Χρέος: Γιατί οι αγορές φοβούνται τα ελλείμματα περισσότερο από τον πληθωρισμό –

Δημόσιο Χρέος: Τι θα φέρει η επόμενη δεκαετία για την Ελλάδα

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης

Πρόσθεσε το formedia.gr στη Google

Η παράταση του πολέμου ΗΠΑ – Ιράν, οι υψηλές τιμές καυσίμων και ο φόβος νέου κύματος ακρίβειας αναγκάζουν πολλές κυβερνήσεις να εξετάζουν πρόσθετες παρεμβάσεις στήριξης. Το πρόβλημα είναι ότι αυτή τη φορά οι αγορές αντιμετωπίζουν διαφορετικά τις κρατικές δαπάνες. Μετά από χρόνια συνεχών κρίσεων, πανδημίας, ενεργειακού σοκ, πολέμου και αμυντικών δαπανών, η ανησυχία έχει να κάνει με το πόσο χρέος μπορούν ακόμη να αντέξουν οι οικονομίες χωρίς να αρχίσει ξανά να κυριαρχεί ο φόβος δημοσιονομικών αναταράξεων.

Η εικόνα αποτυπώνεται ήδη στα επιτόκια δανεισμου, καθώς για πολλές κυβερνήσεις αυτά τα επίπεδα αλλάζουν πλήρως τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζονται οι επόμενοι προϋπολογισμοί. Το χρήμα δεν είναι πλέον φθηνό και η περίοδος όπου οι αγορές απορροφούσαν σχεδόν αδιαμαρτύρητα το κρατικό χρέος έχει τελειώσει.

Το τελευταίο δεκαπενθήμερο έχουν πυκνώσει οι ανεπίσημες επαφές ανάμεσα σε οικονομικά επιτελεία και στελέχη της Κομισιόν για το ενδεχόμενο νέας ευελιξίας στους δημοσιονομικούς κανόνες. Η λέξη «ρήτρα διαφυγής» αποφεύγεται ακόμη δημόσια, όμως αρκετές κυβερνήσεις πιέζουν ήδη για ειδικές εξαιρέσεις που θα επιτρέψουν πρόσθετες ενεργειακές δαπάνες χωρίς άμεσες κυρώσεις από το νέο δημοσιονομικό πλαίσιο.

Η Ιταλία κινείται πιο επιθετικά από κάθε άλλη χώρα. Η κυβέρνηση Μελόνι θεωρεί ότι το ενεργειακό σοκ απειλεί πλέον άμεσα τη βιομηχανική παραγωγή και την ανταγωνιστικότητα και ζητά μεγαλύτερο χώρο για κρατικές παρεμβάσεις. Στη Ρώμη υπάρχει έντονη ανησυχία ότι η ευρωπαϊκή οικονομία υποτιμά τη διάρκεια της κρίσης και ότι χωρίς νέα μέτρα στήριξης η πίεση θα περάσει γρήγορα στην απασχόληση και στην κατανάλωση.

Στη Γαλλία το πρόβλημα είναι διαφορετικό, καθώς τα υψηλά ελλείμματα, η αδύναμη ανάπτυξη και το αυξημένο κόστος δανεισμού έχουν προκαλέσει έντονο προβληματισμό σε επενδυτές και ευρωπαϊκούς θεσμούς. Το γαλλικό spread αντιμετωπίζεται πλέον από αρκετές αγορές ως πολιτικός δείκτης σταθερότητας, κάτι αδιανόητο πριν από λίγα χρόνια.

Η Γερμανία εμφανίζεται επίσημα αντίθετη σε μια νέα γενικευμένη χαλάρωση, όμως ακόμη και στο Βερολίνο η πίεση από τη βιομηχανία αυξάνεται καθημερινά. Μεγάλες γερμανικές επιχειρήσεις ζητούν μέτρα για το ενεργειακό κόστος και προειδοποιούν για κίνδυνο νέας αποβιομηχάνισης, καθώς το ακριβό φυσικό αέριο και η αβεβαιότητα επηρεάζουν επενδυτικά σχέδια και παραγωγή.

Η ΕΚΤ σε δύσκολη θέση

Το μεγαλύτερο βάρος πέφτει πλέον στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Στη Φρανκφούρτη γνωρίζουν ότι οι επόμενοι μήνες μπορεί να καθορίσουν όχι μόνο την πορεία του πληθωρισμού αλλά και τη συνολική σταθερότητα των ευρωπαϊκών αγορών χρέους. Η νέα άνοδος της ενέργειας αναγκάζει την ΕΚΤ να επανεξετάσει τις προβλέψεις της για τον πληθωρισμό, ενώ παράλληλα οι αγορές θεωρούν πλέον πολύ πιο αργή οποιαδήποτε αποκλιμάκωση επιτοκίων.

Το βασικό σενάριο που κυκλοφορεί αυτή τη στιγμή στις αγορές είναι ότι η ΕΚΤ θα αναγκαστεί να κρατήσει το κόστος χρήματος υψηλότερα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Αυτό σημαίνει ότι κυβερνήσεις, επιχειρήσεις και νοικοκυριά θα συνεχίσουν να δανείζονται ακριβά μέσα σε ένα περιβάλλον χαμηλότερης ανάπτυξης και υψηλής ενεργειακής πίεσης.

Παράγοντες της αγοράς που βρίσκονται σε επαφή με την ΕΚΤ περιγράφουν έναν έντονο εσωτερικό προβληματισμό. Από τη μία πλευρά, η Φρανκφούρτη δεν θέλει να επαναληφθεί το λάθος της δεκαετίας του 1970, όπου ο πληθωρισμός αντιμετωπίστηκε καθυστερημένα και απέκτησε μόνιμα χαρακτηριστικά. Από την άλλη, υπάρχει ο φόβος ότι εάν οι αγορές αρχίσουν να θεωρούν ανεξέλεγκτα τα δημόσια οικονομικά ορισμένων χωρών, μπορεί να ξεκινήσει νέος κύκλος πίεσης στα spreads.

Αυτό ακριβώς είναι το πιο ευαίσθητο σημείο. Η ΕΚΤ δεν βρίσκεται πλέον στη θέση που βρισκόταν μετά το 2012, όταν μπορούσε να παρέμβει επιθετικά με μαζικές αγορές ομολόγων και σχεδόν μηδενικά επιτόκια. Σήμερα ο πληθωρισμός περιορίζει τα περιθώρια κινήσεων. Η ΕΚΤ μπορεί να αποτρέψει μια ακραία αποσταθεροποίηση, αλλά δεν μπορεί να χρηματοδοτεί επ’ αόριστον κρατικές παρεμβάσεις χωρίς να κινδυνεύσει η αξιοπιστία της νομισματικής πολιτικής.

Οι διαφορές με την κρίση του 2007

Το παρασκήνιο στις αγορές συνοδεύεται πλέον όλο και συχνότερα από συγκρίσεις με την κρίση χρέους της προηγούμενης δεκαετίας. Στις επενδυτικές τράπεζες και στα hedge funds κυκλοφορούν ήδη σημειώματα που εξετάζουν τις ομοιότητες και τις διαφορές ανάμεσα στη σημερινή περίοδο και στα χρόνια μετά το 2007–2008.

Οι περισσότεροι αναλυτές συμφωνούν ότι η Ευρώπη δεν βρίσκεται μπροστά σε επανάληψη της ίδιας κρίσης. Οι τράπεζες είναι ισχυρότερες, υπάρχει κοινός μηχανισμός στήριξης, οι οικονομίες έχουν μεγαλύτερα ταμειακά διαθέσιμα και η Ελλάδα δεν αποτελεί πλέον το επίκεντρο του συστημικού φόβου. Υπάρχει όμως μια βασική ομοιότητα που ανησυχεί τις αγορές. Και τότε και τώρα, η κρίση ξεκίνησε από διαφορετική αφετηρία αλλά κατέληξε στο ίδιο σημείο, δηλαδή στην αμφισβήτηση της δυνατότητας των κρατών να χρηματοδοτούν διαρκώς τα υψηλά ελλείμματα.

Μετά το 2007, η κρίση μεταφέρθηκε από τις τράπεζες στα δημόσια οικονομικά λόγω των διασώσεων και της ύφεσης. Σήμερα, η πίεση έρχεται από τη διαρκή ανάγκη κρατικών παρεμβάσεων για ενέργεια, άμυνα, βιομηχανία και κοινωνική στήριξη. Το αποτέλεσμα όμως μοιάζει επικίνδυνα οικείο. Οι αγορές αρχίζουν ξανά να μετρούν ποια κράτη μπορούν να αντέξουν υψηλά επιτόκια για μεγάλο διάστημα.

Η Αθήνα και ο φόβος αλλαγής κλίματος

Στο οικονομικό επιτελείο γνωρίζουν ότι η χώρα βρίσκεται σε σαφώς ισχυρότερη θέση σε σχέση με την περίοδο της κρίσης χρέους, με υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, ισχυρό ταμειακό απόθεμα και καλύτερο προφίλ χρέους. Ταυτόχρονα όμως αναγνωρίζουν ότι οι αγορές μπορούν να αλλάξουν κλίμα πολύ πιο γρήγορα από όσο αλλάζουν οι οικονομικοί δείκτες και γι αυτό η ελληνική κυβέρνηση παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις.

Σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, η μεγαλύτερη ανησυχία αυτή τη στιγμή δεν αφορά μόνο την πορεία του πετρελαίου ή τον πληθωρισμό. Αφορά το ενδεχόμενο η Ευρώπη να περάσει σε μια νέα περίοδο μόνιμης δημοσιονομικής πίεσης, όπου κάθε νέα κρίση θα απαιτεί νέο δανεισμό, νέες παρεμβάσεις και τελικά μεγαλύτερη πίεση στις αγορές ομολόγων.

Πηγή: ot.gr

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ