Ελληνική οικονομία: Πόση στήριξη αντέχει χωρίς να χαθεί η δημοσιονομική αξιοπιστία; –

Σούπερ μάρκετ: Πληθωρισμός στο 2,23% – Διψήφιες αυξήσεις σε φρούτα και λαχανικά τον Απρίλιο

Η ενεργειακή κρίση επιμένει περισσότερο απ’ όσο υπολόγιζαν αρχικά στην κυβέρνηση, οι πληθωριστικές πιέσεις επιστρέφουν στην αγορά με μεγαλύτερη ένταση και το οικονομικό επιτελείο βρίσκεται μπροστά σε ένα νέο δίλημμα. Το ερώτημα πλέον είναι πόσο μπορεί να επεκταθεί η κρατική παρέμβαση χωρίς να διαταραχθεί η εικόνα δημοσιονομικής σταθερότητας που αποτελεί το βασικό επιχείρημα της χώρας απέναντι στις αγορές, στις Βρυξέλλες και στους οίκους αξιολόγησης.

Σύμφωνα με πληροφορίες οι πιο δύσκολες συζητήσεις των τελευταίων ημερών αφορούν την περίοδο μετά το καλοκαίρι. Στο οικονομικό επιτελείο εξετάζουν ήδη σενάρια για το πώς θα κινηθεί η οικονομία αν οι τιμές της ενέργειας παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα και η πίεση περάσει με μεγαλύτερη ένταση στην κατανάλωση, στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και στον τουρισμό. Η εικόνα που φτάνει από την αγορά δείχνει πιο συγκρατημένη κατανάλωση, αυξημένες πιέσεις στο λειτουργικό κόστος επιχειρήσεων και μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα στον παραγωγικό τομέα για το δεύτερο εξάμηνο του έτους. Η αναθεώρηση της ανάπτυξης στο 2% από 2,4% και η άνοδος του πληθωρισμού στο 3,2% αντιμετωπίζονται πλέον ως ένδειξη αλλαγής των βασικών δεδομένων της χρονιάς.

Το πιο κρίσιμο στοιχείο βρίσκεται στο γεγονός ότι το δημοσιονομικό περιθώριο έχει περιοριστεί δραστικά. Παρά το πρωτογενές πλεόνασμα 4,9% του ΑΕΠ το 2025 και τη συνεχιζόμενη αποκλιμάκωση του χρέους προς το 136,8% του ΑΕΠ το 2026, ο διαθέσιμος χώρος για πρόσθετες παρεμβάσεις υπολογίζεται πλέον μόλις στα 200 με 250 εκατ. ευρώ. Στις επαφές με ευρωπαϊκούς αξιωματούχους και εκπροσώπους επενδυτικών οίκων, η ελληνική πλευρά επιχειρεί να διατηρήσει την εικόνα μιας οικονομίας που παραμένει δημοσιονομικά αξιόπιστη ακόμη και μέσα σε συνθήκες διεθνούς αστάθειας. Την ίδια στιγμή όμως, κυβερνητικά στελέχη αναγνωρίζουν ότι όσο η ενεργειακή κρίση παρατείνεται, τόσο αυξάνεται η πολιτική πίεση για νέες παρεμβάσεις στήριξης, σε μια περίοδο όπου οι αγορές παρακολουθούν ξανά με μεγαλύτερη προσοχή το κόστος δανεισμού, τα spreads και την αντοχή των δημόσιων οικονομικών στην Ευρώπη.

Το «μαξιλάρι» των πλεονασμάτων

Το μεγάλο πλεονέκτημα της κυβέρνησης παραμένει η πολύ ισχυρή επίδοση του 2025. Το πρωτογενές πλεόνασμα στο 4,9% του ΑΕΠ και το συνολικό πλεόνασμα 1,7% δημιούργησαν μια εικόνα σταθερότητας που επέτρεψε στην Ελλάδα να παραμείνει σε τροχιά επενδυτικής αξιοπιστίας την ώρα που η διεθνής οικονομία εισερχόταν σε νέα περίοδο αστάθειας.

Στο οικονομικό επιτελείο θεωρούν ότι αυτή η επίδοση λειτουργεί σήμερα ως το βασικό «ανάχωμα» απέναντι στις πιέσεις των αγορών. Ταυτόχρονα όμως, η ίδια αυτή υπεραπόδοση δημιούργησε και πολιτικές προσδοκίες για μεγαλύτερη κρατική παρέμβαση. Κυβερνητικά στελέχη παραδέχονται ότι η πίεση από επαγγελματικούς φορείς, μικρομεσαίες επιχειρήσεις, αγροτικούς κλάδους και παραγωγικούς συνδέσμους αυξάνεται όσο το ενεργειακό κόστος περνά με καθυστέρηση στην πραγματική οικονομία.

Η εικόνα αυτή αρχίζει ήδη να αποτυπώνεται σε βασικούς δείκτες. Οι εισαγωγές προβλέπεται να αυξηθούν κατά 4,4% το 2026, ταχύτερα από τις εξαγωγές που κινούνται στο 2,9%, με αποτέλεσμα η συμβολή του εξωτερικού τομέα στο ΑΕΠ να είναι αρνητική κατά 0,9 ποσοστιαίες μονάδες. Στο υπουργείο Οικονομικών βλέπουν ότι η αύξηση των επενδύσεων κατά 7,1% και η ενίσχυση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων στα 7 δισ. ευρώ λειτουργούν ακόμη υποστηρικτικά, όμως αναγνωρίζουν ότι η ανάπτυξη εξαρτάται όλο και περισσότερο από την εσωτερική κατανάλωση και τις κρατικές παρεμβάσεις.

Ανησυχία για τις αγορές

Η ανησυχία που καταγράφεται στις διεθνείς αγορές δεν αφορά μόνο την Ελλάδα. Το τελευταίο διάστημα αυξάνεται συνολικά η πίεση πάνω στα κρατικά ομόλογα, καθώς οι επενδυτές επαναξιολογούν το κόστος της ενεργειακής κρίσης και τις πιθανές δημοσιονομικές επιπτώσεις στην Ευρώπη. Το ελληνικό δεκαετές κινείται κοντά στο 3,8%, το ιταλικό στο 3,9%, το γαλλικό στο 3,7%, ενώ ακόμη και το γερμανικό δεκαετές έχει επιστρέψει κοντά στο 3%. Στις ΗΠΑ, το αμερικανικό δεκαετές παραμένει πάνω από το 4,4%, διατηρώντας υψηλό το παγκόσμιο κόστος χρήματος.

Η Αθήνα εξακολουθεί να προστατεύεται από το ιδιαίτερο προφίλ του ελληνικού χρέους. Το μέσο κόστος εξυπηρέτησης παραμένει κοντά στο 2,2%, σημαντικά χαμηλότερο από τα επιτόκια της αγοράς, λόγω των δανείων της μνημονιακής περιόδου. Ωστόσο, στις επαφές με επενδυτές και ξένες τράπεζες επανέρχεται πλέον συχνότερα το ερώτημα για το πόσο θα αντέξει η Ελλάδα σε ένα περιβάλλον παρατεταμένων υψηλών επιτοκίων και αυξημένων δημοσιονομικών πιέσεων.

Στο οικονομικό επιτελείο αντιλαμβάνονται ότι οι αγορές δεν εξετάζουν μόνο τους σημερινούς δείκτες, αλλά κυρίως τη δυνατότητα της χώρας να διατηρήσει υψηλά πλεονάσματα και πολιτική σταθερότητα σε μια μακρά περίοδο ενεργειακής πίεσης.

Το κλίμα επιβαρύνουν και οι σαφείς προειδοποιήσεις από διεθνείς οργανισμούς και think tanks. Η Fitch εκτιμά ότι οι οριζόντιες παρεμβάσεις μπορεί να έχουν σοβαρές μεσοπρόθεσμες συνέπειες για τα δημόσια οικονομικά, ιδιαίτερα αν οι κυβερνήσεις επεκτείνουν τη διάρκεια και το εύρος των έκτακτων μέτρων στήριξης.

Η παρέμβαση αυτή έχει ιδιαίτερη βαρύτητα επειδή έρχεται σε μια περίοδο όπου αρκετές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εξετάζουν νέα πακέτα στήριξης απέναντι στην ενεργειακή κρίση. Το Bruegel προειδοποίησε την Τετάρτη ότι τα έκτακτα μέτρα των ευρωπαϊκών κρατών, που πλέον ξεπερνούν τα 11 δισ. ευρώ, κινούνται σε σημαντικό βαθμό προς τη λάθος κατεύθυνση, καθώς ενισχύουν τη δημοσιονομική πίεση χωρίς να αντιμετωπίζουν τις βαθύτερες αδυναμίες της ενεργειακής αγοράς και της παραγωγικής εξάρτησης της Ευρώπης.

Στην Αθήνα παρακολουθούν με προσοχή αυτή τη συζήτηση, καθώς γνωρίζουν ότι το νέο ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο αφήνει περιορισμένα περιθώρια χαλάρωσης. Η Ελλάδα έχει ήδη ενεργοποιήσει την εθνική ρήτρα διαφυγής λόγω αμυντικών δαπανών, ενώ η αύξηση των καθαρών πρωτογενών δαπανών για το 2026 εκτιμάται στο 7,5% έναντι ευρωπαϊκής σύστασης 3,6%. Παρά το γεγονός ότι η σωρευτική εικόνα παραμένει τυπικά εντός των κανόνων, στο υπουργείο Οικονομικών αναγνωρίζουν ότι το περιθώριο ασφαλείας είναι πλέον εξαιρετικά στενό.

Το δύσκολο ερώτημα του φθινοπώρου

Το πραγματικό άγχος της κυβέρνησης βρίσκεται στο πώς θα εξελιχθεί η κρίση μετά το καλοκαίρι. Στο οικονομικό επιτελείο υπάρχει πλέον έντονη ανησυχία ότι οι συνέπειες της ενεργειακής κρίσης δεν έχουν ακόμη περάσει πλήρως στην οικονομία. Η άνοδος της μέσης τιμής του Brent προς τα 89,4 δολάρια, η αύξηση του κόστους μεταφορών, οι πιέσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα και η σταδιακή μετακύλιση του κόστους στην αγορά δημιουργούν φόβους για ένα δεύτερο κύμα επιβάρυνσης μέσα στο φθινόπωρο.

Αυτό ακριβώς είναι και το μεγάλο πολιτικό δίλημμα που κυριαρχεί πλέον στις κυβερνητικές συζητήσεις. Η ανάγκη στήριξης της οικονομίας γίνεται ισχυρότερη, την ίδια στιγμή όμως, η διατήρηση της δημοσιονομικής αξιοπιστίας αντιμετωπίζεται ως στρατηγικός όρος για τη σταθερότητα της χώρας σε μια περίοδο όπου οι διεθνείς αγορές έχουν αρχίσει ξανά να αξιολογούν πιο αυστηρά το ρίσκο, το χρέος και την αντοχή των ευρωπαϊκών οικονομιών.

Πηγή: ot.gr

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ