Εν αναμονή των εαρινών προβλέψεων για την ελληνική οικονομία βρίσκεται η ελληνική κυβέρνηση. Το νέο σύνολο εκτιμήσεων αναμένεται να αποτυπώνει ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας και πολλαπλών προκλήσεων, με φόντο τις διεθνείς γεωπολιτικές εντάσεις. Οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή προκαλούν πρόσθετη ανησυχία και για την Ελλάδα, κάτι που αναμένεται να ενσωματωθεί στις εαρινές προβλέψεις της Κομισιόν, οι οποίες αναμένεται να δημοσιοποιηθούν την Πέμπτη 21 Μαΐου.
Στο οικονομικό επιτελείο επικρατεί προβληματισμός, κυρίως λόγω της έλλειψης συμφωνίας μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, που διατηρεί ανοιχτή την ένταση στην περιοχή. Όπως επισημαίνουν αναλυτές της αγοράς, ακόμη και αν υπάρξει άμεση αποκλιμάκωση, η επιστροφή σε ομαλές συνθήκες στις ροές πετρελαίου θα απαιτήσει χρόνο, καθώς η προσαρμογή της αγοράς δεν είναι άμεση. Ως εκ τούτου, οι ανοδικές πιέσεις στις τιμές της ενέργειας θεωρούνται πιθανό να συνεχιστούν.
Οι προβλέψεις για την ελληνική οικονομία
Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, η Επιτροπή στις εαρινές της προβλέψεις θα προχωρά σε αναθεώρηση της ανάπτυξης προς τα κάτω, από το 2,4% στο 2%. Η οικονομική δραστηριότητα για το τρέχον έτος αναμένεται να στηριχθεί κυρίως στην ιδιωτική κατανάλωση, η οποία εκτιμάται ότι θα κινηθεί ανοδικά κατά 1,7%.
Κομβικό ρόλο θα συνεχίσουν να έχουν οι επενδύσεις, ιδιαίτερα οι δημόσιες, οι οποίες προβλέπεται να ξεπεράσουν τα 17 δισ. ευρώ, λόγω της ολοκλήρωσης των παρεμβάσεων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Παρ’ όλα αυτά, η έντονη εξάρτηση από τους ευρωπαϊκούς πόρους δημιουργεί ανησυχίες για τη δυναμική της οικονομίας μετά το 2027, όταν το συγκεκριμένο χρηματοδοτικό εργαλείο θα έχει ολοκληρωθεί.

Δεν αποκλείεται επίσης το ενδεχόμενο νέων αναθεωρήσεων, εφόσον επιδεινωθεί το διεθνές περιβάλλον, με καθοριστικό παράγοντα τις εξελίξεις στην ενέργεια. Η διαρκής μεταβλητότητα στις τιμές του πετρελαίου Brent επηρεάζει άμεσα το κόστος παραγωγής και κατανάλωσης, με την Ελλάδα να παραμένει ευάλωτη λόγω της υψηλής εξάρτησής της από πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Κάθε κλιμάκωση της έντασης μεταφέρεται γρήγορα στις τιμές και τροφοδοτεί τον πληθωρισμό, ο οποίος τον Απρίλιο διαμορφώθηκε στο 5,4%.
Για την περίοδο 2027–2028, οι προβολές της Κομισιόν κάνουν λόγο για ρυθμούς ανάπτυξης που θα κινούνται οριακά κάτω από το 2%
Τα επόμενα έτη
Για την περίοδο 2027–2028, οι προβολές της Κομισιόν κάνουν λόγο για ρυθμούς ανάπτυξης που θα κινούνται οριακά κάτω από το 2%, ένδειξη ότι η ελληνική οικονομία δυσκολεύεται να επιστρέψει σε ισχυρότερη δυναμική χωρίς την ώθηση των ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων. Σε αυτό το πλαίσιο, οι επενδύσεις θα παραμείνουν ο βασικός μοχλός ανάπτυξης, μέσω νέων ευρωπαϊκών ταμείων, όπως το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο, το Ταμείο Εκσυγχρονισμού και το Ταμείο Απανθρακοποίησης Νήσων, αλλά και μέσω του ΕΣΠΑ 2021–2027, που βρίσκεται πλέον στην τελική του φάση.


Σε δημοσιονομικό επίπεδο, η Ελλάδα κατέγραψε υψηλές επιδόσεις στο πρωτογενές πλεόνασμα τόσο το 2024 όσο και το 2025, με 4,7% και 4,9% του ΑΕΠ αντίστοιχα. Ωστόσο, η επίδοση αυτή στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στην αύξηση των εσόδων από τη μείωση της φοροδιαφυγής, γεγονός που δημιούργησε περιθώριο για τις μόνιμες φορολογικές ελαφρύνσεις των ετών 2025–2026.
Για την περίοδο 2026–2028, η Επιτροπή αναμένει ότι το μέσο πρωτογενές πλεόνασμα θα παραμείνει λίγο πάνω από το 3% του ΑΕΠ, επίπεδο που επιτρέπει τη συνέχιση της αποκλιμάκωσης του χρέους. Παράλληλα, όμως, η ανάγκη για σταθερά υψηλά πλεονάσματα αναδεικνύει τα στενά περιθώρια άσκησης πιο ευέλικτης δημοσιονομικής πολιτικής.
Η ανησυχία της ΕΕ για τη χαμηλή ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας
Οι άλλες αξιολογήσεις
Η ελληνική κυβέρνηση δεν αναμένει μόνο τις προβλέψεις αλλά και άλλες εκθέσεις από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Στις αξιολογήσεις για την πορεία των μεταρρυθμίσεων, που θα παρουσιαστούν ξεχωριστά στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου, η Κομισιόν αναμένεται να επισημαίνει ότι παραμένουν ανοιχτές κρίσιμες εκκρεμότητες, με βασικότερες την επιτάχυνση της απονομής δικαιοσύνης και την ολοκλήρωση του κτηματολογίου. Παράλληλα, θα δίνεται ιδιαίτερη βαρύτητα στη συνέχιση των επενδύσεων που σχετίζονται με την πράσινη και ψηφιακή μετάβαση μέσα από τα νέα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία.
Σε ό,τι αφορά την έκθεση για τις δημοσιονομικές και μακροοικονομικές ανισορροπίες, οι Βρυξέλλες αναμένεται να επαναλάβουν τις ανησυχίες τους για τη χαμηλή ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, πρόβλημα που εξακολουθεί να αποτυπώνεται στο υψηλό έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών. Στο ίδιο πλαίσιο θα γίνεται αναφορά και στο δημόσιο χρέος, το οποίο, παρά τη σταθερή αποκλιμάκωσή του τα τελευταία χρόνια, παραμένει το υψηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ιδιαίτερη έμφαση θα δίνεται επίσης στην αγορά εργασίας, με την ανάγκη καλύτερης αντιστοίχισης εργαζομένων και διαθέσιμων θέσεων, αλλά και στην ενίσχυση της συμμετοχής των νέων και κυρίως των γυναικών στην απασχόληση, όπου η Ελλάδα συνεχίζει να υστερεί έναντι των περισσότερων ευρωπαϊκών χωρών.
Μαζί με το σύνολο των εκθέσεων της Επιτροπής θα δημοσιευτεί και η νέα έκθεση μεταμνημονιακής εποπτείας της ελληνικής οικονομίας. Δύο θέματα που εξακολουθούν να θεωρούνται προβληματίζουν είναι η διαχείριση των «κόκκινων» δανείων και η καθυστέρηση εκκαθάρισης των οφειλών του Δημοσίου προς ιδιώτες και επιχειρήσεις.
Πηγή: ot.gr





