία, με ανθρώπινο δυναμικό υψηλής ποιότητας και με μια ξεκάθαρη ευρωπαϊκή προοπτική για την ελληνική παραγωγή” είπε ακόμη.

O κ. Πιερρακάκης παρέθεσε ορισμένους αριθμούς που όπως είπε, “αποτυπώνουν με τον πιο καθαρό τρόπο τη σημασία και τη δυναμική του κλάδου:

26,2 δισεκατομμύρια ευρώ κύκλος εργασιών.
7,4 δισεκατομμύρια εξαγωγές.
376.000 άνθρωποι που εργάζονται, άμεσα ή έμμεσα, χάρη στον κλάδο σας.
Επενδύσεις πάνω από 7 δισεκατομμύρια ευρώ, περίπου το 30% του συνόλου των επενδύσεων της ελληνικής μεταποίησης.
Διπλάσιές εξαγωγές την τελευταία δεκαετία”.

“Η ανταγωνιστικότητα, η ελληνική και η ευρωπαϊκή, είναι η μεγάλη πρόκληση της γενιάς μας. Δεν είναι ένα τεχνοκρατικό ζήτημα ανάμεσα σε όλα τα άλλα. Είναι Η πρόκληση. Είναι αυτή που θα καθορίσει αν η Ευρώπη θα συνεχίσει να αποτελεί χώρο ευημερίας, κοινωνικής συνοχής και παραγωγικής ισχύος μέσα σε ένα περιβάλλον ολοένα πιο απαιτητικού διεθνούς ανταγωνισμού. Και είναι αυτή που θα κρίνει αν η Ελλάδα θα συνεχίσει να ανεβαίνει σταθερά ή αν θα δυσκολευτεί να ξεφύγει από ένα μοντέλο χαμηλής προστιθέμενης αξίας” τόνισε ακόμη.

Και συνέχισε: “Και πρέπει να δούμε με ειλικρίνεια πού εντοπίζονται σήμερα οι βασικές πιέσεις στην ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα. Η Ευρώπη αντιμετωπίζει ορισμένα διαρθρωτικά σημεία πίεσης, θα έλεγα “σημεία συμφόρησης”, που επιβαρύνουν την παραγωγική της βάση και ειλικρινώς θα πω ότι καμία χώρα δεν θα μπορούσε να το αντιμετωπίσει μόνη της στην Ευρώπη  όσο μεγάλη και αν  αυτή η χώρα θεωρούμε ότι είναι εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Πρώτον και σημαντικότερο: η ενέργεια.

Οι ευρωπαϊκές βιομηχανίες, και ιδιαίτερα ενεργοβόροι κλάδοι όπως ο δικός σας, συνεχίζουν να λειτουργούν με ενεργειακό κόστος αισθητά υψηλότερο από αυτό που αντιμετωπίζουν οι ανταγωνιστές τους σε άλλες μεγάλες οικονομίες, όπως είναι οι ΗΠΑ. Αυτό δημιουργεί μια διαρθρωτική πίεση στην ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής παραγωγής.

Γι’ αυτό και απαιτείται μια πιο ολοκληρωμένη ευρωπαϊκή απάντηση: περισσότερες διασυνδέσεις σίγουρα, καλύτερος συντονισμός, επιτάχυνση της παραγωγής καθαρής ενέργειας και βαθύτερη ενοποίηση της ενεργειακής αγοράς.

Έχουμε ήδη άλλωστε πολύ σημαντικές ασυμμετρίες ανάμεσα στα κράτη – μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το να κατακτήσουμε, να αποκτήσουμε μια πραγματική ενεργειακή Ένωση είναι κάτι το οποίο θα είναι θεμελιώδες και για την ευρωπαϊκή βιομηχανία – και εγώ θα πω ευρύτερα – για την οικονομία.

Δεύτερον: οι πρώτες ύλες και οι κρίσιμες αλυσίδες αξίας.

Τα τελευταία χρόνια, από την πανδημία μέχρι τις γεωπολιτικές εντάσεις, αναφερθήκατε σε αυτό πριν,  έγινε σαφές πόσο ευάλωτες μπορούν να γίνουν οι αλυσίδες εφοδιασμού. Από τις πρώτες ύλες και τις συσκευασίες μέχρι τα βιομηχανικά υλικά και τα ανταλλακτικά, η Ευρώπη καλείται να ενισχύσει την ανθεκτικότητα και τη στρατηγική της αυτονομία σε κρίσιμους τομείς, χωρίς βεβαίως να απομακρυνθεί από τις αρχές του ανοιχτού εμπορίου.

Τρίτον: η ανάγκη απλοποίησης του ρυθμιστικού περιβάλλοντος.

Υπάρχουν πολλοί φιλόδοξοι στόχοι που έχουν τεθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αυτό καλώς έχει γίνει.  Ταυτόχρονα όμως χρειάζεται μεγαλύτερη προσοχή στο συνολικό βάρος συμμόρφωσης που δημιουργείται για τις επιχειρήσεις, ειδικά για τις μεσαίες βιομηχανίες. Από τη συσκευασία και τη σήμανση μέχρι τις υποχρεώσεις reporting και βιωσιμότητας, είναι σημαντικό οι κανόνες να παραμένουν εφαρμόσιμοι και λειτουργικοί στην πράξη.

Και τέταρτον: η πρόσβαση σε κεφάλαια.

Εδώ μιλάμε για την Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η συνολική καταγραφή είναι ότι η Ευρώπη διαθέτει υψηλές αποταμιεύσεις, αλλά ταυτόχρονα εξακολουθεί να δυσκολεύεται να κατευθύνει επαρκή επενδυτικά κεφάλαια προς την πραγματική οικονομία και προς  τις παραγωγικές επιχειρήσεις. Γι’ αυτό και αυτή η συζήτηση για την Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων αποκτά ιδιαίτερη μεγάλη σημασία, ειδικά για τις μεσαίες επιχειρήσεις που σήμερα βασίζονται κυρίως στον τραπεζικό δανεισμό.

Εγώ θα σας πω ότι σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη μεταρρύθμιση που μπορούμε να πραγματώσουμε,  να υλοποιήσουμε μέσα στα επόμενα χρόνια, να διοχετεύσουμε δηλαδή τις αποταμιεύσεις στις επενδύσεις γιατί η πραγματικότητα σήμερα είναι ότι μεγάλο κομμάτι αυτών των επενδύσεων καταλήγει στην άλλη μεριά του Ατλαντικού.

Και έχει πολλά σημεία αυτή η μεγάλη διαρθρωτική μεταρρύθμιση από το πώς μια start – up θα μπορέσει να μεγαλώσει στην ευρωπαϊκή ήπειρο μέχρι το πώς θα αποκτήσουμε μεγαλύτερες και πιο εύρωστες τράπεζες , μέχρι το πώς θα ενοποιήσουμε τα χρηματιστήρια μας , όλα αυτά σωρευτικά θα είναι μία πραγματικά μεγάλη αναπτυξιακή ώθηση συνολικότερα για την Ευρώπη.

Αυτά τα choke points, τα οποία ουσιαστικά ανέφερα, δεν μπορούν να λυθούν σε εθνικό επίπεδο. Γι’ αυτό και ξεκινάω από αυτό.  Λύνονται μόνο συνολικά, σε επίπεδο Ευρώπης. Και αυτή είναι μία συζήτηση που γίνεται σήμερα στο Eurogroup, στο ECOFIN,  γίνεται προφανώς σε επίπεδο ηγετών στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.  Αυτές οι προκλήσεις δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά στο εθνικό επίπεδο. Απαιτούν συντονισμένες ευρωπαϊκές απαντήσεις. Και αυτή ακριβώς η συζήτηση θα κινηθεί ακόμη πιο γρήγορα μέσα στο επόμενο χρονικό διάστημα”.

Επίσης, συμπλήρωσε ότι “είναι σημαντικό ότι η Ελλάδα δεν βρίσκεται απλώς στο δωμάτιο όταν αυτές οι συζητήσεις πραγματοποιούνται, κάθεται στο τραπέζι. Και κάθεται με πολύ μεγαλύτερο βάρος από ό,τι στο παρελθόν. Υπάρχει επιτρέψτε μου να πω, ένας επιπρόσθετος λόγος που η Ευρώπη πρέπει να αντιμετωπίσει αυτά τα ζητήματα συνολικά. Ζούμε σε μια εποχή όπου τα τρόφιμα έχουν πάψει να είναι απλώς εμπορικό αγαθό. Είναι ζήτημα στρατηγικής ασφάλειας. Είναι γεωπολιτικό ζήτημα. Και η πανδημία, ο πόλεμος στην Ουκρανία, οι διαταραχές στη Μέση Ανατολή, στα Στενά του Ορμούζ, η κλιματική κρίση, έχουν αποδείξει, έχουν θεμελιώσει στην πράξη το πόσο εύθραυστες είναι οι παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού τροφίμων. Χώρες που για δεκαετίες θεωρούσαν δεδομένη την πρόσβαση σε φθηνά εισαγόμενα τρόφιμα, ανακαλύπτουν ξανά την αξία της εγχώριας παραγωγικής βάσης για την Ευρώπη και ειδικότερα για την Ελλάδα τώρα. Αυτό είναι ταυτόχρονα και πρόκληση και ευκαιρία. Είναι πρόκληση γιατί πρέπει να θωρακίσουμε τις αλυσίδες μας”.

“Είναι ευκαιρία γιατί διαθέτουμε έναν ισχυρό παραγωγικό κλάδο τροφίμων που μπορεί να αποτελέσει πυλώνα της Ευρωπαϊκής Επισιτιστικής Επάρκειας. Η ελληνική βιομηχανία τροφίμων είναι υποδομή εθνικής ασφάλειας και θα πρέπει να αντιμετωπιστεί και ως τέτοια. Η Ελλάδα σήμερα βρίσκεται σε διαφορετική θέση από αυτή που ήταν πριν από λίγα χρόνια. Έχουμε ανακτήσει την επενδυτική βαθμίδα, διατηρούμε ρυθμούς ανάπτυξης διπλάσιους περίπου από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, το χρέος απομειώνεται με τον γρηγορότερο ρυθμό στον κόσμο. Όλα αυτά είναι πολύ σημαντικά, όλα αυτά είναι και μόνο η αρχή. Το πραγματικό στοίχημα είναι η παραγωγικότητα και εκεί έχουμε ακόμα πολύ δρόμο. Όχι μόνο ως Έλληνες αλλά και ως Ευρωπαίοι” τόνισε ακόμα.

“Εδώ αξίζει νομίζω να σταθεί κανείς σε μια πρόκληση η οποία αφορά όχι μόνο το δικό σας κλάδο, συνολικά μεγάλο μέρος της ελληνικής μεταποίησης, την ανάγκη για μεγαλύτερη κλίμακα και περισσότερες συνεργίες. Η Ελλάδα διαθέτει πολλές αξιόλογες και δυναμικές επιχειρήσεις στον χώρο της βιομηχανίας τροφίμων που με ποιότητα με εξωστρέφεια με ισχυρή παρουσία στις αγορές. Ταυτόχρονα όμως το Διεθνές Περιβάλλον γίνεται κάθε μέρα και πιο απαιτητικό. Η επένδυση σε έρευνα και ανάπτυξη, σε αυτοματισμό, σε σύγχρονα δίκτυα διανομής, σε διεθνές branding , απαιτεί ολοένα και περισσότερους πόρους, ολοένα και μεγαλύτερη οργανωτική δυνατότητα. Γι’ αυτό και πιστεύω ότι τα επόμενα χρόνια θα δούμε ακόμη περισσότερες συνεργασίες, στρατηγικές συμπράξεις και επιχειρηματικές συνέργειες στο χώρο σας. Όχι ως αυτοσκοπό,  αλλά ως ένα φυσικό τρόπο ενίσχυσης της παραγωγικότητας, της εξωστρέφειας και της ανθεκτικότητας των ελληνικών επιχειρήσεων” επεσήμανε.

Προσθέτοντας: “Για να στηριχτεί αυτή η πορεία, χρειάζονται προφανώς και τα κατάλληλα χρηματοδοτικά εργαλεία. Σήμερα υπάρχει ένα ήδη πιο ώριμο επενδυτικό οικοσύστημα σε σχέση με το παρελθόν, με αναπτυξιακά κεφάλαια, με growth equity  σχήματα, με νέα επενδυτικά εργαλεία. Όμως υπάρχει ακόμα, εκτιμώ, σημαντικό περιθώριο για να αναπτυχθούν περισσότερο λύσεις προσαρμοσμένες στις ανάγκες των μεσαίων παραγωγικών επιχειρήσεων.

Γι’ αυτό και θα έλεγα ότι η συνολικότερη ενίσχυση της συνεργασίας των συνεργείων και της συνολικής δυναμικής της παραγωγικής πλευράς της οικονομίας, αποκτά ιδιαίτερα μεγάλη σημασία για τα επόμενα χρόνια. Είναι ένα τεράστιο στοίχημα το οποίο πρέπει να κερδηθεί.

Το ίδιο ισχύει και για τις εξαγωγές.

Για να αποκτήσει κανείς ουσιαστική παρουσία στα ράφια μεγάλων διεθνών αλυσίδων, δεν αρκεί μόνο η ποιότητα των προϊόντων, το ξέρατε όλες και όλοι πολύ καλά, όσο σημαντική και αν ενδεχομένως είναι, απαιτείται συνέπεια, επάρκεια, επενδύσεις στο branding  και ισχυρότατη εμπορική παρουσία. Γι’ αυτό και η ενίσχυση της κλίμακας της συνεργασίας και της εξωστρεφούς δυναμικής του κλάδου σας θα παίξει καθοριστικό ρόλο στη συνέχεια της επιτυχημένης πορείας του ελληνικού τροφίμου στις διεθνείς αγορές.

Ένα, επίσης, από τα σημαντικότερα πράγματα που οφείλει να προσφέρει η πολιτεία είναι η αίσθηση σταθερότητας και προβλεψιμότητας.  Καμία επιχείρηση δεν μπορεί να σχεδιάσει σοβαρά το μέλλον της, ειδικά μακροπρόθεσμες επενδύσεις, χωρίς ένα περιβάλλον σταθερών και καθαρών κανόνων. Γι’ αυτό και δώσαμε ιδιαίτερη έμφαση στη διατήρηση ενός σταθερού φορολογικού πλαισίου, στη δημιουργία μεγαλύτερης ορατότητας για τις επιχειρήσεις, είναι μια κατεύθυνση στην οποία θα μείνουμε σταθερά προσηλωμένοι.

Επιτρέψτε μου, όμως, να σταθώ ιδιαίτερα και σε ένα θέμα που θεωρώ κομβικό για το μέλλον της ελληνικής μεταποίησης και το οποίο με έχει προφανώς απασχολήσει και προσωπικά πολύ στα προηγούμενα καθήκοντά μου, τον ψηφιακό μετασχηματισμό. Σήμερα η συζήτηση για την παραγωγικότητα στην βιομηχανία τροφίμων περνά αναπόφευκτα μέσα από αυτόν τον αυτοματισμό, την αξιοποίηση δεδομένων και προφανώς την Τεχνητή Νοημοσύνη. Και αυτές τις τεχνολογίες δεν αποτελούν πλέον μια επιλογή που αφορά τους λίγους και πρωτοπόρους.

Γίνονται σταδιακά βασικό στοιχείο ανταγωνιστικότητας για ολόκληρη τη μεταποίηση. Οι δυνατότητες που δημιουργούνται είναι  πλέον πολύ πρακτικές και μετρήσιμες. Μιλάμε για predictive  maintenance που περιορίζει τις διακοπές λειτουργίας στις γραμμές  παραγωγής και μειώνει το λειτουργικό κόστος, για εφαρμογές computer vision που ενισχύουν τον ποιοτικό έλεγχο με μεγαλύτερη ακρίβεια και ταχύτητα, για  AI-driven forecasting που επιτρέπει καλύτερο προγραμματισμό παραγωγής, περιορίζει τα αποθέματα και συμβάλλει στη μείωση της σπατάλης τροφίμων – ενός κόστους που διεθνώς αποκτά όλο και μεγαλύτερη σημασία.

Προφανώς μιλάμε για ψηφιακή ιχνηλασιμότητα η οποία ενισχύει την εμπιστοσύνη του καταναλωτή και διευκολύνει την πρόσβαση σε αγορές υψηλών απαιτήσεων όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ιαπωνία. Και βέβαια για πιο ευέλικτες μορφές παραγωγής με μεγαλύτερη προσαρμοστικότητα και δυνατότητα εξατομίκευσης χωρίς απώλεια αποδοτικότητας. Η Ελλάδα διαθέτει σήμερα, το ξέρετε όλες και όλοι πολύ καλά, ένα πολύ πιο ώριμο ψηφιακό περιβάλλον σε σχέση με το παρελθόν.

Από το gov.gr  μέχρι τα ψηφιακά μητρώα και τη διαλειτουργικότητα των συστημάτων, έχουμε αποδείξει ότι η χώρα μπορεί να κινηθεί γρήγορα σε αυτό το τομέα όταν υπάρχει σχέδιο και συνεργασία. Και αυτή η εμπειρία μπορεί και πρέπει να μεταφερθεί ακόμα περισσότερο και στην  βιομηχανία. Γι’ αυτό και θέλω να επαναλάβω ότι το Υπουργείο στηρίζει και θα συνεχίσει να στηρίζει μέσα από επενδυτικά κίνητρα από πόρους του ΕΣΠΑ και του Ταμείου Ανάκαμψης τις επιχειρήσεις που επιλέγουν να επενδύσουν σε αυτή τους τη μετάβαση.

Φυσικά δεν μπορώ να μιλήσω για παραγωγικότητα, για τεχνολογία, για ανάπτυξη χωρίς να μιλήσω για το ανθρώπινο κεφάλαιο,  γιατί τίποτα από όλα αυτά δεν γίνεται χωρίς τους σωστούς ανθρώπους στις σωστές θέσεις. Ο κλάδος χρειάζεται μηχανικούς τροφίμων, food scientists, αυτοματιστές, στελέχη ποιοτικού ελέγχου, ειδικούς σε logistics, σε αρκετές από αυτές τις ειδικότητες υπάρχει ήδη έλλειμμα και το έλλειμμα θα μεγαλώσει αν δεν δράσουμε.

Η δημογραφική πραγματικότητα της χώρας είναι αυτή που είναι. Δεν μπορούμε βραχυπρόθεσμα να την αλλάξουμε. Μπορούμε να κάνουμε μέτρα, να λάβουμε μέτρα – έχουμε λάβει πολλά από αυτά, ακόμα και την πρόσφατη φορολογική μεταρρύθμιση, η οποία έγινε υπό αυτό το πρίσμα.  Αυτό που μπορούμε να κάνουμε επίσης άμεσα είναι το εξής: Να αλλάξουμε την προσέλκυση και τη διατήρηση του ταλέντου και τις πολιτικές γύρω από αυτά.

Αυτό σημαίνει, πιστεύω, τρία βασικά πράγματα. Πρώτον, ποιος θα είναι η σύνδεση της εκπαίδευσης με τις ανάγκες της παραγωγής, πανεπιστήμια, ΕΠΑΛ, δομές επαγγελματικής κατάρτισης….

Εκτιμώ ότι μπορούν να συνεργαστούν ακόμα πιο ουσιαστικά με τη βιομηχανία τροφίμων, ώστε να δημιουργούνται προγράμματα πιο πρακτικά και πιο κοντά στις δεξιότητες που ζητά σήμερα η αγορά εργασίας.. Δεύτερον, αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού που διαθέτει η χώρα. Υπάρχουν πολλοί Έλληνες επιστήμονες και επαγγελματίες του κλάδου που διακρίνονται στο εξωτερικό.

Ο στόχος μας πρέπει να είναι να δημιουργούνται ολοένα  και περισσότερες ευκαιρίες, ώστε να μπορούν να επιστρέψουν στην Ελλάδα εφόσον τα επιθυμούν.

Και τρίτον, να αναδείξουμε περισσότερο τη σύγχρονη εικόνα της βιομηχανίας τροφίμων, γιατί σήμερα πρόκειται για ένα κλάδο ο οποίος συνδέεται όλο και περισσότερο με την τεχνολογία, την καινοτομία, την βιωσιμότητα και την εξωστρέφεια . Είναι σημαντικό αυτό να γίνει πιο ορατό στη νέα γενιά, ώστε περισσότεροι άνθρωποι να βλέπουν τον κλάδο ως ένα χώρο με προοπτική και με δημιουργικές δυνατότητες.

Η βιομηχανία τροφίμων είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον πρωτογενή τομέα, γι’ αυτό και έχουμε κάθε λόγο να στηρίζουμε την ελληνική γεωργία και κτηνοτροφία, γιατί μια ισχυρή βιομηχανία τροφίμων προϋποθέτει και έναν ισχυρό πρωτογενή τομέα. Εκεί βρίσκεται η βάση της ποιότητας, της ταυτότητας και της προστιθέμενης αξίας του ελληνικού προϊόντος. Και πάνω σε αυτή τη βάση μπορεί να συνεχίσει να χτίζεται η δυναμική των ελληνικών τροφίμων τα επόμενα χρόνια.

Και η βάση αυτή είναι μοναδική, δεν το λέω από εθνική υπερηφάνεια, το λέω γιατί είναι πραγματικότητα. Το ελληνικό κλίμα, ο συνδυασμός ήλιου, θάλασσας, βουνού, η ποικιλία  των μικροκλιμάτων από την Κρήτη μέχρι τη Φλώρινα, όλα αυτά δίνουν στα ελληνικά προϊόντα χαρακτηριστικά τα οποία δεν αναπαράγονται αλλού. Το ελαιόλαδό μας, τα τυριά μας, το γιαούρτι μας, τα όσπρια, τα φρούτα, το κρασί είναι προϊόντα με ταυτότητα, με ιστορία, με γεωγραφία επάνω τους.

Και υπάρχει και κάτι ακόμα φυσικά γύρω από αυτά που πρέπει να αναγνωρίσει κανείς, ότι ο ελληνικός τουρισμός λειτουργεί ως ένας τεράστιος διαρκής μηχανισμός προβολής. Κάθε χρόνο δεκάδες εκατομμύρια  άνθρωποι ανακαλύπτουν την Ελλάδα, δοκιμάζουν τα προϊόντα αυτά, ζουν τη μεσογειακή διατροφή, αποκτούν μνήμες γεύσης.

Όταν επιστρέφουν στις χώρες τους αναζητούν αυτά τα προϊόντα στα ράφια. Αυτό είναι ένα απόλυτα μοναδικό πλεονέκτημα για τον κλάδο. Λίγες χώρες στον κόσμο διαθέτουν τέτοιο φυσικό κανάλι προώθησης.

Το ερώτημα είναι αν είμαστε έτοιμοι να το αξιοποιήσουμε στην έκταση που του αξίζει. Νομίζω όμως αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα. Το ελληνικό τρόφιμο μπορεί να γίνει top παγκοσμίως.

Έχει το προϊόν, έχει την ιστορία, έχει το κλίμα και τη γη που το γεννούν. Έχει τον τουρισμό που το διαφημίζει. Έχει το brand Ελλάδα που σε πολλές αγορές πουλάει από μόνο του.

Αυτό που λείπει είναι ενδεχομένως ο επαρκής συντονισμός και τα επαρκή κεφάλαια για να μπορέσει να απελευθερωθεί όλο αυτό το δυναμικό και όλη αυτή η δυνατότητα.

Ο κλάδος σας έχει ήδη αποδείξει κάτι πολύ σημαντικό και κλείνω με αυτό: ότι η ελληνική βιομηχανία μπορεί να είναι ανταγωνιστική, εξωστρεφής και να διεκδικεί με αξιώσεις τη θέση στις διεθνείς αγορές.

Η δική μας δέσμευση είναι να συνεχίσουμε να δουλεύουμε μαζί με σταθερότητα, με επενδύσεις, με τεχνολογία, με ανθρώπινο δυναμικό υψηλής ποιότητας και με μια ξεκάθαρη ευρωπαϊκή προοπτική για την ελληνική παραγωγή”.

Πηγή: capital.gr

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ